Κυριακή, 22 Μαΐου 2016

Η καύση των ματαιοτήτων και ο… θρήνος των αυταπατών.

              Εκείνη την Αμαρτωλή Τρίτη της 7ης Φεβρουαρίου 1497, ημέρα της κορύφωσης του καρναβαλιού, έσπευσαν στην κεντρική πλατεία της Φλωρεντίας όλοι οι κάτοικοι της για να δουν μια πυραμίδα ύψους δεκαοκτώ μέτρων να παραδίδεται στις φλόγες.
            Τράπουλες, ζάρια, σκακιέρες, σκιές ματιών, βαζάκια ρουζ, αρώματα, δίκτυα για τα μαλλιά, κοσμήματα, αποκριάτικα κοστούμια και μάσκες, αλλά κυρίως παγανιστικά βιβλία, χειρόγραφα Ελλήνων και Ρωμαίων συγγραφέων, κλασικά γλυπτά και πίνακες, στοιβάχτηκαν δημιουργώντας αυτή την τεράστια πυραμίδα, στην οποία έβαλε φωτιά ο Δομινικανός μοναχός, πολιτικός και θρησκευτικός ηγέτης της Φλωρεντίας, Τζιρόλαμο Σαβοναρόλα (1452- 1498).
            Ο ίδιος ονόμασε την αποτρόπαια αυτή ενέργεια του που συνεχίστηκε και επαναλήφθηκε με αμείωτο ζήλο μέχρι την καταδίκη και την εκτέλεση του το 1498, καταστρέφοντας πολλά έργα τέχνης και βιβλία, ως “καύση των ματαιοτήτων”.

            Ο ξερακιανός Δομινικανός μοναχός για μια πενταετία, περίπου, γοήτευε τα πλήθη της Φλωρεντίας και τα οδηγούσε όπως και όπου ήθελε. Δεν είναι γνωστό αν μετά την εκτέλεση του θρήνησαν για τις αυταπάτες στις οποίες τους οδήγησε, πως ρίχνοντας στην πυρά όλα αυτά τα σημαντικά έργα θα εξαγνίζονταν, εξαλείφοντας μια για πάντα την αμαρτία. 

Πέμπτη, 19 Μαΐου 2016

Πόντος, η χαμένη πατρίδα της ιστορίας, του πολιτισμού και της μνήμης.

«Δεν ξέρω τι θα φέρει ο χρόνος και πόσο η ιστορία θα ανταποκριθεί στις θελήσεις των καλύτερων παιδιών της. Εγώ πάντως θα επιμένω να γράφω στη γλώσσα της  γιαγιάς μου που με γοητεύει ιδιαίτερα και θα μιλάω πάντοτε για κείνη τη γη. Τη γη του Πόντου. Για την πατρίδα μου.
    Τη χαμένη πατρίδα, όχι των εδαφών, αλλ’ εκείνη της ιστορίας, του πολιτισμού και της μνήμης. Όπως και ο Κωστής Μοσκώφ που λέει, "αρνούμαι την ανταλλαγή. Οι πρόγονοί μου θα μείνουν πάντα στον Πόντο, ανάμεσα στη Μαύρη Θάλασσα και τις κορφές του Τσιάμπαζι"»*.
 Πολλές φορές αναρωτήθηκα ποιοι δεσμοί τόσο ισχυροί κρατούν τους Έλληνες του Πόντου προσκολλημένους στην ανάμνηση μιας πατρίδας που για τους περισσότερους πλέον είναι μια κληρονομημένη ανάμνηση. Μια ανάμνηση που ενώ με το πέρασμα του χρόνου θα μπορούσε να μοιάζει σαν τις παλιές ξεθωριασμένες φωτογραφίες όπου τα πρόσωπα δύσκολα πια ξεχωρίζουν, αυτή, αντιθέτως, θυμίζει όλο και περισσότερο φωτογραφικό στιγμιότυπο που τραβήχτηκε πρόσφατα.
Πιο ξεκάθαρη απάντηση δε βρήκα απ΄ αυτή που δίνει ο Πόντιος λογοτέχνης Κώστας Διαμαντίδης στο παραπάνω κείμενο, λέγοντας πως μιλά για «Τη χαμένη πατρίδα, όχι των εδαφών, αλλ’ εκείνη της ιστορίας, του πολιτισμού και της μνήμης…».

Θαυμάζω τους Πόντιους γι΄ αυτό. Οι γενιές αθροίζονται η μια πίσω απ΄ την άλλη μα οι χαμένες πατρίδες παραμένουν αλησμόνητες. Ακόμα και για όσους δεν τις γνώρισαν ή δεν κατάφεραν ακόμα να τις επισκεφτούν.

Τρίτη, 17 Μαΐου 2016

“Η εφεύρεση των φτερών” Της Σου Μανκ Κιντ (εκδόσεις Λιβάνη) ΕΝΑ ΣΥΓΚΛΟΝΙΣΤΙΚΟ ΜΑΘΗΜΑ ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ.

