Σάββατο, 11 Ιουλίου 2015

“ΟΛΙΑ ΤΑ «ΑΧ» Τ΄ ΕΜΕΤΕΡΑ ΕΓΕΝΤΑΝ ΤΡΑΓΩΔΙΑΣ”- Ένα βιβλίο και CD, απόδοση τιμής στον ποντιακό πολιτισμό.

“Γιατί οι άνθρωποι όταν τραγουδάνε, χορεύουν, παίζουν θέατρο, ονειρεύονται, μένουν ζωντανοί οι νεκροί κι οι πατρίδες αθάνατες”. Μ΄ αυτές τις λέξεις, δάνειο απ΄ την εισαγωγή του λογοτέχνη Κώστα Διαμαντίδη στη μετάφραση απ΄ τον ίδιο στα ποντιακά της Λυσιστράτης του Αριστοφάνη (έκδοση του Κέντρου Ποντιακών Μελετών), ο Μάκης Σεβίλογλου κλείνει το δικό του πρόλογο στην έκδοση του βιβλίου με CD που φέρει τον τίτλο “ΟΛΙΑ ΤΑ «ΑΧ» Τ΄ ΕΜΕΤΕΡΑ ΕΓΕΝΤΑΝ ΤΡΑΓΩΔΙΑΣ”.
            Μια έκδοση- αφιέρωμα, μουσικό, λογοτεχνικό και ιστορικό, στον Πόντο και τους ανθρώπους του, αποτέλεσμα συλλογικής προσπάθειας και συνένωσης καλλιτεχνών και πνευματικών δημιουργών που καταφέρνουν μέσα απ΄ αυτό όχι απλώς να αποτίσουν φόρο τιμής σ΄ ένα χαμένο κομμάτι ελληνικής γης, αλλά να ενδυναμώσουν τη φλόγα της μνήμης και, το κυριότερο κατά τη γνώμη μου, να ξεναγήσουν και μας τους υπόλοιπους στον πολιτισμό του, όπως αυτός είναι αναλλοίωτα καταγεγραμμένος στην ψυχή όλων των γενεών και όπως αυθόρμητα και αυθεντικά ζωντανεύει και αναδύεται μόλις το δοξάρι αγγίξει τις χορδές της ποντιακής λύρας.
            Μια έκδοση- αφιέρωμα που εκπλήσσει ευχάριστα καθώς φροντίζει η ξενάγηση στην οποία μας προσκαλεί να μην είναι μονόπλευρη, αλλά να συντίθεται από όλα εκείνα τα στοιχεία που και τεκμηριώνουν αλλά και αποκαλύπτουν ξεχωριστά και σημαντικά στοιχεία της ιστορικής διαδρομής αυτών των δικών μας ανθρώπων που ξεριζώθηκαν και εξεδιώχθησαν από την αρχαία πατρίδα με βίαιο και βάναυσο τρόπο, ποτίζοντας την εκατοντάδες χιλιάδες απ΄ αυτούς με το ίδιο τους το αίμα.
            Κατάφεραν όμως, παρόλα τα δείνα και τις τρομακτικές δυσκολίες, να σταθούν στα πόδια τους, να πατήσουν γερά στη γη και όπως ο Γιώργος Κορδέλας (σκηνοθέτης, συγγραφέας και στιχουργός ) αναφέρει στο έξοχο ποίημα του “Παιδί του Πόντου” που υπάρχει στην αρχή του βιβλίου
“Μάνα, του Πόντου τα παιδιά
  χορεύουν με τη Μοίρα
  Βογγάει η γης στο πάτημα
  στη δοξαριά η λύρα
  Μ΄ ένα κερί, στη Σουμελά
  και πάλι σ΄ ανταμώνω
  Μάνα, σε νιώθω πιο πολύ
  τώρα, που μεγαλώνω”.        
            Όπως και αν το δει κανείς, όση απόσταση και αν θελήσει να κρατήσει από γεγονότα παλιά και περασμένα ακολουθώντας τη λογική και ανθρώπινη επιλογή, η ζωή προχωρά και καλά είναι να κοιτάς πίσω αλλά να μην μένεις κολλημένος στο παρελθόν, οι δύο τελευταίοι στίχοι απ΄ το απόσπασμα του ποιήματος του Κορδέλα  “Μάνα, σε νιώθω πιο πολύ τώρα, που μεγαλώνω” εξηγούν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο γιατί συγκεντρώθηκε αυτό το υλικό και μέσα από μια σοβαρή και καλά οργανωμένη συλλογική προσπάθεια οδήγησε στην έκδοση του “ΟΛΙΑ ΤΑ «ΑΧ» Τ΄ ΕΜΕΤΕΡΑ ΕΓΕΝΤΑΝ ΤΡΑΓΩΔΙΑΣ”, ένα πραγματικά συγκινητικό έργο.
            Όμως, οι παραπάνω στίχοι εξηγούν και κάτι άλλο. Γιατί οι Πόντιοι δεν αφήνουν να κοπεί αυτός ο αόρατος ομφάλιος λώρος που τους συνδέει με τις χαμένες πατρίδες, αλλά κόντρα στα σημεία των καιρών που φαίνεται να ισοπεδώνουν και να εξομοιώνουν τα πάντα στο βωμό της παγκοσμιοποίησης, κλείνουν ευλαβικά το γόνυ και κρατούν αναμμένους τους δικούς τους πατρογονικούς βωμούς, εναλλάσσοντας το μοιρολόι για ό,τι η μοίρα τους στέρησε με όσα η ζωή πια τους προσφέρει.
            Αυτή τη μετάβαση απ΄ τη λύπη στη χαρά, απ΄ τον πόνο της απώλειας στην ευφροσύνη της δημιουργίας, απ΄ τη νοσταλγία του παρελθόντος στην προσμονή του μέλλοντος, περικλείει αυτό το συλλογικό έργο, τόσο μέσα στα κείμενα του όσο και μέσα στα 21 του τραγούδια. Ιστορικά στοιχεία, προσωπογραφίες ανθρώπων που έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην ποντιακή μουσική, λογοτεχνικά κείμενα και προσωπικές μαρτυρίες, συνθέτουν μια εικόνα που αξίζει να βρίσκεται στην πινακοθήκη της συλλογικής ιστορικής μας μνήμης και όχι μόνο ενός κομματιού του ελληνισμού, των Ποντίων. Γιατί αν κάτι πρέπει να διδαχθούμε απ΄ την ιστορία μας είναι πως όπου έχασε ένα κομμάτι του ελληνισμού χάσαμε όλοι μας, και όπου κέρδισε, κερδίσαμε όλοι μας. Κι αυτό μπορεί πάρα πολλές φορές να μην περνάει καν απ΄ το μυαλό μας, αλλά ευτυχώς δεν το ξεχνά το θυμικό μας γι΄ αυτό είτε ακούμε λύρα, ποντιακή ή κρητική, κλαρίνο και ζουρνά, μπορεί να βρεθούμε απ΄ τη μια στιγμή στην άλλη να ΄χουμε σφιγμένο μες την παλάμη μας ένα χέρι που ίσως ανήκει σε κάποιον που έρχεται από διαφορετικό ιστορικό μονοπάτι, αλλά που τελικά βαδίζουμε μαζί στον ίδιο δρόμο.        
Οι συντελεστές.
Παραγωγή: Σεβίλογλου Μάκης- Caspar Falke, Kyklosrecords.

