Πέμπτη, 4 Ιουλίου 2013

Ο απλήρωτος λογαριασμός.

           Ένα χαρτί, σφραγισμένο και υπογεγραμμένο απ΄ το δικαστικό επιμελητή πως επιδόθηκε στο σωστό άτομο, θρυμματίζει την αξιοπρέπεια και την υπερηφάνεια, στοιχεία που εξακολουθούν να μετράνε πολύ καθώς ορίζουν και προσδιορίζουν και το πρόσωπο με το οποίο θέλει ο καθένας να κυκλοφορεί στην κοινωνία, ιδίως όταν αυτή είναι μόλις λίγα μέτρα γης.
            Ένα χαρτί που εντάσσει στην πολυπληθή πλέον και αυξανόμενη καθημερινά, με ρυθμό γεωμετρικής προόδου, ομάδα των οφειλετών αλλά ανήμπορων να ανταποκριθούν και στα ελάχιστα.
            Ένα χαρτί, απόδειξη πως ο δικός σου λογαριασμός δεν σβήνει, δεν χάνεται και όσο και αν επικαλεστείς, αποζητώντας έτσι τη λύτρωση (και τη σωτηρία;) πως ήταν λάθος σου που τον δημιούργησες, δεν υπάρχουν ελαφρυντικά, δεν χορηγείται αμνηστία.
            Η μνήμη των δικών σου πράξεων είναι πάντα εδώ, ζωντανή και ζέουσα, για να στις θυμίζει κρατώντας σε αλυσοδεμένο μ΄ ένα παρελθόν που θα ΄θελες να αφήσεις μια για πάντα πίσω σου. Τίποτα, όμως, δεν μένει πίσω, πόσο μάλλον οι πράξεις σου, αυτές που όχι απλώς δέθηκαν με ατσάλινη αλυσίδα στο πόδι σου, αλλά έχουν κιόλας πολλαπλασιαστεί και διογκωθεί απ΄ τις κούφιες υποσχέσεις, τις αστοχίες, την αβελτηρία και την ανικανότητα όσων έπρεπε να λάβουν τις σωστές αποφάσεις και να κυβερνήσουν, τουλάχιστον, με σύνεση…
            Ο λογαριασμός είναι εδώ. Τεράστιος και αποκαλυπτικός.

Τεράστιος όχι ως προς το δικό του ύψος ή μέγεθος, αλλά ως προς τη δική σου δυνατότητα να ανταποκριθείς, να τον αντιπαλέψεις.
Αποκαλυπτικός, επειδή ίσως αποδείξει πως αν δεν πήραμε τη ζωή μας λάθος,  μπορεί να τη γεμίσαμε με πάρα πολλά που ελάχιστα αύξησαν την αξία της και σίγουρα τη φόρτωσαν με βάρη που δεν υπήρχε κανένας λόγος για να σηκώσουμε.
Ο λογαριασμός είναι εδώ, μέσα από το χαρτί που επέδωσε ένας δικαστικός επιμελητής, μαζί με την κυνική επισήμανση του πως αφού τον δημιούργησες και αρνήθηκες να καταβάλεις το αντίτιμο, θα αναγκαστείς πλέον να το κάνεις.
Σωστά και δεν υπάρχει λόγος να αρνηθείς πως τον δημιούργησες. Όχι για να ελαφρύνεις τη θέση σου, αλλά για να ελαφρύνεις την ψυχή σου καθώς ξέρεις πως είσαι συνένοχος. Όχι, όμως, και ο μόνος ένοχος. Λίγο ένοχος, περισσότερο, πολύ, σε σχέση με κάποιον άλλο, δεν έχει σημασία. Από τη στιγμή που βρέθηκες σ΄ αυτή τη μεγάλη ομάδα των οφειλετών αλλά ανήμπορων να ανταποκριθούν και στα ελάχιστα, δεν πρέπει να έχεις καν την ψευδαίσθηση πως θα βρεις δύναμη και συμπαράσταση απ΄ την ομάδα. Ο καθένας μόνος του κι όλοι όπως στρώσαμε τόσα χρόνια που επιτρέψαμε στην ψευδεπίγραφη ευμάρεια να μας γαλουχήσει και να μας οδηγήσει αναλόγως. Ο καθένας μόνος και ο ποιητής (Κ. Καβάφης) να μας επιτιμά  λέγοντας «… Έτσι που τη ζωή σου ρήμαξες εδώ στην κώχη τούτη τη μικρή, σ΄ όλην την γη την χάλασες» (Η πόλις).
Κι άντε καλά να σε επιτιμά ένας ποιητής του μεγέθους του Καβάφη. Δεν αντέχεται απλώς, αλλά σκύβεις το κεφάλι και δεν μιλάς. Να σε επιτιμούν, όμως, εμπαίζοντας σε, και όλοι αυτοί που χρόνια τώρα διατείνονται πως σε σώζουν; Για την ακρίβεια, όχι εσένα, αλλά την πατρίδα που κατοικείς, που ανήκεις. Αυτή την πατρίδα που και εσύ χάλασες, αλλά όχι περισσότερο απ΄ το χώρο που καταλαμβάνει η δική σου κώχη. Όχι περισσότερο απ΄ όσο χάλασαν οι… σωτήρες.
Εσύ δεν μιλάς. Μάλλον φταίει το χαρτί που λες και ήταν κάτι που σου στάθηκε στο λαιμό και πασχίζεις να το φτύσεις, αν και το πιθανότερο είναι πως τελικά θα το καταπιείς.

Αυτοί δεν βάζουν γλώσσα μέσα. Μάλλον φταίει που η σιωπή είναι πολλές φορές πιο ηχηρή. Στη σιωπή και το θρόισμα ενός χαρτιού ακούγεται. Τόσο πολύ που μπορεί κάποιους να τους αφυπνίσει, να τους ταρακουνήσει… 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σεράγεβο, Ιρλανδία, Αφρική: όπου γης και κόλαση

Για το μυθιστόρημα της Edna O’ Brien «Μικρές κόκκινες καρέκλες» (μτφρ. Χριστίνα Σωτηροπούλου, εκδ. Κλειδάριθμος). Στις 6 Απριλίου 2012...