            “Η ιστορία δεν είναι μόνο πράξεις και γεγονότα, είναι επίσης ένας πόνος στην καρδιά. Και επαναλαμβάνουμε την ιστορία μέχρι να καταφέρουμε να νιώσουμε τον πόνο κάποιου άλλου σαν δικό μας ”.  Τα λόγια αυτά του καθηγητή Τζούλιους Λέστερ ενέπνευσαν τη Σου Μανκ Κιντ να γράψει το μυθιστόρημα της “Η εφεύρεση των φτερών” (εκδόσεις ΛΙΒΑΝΗΣ), όπως σημειώνει η ίδια. Ξεδιπλώνοντας την αφήγηση της που μεγάλο μέρος της βασίζεται σε γεγονότα και η μία απ΄ τις πρωταγωνίστριες της, η Σάρα Γκριμκέ. είναι ιστορικό πρόσωπο, καταφέρνει να μεταδίδει τον πόνο των ηρώων στους αναγνώστες της.
            Η Χέτι Σκοτούρα Γκριμκέ, η μικροκαμωμένη σκλάβα, η λευκή Σάρα, ο μικρόκοσμος του σπιτιού των Γκρίμκε,  ιδιοκτητών φυτείας και σκλάβων, η κοινωνία του Τσάρλεστον (Η.Π.Α.) των αρχών του 19ου αιώνα, ζωντανεύουν μέσα σ΄ αυτό το αριστουργηματικό έργο και είναι στιγμές που σου κόβεται η ανάσα λες και πρόκειται το μαστίγιο που σφυρίζει στον αέρα να χαρακώσει τη δική σου πλάτη, ή πώς κινδυνεύεις ανά πάσα στιγμή να υποστείς μια επώδυνη τιμωρία για ασήμαντη αιτία. Κι όλα αυτά ευλογώντας και δοξάζοντας το Θεό, όπως όλοι οι λευκοί αρέσκονται να τονίζουν στους σκλάβους τους πως είναι υποχρεωμένοι να κάνουν, γιατί σ΄ έκανε αυτό που είσαι.
            “Προσέχετε να μη γίνετε διπλά σκλάβοι, όχι μόνο στο σώμα αλλά και στο μυαλό σας”.  Αυτό ακούγεται στο κήρυγμα στην εκκλησία των Αφρικανών και η Σκοτούρα το υιοθετεί απολύτως. Σκλάβα μόνο στο σώμα που όσο εκείνο κακοπαθαίνει και σακατεύεται, άλλο τόσο το μυαλό ταξιδεύει. Τα πούπουλα των πουλιών που μαζεύει απ΄ το χώμα είναι για τα δικά της φτερά που όμως θα γίνουν και φτερά της Σάρας. Γιατί και εκείνη έχει να αποτινάξει από πάνω της τα δικά της δεσμά. Δεν είναι εύκολο ούτε απλό. Η θεοσεβούμενη και ευσεβής κοινωνία της εποχής του Αμερικάνικου Νότου δεν καταδυναστεύει μόνο τους μαύρους σκλάβους της, στραγγίζοντας μέχρι και την τελευταία σταγόνα απ΄ τον ιδρώτα και το αίμα τους για τη δικιά της ευημερία και καλοπέραση, επικαλούμενη διαρκώς πως αυτό είναι θέλημα Θεού. Στραγγαλίζει και όσα μέλη της τολμήσουν να εξοκείλουν μη αποδεχόμενα τους κανόνες που ισχύουν και τον καθιερωμένο τρόπο ζωής.

Σάββατο, 14 Μαΐου 2016

Πώς θ΄ απολογηθούμε στα παιδιά;

            Θεσσαλονίκη σήμερα 14 του Μάη, 13η Διεθνής έκθεση βιβλίου. Κόσμος πολύς, εκδηλώσεις η μία πίσω απ΄ την άλλη, πάγκοι φορτωμένα βιβλία.
            Απ΄ ένα σημείο και έπειτα ούτε καν προσέχω από πού περνάω, ποιον βλέπω. Το μυαλό μου κολλημένο στα όσα μου αφηγήθηκε μια φίλη πριν λίγο στο δικό της περίπτερο.
            Κάθε χρόνο, τις δύο πρώτες μέρες της έκθεσης, Πέμπτη και Παρασκευή, σχολεία επισκέπτονται την έκθεση. Έτσι έγινε και φέτος. Τα παιδιά ξεναγήθηκαν και ορισμένα θέλησαν και ν΄ αγοράσουν κάποιο απ΄ τα βιβλία που τους άρεσε. Πωλητές βρέθηκαν μπροστά στο αναπάντεχο ερώτημα. «Έχω μόνο τρία, ή δύο ευρώ. Μπορώ να αγοράσω αυτό το βιβλίο που κάνει πέντε;».
            Δε ρώτησα πώς αντέδρασαν. Αν έκαναν μια γενναία έκπτωση ρίχνοντας την τιμή στο μισό και λίγο πιο κάτω.
            Πάσχιζα να θυμηθώ πως ένιωθα εγώ όταν λίγο πριν την έκτη δημοτικού δούλεψα τις διακοπές των Χριστουγέννων στο μανάβικο των αδερφών της μάνας μου και με τα χρήματα που κέρδισα αγόρασα το «Ο γύρος του κόσμου σε 80 μέρες» του Ιουλίου Βερν. Α, και ένα ζευγάρι παπούτσια…
            Ήταν όμως άλλες εποχές κι ανεβαίναμε βήμα, βήμα προς τα πάνω, σε αντίθεση με τα σημερινά παιδιά που κατρακυλούν σε μια ζοφερή πραγματικότητα που δεν τους αρμόζει και δεν τους αξίζει…
            Ευτυχώς γι΄ αυτά προνοεί ο αξιότιμος Υπουργός της Παιδείας που πρόσφατα έκοψε και το πρόγραμμα φιλαναγνωσίας απ΄ τα σχολεία, απαγορεύοντας και τις επισκέψεις συγγραφέων εν ώρα μαθημάτων. Μόνο το απόγευμα και εφόσον συναινούν οι γονείς…            
            Πώς θ΄ απολογηθούμε στα παιδιά;