Τα τραγούδια ερμηνεύουν και παίζουν οι:
Γιάννης Κουρτίδης, Αλέξης Παρχαρίδης, Γιώργος Σοφιανίδης, Κωνσταντίνος και Ματθαίος Τσαχουρίδης, Εύα Σταμπολίδου, Βαγγέλης Παντελίδης, Λευτέρης Ανδρεάδης, Θάνος Τσαμπερτίδης, Γιάννης Σανίδης, Κώστας Παρχαρίδης, Χάρης Τσακαλίδης Σταύρος Μιχαηλίδης, Στέφανος Σεβίλογλου και Κώστας Φουλίδης.

Τα κείμενα που φιλοξενούνται στο βιβλίο είναι των:
Κώστα Φωτιάδη και Βλάση Αγτζίδη, ιστορικοί
Κώστα Διαμαντίδη, λογοτέχνη
Κωστή Δρυγιανάκη, μουσικού ερευνητή
Κωνσταντίνου και Ματθαίου Τσαχουρίδη, μουσικολόγοι
Νίκου Ζουρνατζίδη, ερευνητή ποντιακών χορών.

Το βιβλίο σχεδίασαν, επιμελήθηκαν και εμπλούτισαν με πρωτότυπα ντοκουμέντα, μαρτυρίες και δικά τους κείμενα η Νατάσα Μποζίδου και ο Μάκης Σεβίλογλου.


Ο σχεδιασμός του εξωφύλλου έγινε απ΄ το Γιώργο Κορδέλα και η φωτογραφία είναι από το αρχείο του Γιάννη Αμοιρίδη.  

