Πέμπτη, 28 Απριλίου 2016

Καλή Ανάσταση...

Μεγάλη Πέμπτη απομεσήμερο. Έπεσα πάνω της. Αλλιώς, πώς να τη δω; Ίδια σκιά, γλιστρά εδώ και χρόνια στα ίδια πεζοδρόμια, στους ίδιους δρόμους. Στην ίδια κατεύθυνση. Στο νεκροταφείο. Σκιά που διαβαίνοντας την πύλη του θυμίζει κάτι από ανθρώπινο πλάσμα και όταν σέρνεται έξω απ΄ αυτή αχνό σημάδι από σύννεφο που αποσυντίθεται.
Χτενισμένη, καλοντυμένη και μ΄ ένα χαμόγελο φορεμένο στα σβησμένα μάγουλα της. Απ΄ τα μάτια γνωρίζεται πια. Τα δάκρυα αλλοίωσαν πρόσωπο και σώμα, αλλά θαρρείς πως σεβάστηκαν το βλέμμα.
Να ΄ναι έτσι ή μήπως φταίει η ανθοδέσμη που κρατά στα χέρια; Τη σηκώνει και μου τη δείχνει. Τα μάτια λάμπουν. “Την πάω στο Χρήστο”. Χρησιμοποιεί ενεστώτα για ό,τι εγώ υποχρεωτικά θα επέλεγα αόριστο.      
“Καλή Ανάσταση”. Αγγίζει απαλά το αριστερό μου χέρι που αμήχανο με μισομαζεμένα τα δάχτυλα κρέμεται στο πλάι μου.

Φεύγει. Ίσα που προλαβαίνω να της φωνάξω και γω “Καλή Ανάσταση”. Δεν τα πάω ποτέ καλά με τις ευχές. Άλλες μου θυμίζουν υποχρέωση. Οι περισσότερες συνήθεια. Οι άνθρωποι που τις έχουν εύκολες και σε μεγάλο αριθμό στο λεξιλόγιο τους με φοβίζουν.  Αυτή την ευχή, όμως, τη νιώθω να πηγάζει από βαθιά μέσα μου. Λες κι αυτές οι δύο δικές της λέξεις έγιναν πια δικές μου, χωρίς να μου ανήκουν. Τις ξεστομίζω και ανασαίνω καλύτερα. Τις ψιθυρίζω ξανά και ξανά και μέχρι να χαθεί απ΄ το οπτικό μου πεδίο βλέπω μια γυναίκα να περπατά. Με σταθερό, κανονικό βήμα. Μια γυναίκα, όχι μια σκιά. Μια γυναίκα που κρατά τρυφερά στην αγκαλιά της όχι μια ανθοδέσμη. Μια ελπίδα. “Καλή Ανάσταση”.

Σάββατο, 23 Απριλίου 2016

Ο μισητός Σάϋλοκ…

Ανήμερα του θανάτου του μεγάλου άγγλου δραματουργού Ουίλλιαμ Σαίξπηρ (23 Απριλίου 1616), απ΄ τους αθάνατους χαρακτήρες που δημιούργησε, διαλέγω έναν απ΄ τους απεχθέστερους. Τον Εβραίο Σάϋλοκ, τον ανταγωνιστή του Αντόνιο, στο έργο «Ο έμπορος της Βενετίας».
Τα λόγια του Σάϋλοκ, αυτός ο μικρός μονόλογος του, σε κάποιο σημείο του έργου, συγκλονιστικά.
“Δεν έχει ο Εβραίος μάτια; Δεν έχει ο Εβραίος χέρια, όργανα, σώμα, αισθήσεις, πάθη, συναισθήματα; Μήπως δεν τρέφεται απ΄ τα ίδια φαγιά, δεν πληγώνεται απ΄ τα ίδια όπλα, δεν πεθαίνει απ΄ τις ίδιες αρρώστιες, δεν γιατρεύεται με τα ίδια φάρμακα, δεν κρυώνει το χειμώνα και ζεσταίνεται το καλοκαίρι, ακριβώς όπως κι ο Χριστιανός; Αν μας τρυπήσετε, δεν ματώνουμε; Αν μας γαργαλίσετε, δεν γελάμε; Αν μας φαρμακώσετε, δεν πεθαίνουμε; Αν μας αδικήσετε, δεν θα εκδικηθούμε; Αν σας μοιάζουμε σ΄ όλα τ΄ άλλα, θα σας μοιάζουμε και σ΄ αυτό! Αν ένας Εβραίος αδικήσει Χριστιανό, πώς δείχνει αυτός την ταπεινοφροσύνη του; Μ΄ εκδίκηση! Αν Χριστιανός Εβραίο αδικήσει, πώς αυτός θα τ΄ αντιμετωπίσει, ύστερα απ΄ το παράδειγμα του Χριστιανού; Μ΄ εκδίκηση! Την ίδια προστυχιά που με διδάξατε θα κάνω, κι ο διάολος να με πάρει αν δεν γίνω καλύτερος απ΄ τους δασκάλους μου”.