Υ.Γ. Η φωτογραφία είναι της Β. Παπαϊωάννου του 1950 και προέρχεται απ΄ το αρχείο Φωτογραφίας του Μουσείου Μπενάκη. Απεικονίζει παιδιά που διαβάζουν σε κάποια παιδόπολη, απ΄ αυτές που ίδρυσε το 1947 η Φρειδερίκη εν μέσω εμφυλίου και κάποιες κράτησαν μέχρι τη δεκαετία του ΄60.  

Τετάρτη, 11 Μαΐου 2016

“Το αηδόνι” της Kristin Hannah (εκδόσεις ΚΛΕΙΔΑΡΙΘΜΟΣ) ΣΠΟΝΔΗ ΣΤΗ ΣΥΛΛΟΓΙΚΗ ΜΝΗΜΗ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ

Το σκηνικό. Η κατεχόμενη απ΄ τους Γερμανούς Γαλλία την περίοδο του Β΄ παγκοσμίου πολέμου.
Οι πρωταγωνίστριες. Δύο νεαρές γαλλίδες αδερφές, η Βιάν και η Ιζαμπέλ Ροσινιόλ.
Και λοιπόν; Ένα ακόμα μυθιστόρημα γι΄ αυτή την τραγωδία της ανθρωπότητας ανάμεσα στα τόσα που έχουν γραφτεί;
Όχι. Ένα ξεχωριστό μυθιστόρημα. “Το αηδόνι” της Kristin Hannah από τις εκδόσεις ΚΛΕΙΔΑΡΙΘΜΟΣ διασχίζει τους δρόμους αυτής της ιστορικής χρονικής περιόδου με τα πόδια των ανθρώπων που υπήρξαν θύματα και θύτες. Δεν παρουσιάζει τις ζωές και τα πάθη τους μέσα από κάποιο μεγεθυντικό φακό. Τις βάζει στο μικροσκόπιο και καταφέρνει να μας κάνει να κατανοήσουμε γιατί αγαπούν και μισούν, γιατί κουράζονται, παγώνουν και απελπίζονται στις ατελείωτες ουρές για λίγα τρόφιμα με το δελτίο ή γιατί σφίγγουν τα δόντια και πασχίζουν να κρύψουν τις αιματορροούσες πληγές τους αναζητώντας κάποιο καταφύγιο που θα τις προστατέψει αποτελεσματικά απ΄ τη βαναυσότητα και το μένος των πρόσκαιρων νικητών που κάποιοι απ΄ αυτούς βρίσκονται μέσα στο ίδιο τους το σπίτι.  
“Αν περνάς μια κόλαση, συνέχισε να περπατάς”, είναι η ρήση του Ουίνστον Τσόρτσιλ με την οποία ξεκινά το 32ο κεφάλαιο της η συγγραφέας και είναι η πλέον κατάλληλη και ταιριαστή φράση για την πορεία των ηρώων της, όχι μόνο των δύο αδερφών, αλλά όλων στα περισσότερα κεφάλαια του έργου. Μια πορεία που φαίνεται να έρχεται απ΄ τον προηγούμενο πόλεμο, τον Ά παγκόσμιο, αυτόν που χαρακτηρίστηκε “Μεγάλος” καθώς η ανθρωπότητα δεν είχε φανταστεί πως θα ακολουθούσε ένας δεύτερος, χειρότερος και αιματηρότερος, εξελίσσεται μέχρι το τέλος του Β΄ παγκοσμίου, χωρίς όμως και να ολοκληρωθεί τότε καθώς υπάρχουν ανοιχτά θέματα που στοιχειώνουν τους επιζήσαντες και τους κάνουν να επιστρέφουν ξανά και ξανά στο παρελθόν.

Ο Θανάσης Μαρκόπουλος «διαβάζει» 12 Έλληνες ποιητές

Για τη συλλογή δοκιμίων του Θανάση Μαρκόπουλου «Ματιές ενόλω ΙΙ» (εκδ. Μελάνι). Το έργο δώδεκα ποιητών, τριών της πρώτης γενιάς του μετα...