Πέμπτη, 2 Ιουλίου 2015

Διχασμένη ή ενωμένη κοινωνία;



Διχασμένη κοινωνία. Δυστυχώς. Με το να ομονοούμε, θεωρητικά πάντα μιλώντας, στην εθνική αναγκαιότητα για αποφυγή του διχασμού, δε σημαίνει πως το εννοούμε κιόλας.
Η θεωρία από την πράξη δεν απέχει απλώς όσο τα λόγια από τα έργα. Απέχει πολύ περισσότερο, όσο η αποδοχή ότι μπορεί και ο άλλος να έχει δίκιο, ή όσο πως και η αλήθεια του άλλου αξίζει του σεβασμού μας.
Το ΝΑΙ και το ΟΧΙ του δημοψηφίσματος που, κακά τα ψέματα, διχάζει, δεν αναμετρώνται με βάση την υπόθεση εργασίας του μέλλοντος που προοιωνίζεται η επιλογή του ενός ή του άλλου. Κονταροχτυπιούνται αναμοχλεύοντας το παρελθόν όσων στοιχίζονται από πίσω τους.
Το παρελθόν είναι, και πρέπει να είναι, οδηγός για το παρόν και το μέλλον, αλλά ως γνώση και δίδαγμα. Όταν όμως επιμένεις να επιστρέφεις εκεί για να λύσεις διαφορές και να αλλάξεις ό,τι έχει συντελεστεί, καταστρέφεις το σήμερα και το αύριο. Ουσιαστικά καταστρέφεις την ίδια τη ζωή.
Το ερώτημα δεν είναι μεταφυσικό, αλλά ουσιαστικό και κυρίως πρακτικό. Έτσι θα ζήσουμε; Φοβούμενοι να κοιτάξουμε ο ένας στα μάτια τον άλλο; Με καρφιτσωμένο στο πέτο το πιστοποιητικό των απόψεων μας για να μπορούμε να επιλέξουμε ποιοί μας κάνουν και ποιοί όχι;
Ξεκάθαρα και ειλικρινά. Ταλαντεύομαι ανάμεσα στο ΝΑΙ και το ΟΧΙ όσο βλέπω να διαγκωνίζονται όχι για να προσφέρουν κάποια λύση, αλλά για το ποιό θα πληγώσει περισσότερο τις σάρκες μας. Αυτές που ήδη αιμορραγούν.
Με ξεπερνά το γεγονός πως η όποια στάση ή απόφαση μας θα πρέπει να προσδιορίζεται, γιατί έτσι επιβάλει η περιρρέουσα ατμόσφαιρα, απ΄ ό,τι θεωρούμε πως πρέπει να μισούμε ή να απεχθανόμαστε. Κάτι τέτοιο μπορεί να μας οδηγεί στη συγκρότηση μεγάλων και διευρυμένων συνόλων, ικανών να ενισχύσουν την πεποίθηση πως έχουμε όλο το δίκιο με το μέρος μας, αλλά δεν παύουν να ΄ναι πρόσκαιρες και ευάλωτες συμμαχίες που όσο εύκολα διαμορφώνονται αλλά τόσο, και ίσως ευκολότερα, αποσυντίθενται. Το χειρότερο βέβαια είναι πως τα μέλη τέτοιων συμμαχιών είναι εξαιρετικά πιθανό να μετατραπούν από τη μια στιγμή στην άλλη σε απηνείς διώκτες και εχθροί των μέχρι πριν λίγο συμμάχων τους, καθώς η άρνηση σε κάτι δεν αποτελεί ισχυρή συγκολλητική ουσία, ούτε εμπεριέχει την απαραίτητη ηθική που μπορεί να φρενάρει απαράδεκτες συμπεριφορές.
Στο σημείο που βρισκόμαστε, ως χώρα, κοινωνία και πολίτες, έχουμε απόλυτη ανάγκη να ενωθούμε σε κάτι θετικό και πραγματικά ελπιδοφόρο. Κάτι που δεν θα μας οδηγεί στο να γυρνάμε ο ένας την πλάτη στον άλλο, αλλά να βάλουμε πλάτη ο ένας για τον άλλο.
Αυτό δεν προϋποθέτει να απεμπολήσουμε ό,τι πιστεύουμε και εκτιμούμε, ούτε βέβαια να γίνουμε ο καθένας αντίγραφο του άλλου. Ζητά μόνο να συνειδητοποιήσουμε πως η πραγματική δύναμη των ανθρώπων βρίσκεται στη δυνατότητα να συνδυάζουν τη σκέψη με τα συναισθήματα και την αποδοχή πως πάρα πολλές φορές στη ζωή μας οφείλουμε να κάνουμε ένα βήμα πίσω απ΄ την ενόχληση μας για να δημιουργήσουμε χώρο και τόπο και για τον άλλο.
Ζητά, όσο είναι ακόμα καιρός και το μαχαίρι της διχόνοιας δεν έφτασε στο κόκαλο, να αλλάξουμε τον ορισμό και από διχασμένη κοινωνία να γίνουμε ενωμένη κοινωνία.

Ο Θανάσης Μαρκόπουλος «διαβάζει» 12 Έλληνες ποιητές

Για τη συλλογή δοκιμίων του Θανάση Μαρκόπουλου «Ματιές ενόλω ΙΙ» (εκδ. Μελάνι). Το έργο δώδεκα ποιητών, τριών της πρώτης γενιάς του μετα...