Όπως και αν το δει κανείς, ο μισητός (στο έργο) Σάϋλοκ πέρασε στο πάνθεον των χαρακτήρων της παγκόσμιας δραματουργίας, ενώ αυτά τα λόγια που ΄βαλε στο στόμα του ο Σαίξπηρ περιγράφουν ουσιαστικά όχι μόνο την ιστορία της ανθρωπότητας, αλλά και το παρόν και το μέλλον της.

Δευτέρα, 18 Απριλίου 2016

Σούλα Παλέντζα: Η φωτογράφος της αθέατης καθημερινότητας.

Στα μικρά, τα καθημερινά, υπάρχει πολλές φορές αξία. Σε ό,τι προσπερνάμε. Άλλοτε λόγω συνήθειας. Φορές εξ αιτίας απερισκεψίας.
Ευτυχώς που υπάρχουν ορισμένοι άνθρωποι που λειτουργούν ως τη στερνή μας γνώση που δεν είχαμε πρώτα και προνοούν να μαζέψουν τις στιγμές που αφήνουμε να χαθούν, για να μας τις προσφέρουν έπειτα, σε μέλλοντα και ανύποπτο χρόνο, σαν κάτι πολύτιμο, ξεχωριστό, που συνειδητοποιούμε πως πάντα το αγαπούσαμε αλλά μάθαμε εκ των υστέρων να εκτιμάμε. Άνθρωποι- συλλέκτες της αθέατης καθημερινότητας μας, θεματοφύλακες μιας μνήμης που υπάρχει αλλά βρίσκει το χώρο στο άλμπουμ των αναμνήσεων του καθενός μας, επειδή αυτοί φρόντισαν να την τοποθετήσουν εκεί.

Ένας τέτοιος άνθρωπος είναι και η Σούλα Παλέντζα, ερασιτέχνης φωτογράφος κατά δήλωση της, με τη συνέπεια, όμως, και την εντιμότητα ενός καλού επαγγελματία που δεν απαθανατίζει με το φακό της απλώς τα βήματα της συλλογικής μας διαδρομής, μα αποθησαυρίζει τις ψηφίδες της εξέλιξης μας, μέσα στο πραγματικό τοπίο που κινούμαστε.
 Πολλά και ποικίλα τα θέματα που επιλέγει, κάποτε παρασυρμένη απ΄ την επικαιρότητα και τις περισσότερες φορές καθηγούμενη απ΄ το συναίσθημα, στοχεύει με το φακό της οικείους κυρίως χώρους, μη διστάζοντας πολλές φορές να αποκαλύψει, και έτσι να αποκαλυφθεί, όλα αυτά που συνθέτουν το δικό της κόσμο.
Φιλότιμη και εργασιομανής, μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα, πέτυχε να γίνει η φωτογραφική μηχανή προέκταση του χεριού της και οι εικόνες της να μην απέχουν απ΄ την πραγματικότητα, αναδεικνύοντας ταυτόχρονα λεπτομέρειες και αποχρώσεις που διαφορετικά θα περνούσαν απαρατήρητες.
 Η Σούλα δε φωτογραφίζει απλά. Συνομιλεί με πρόσωπα και τόπους, ονειρεύεται και πασχίζει να συμπεριλάβει στη δική της εικόνα του κόσμου ό,τι βλέπει γύρω της και το σπουδαίο είναι πως τα καταφέρνει. Γι΄ αυτό πείθει και κερδίζει το θαυμασμό και τον έπαινο, που όσο και αν αυξάνονται και μεγεθύνονται δεν αρκούν για να απομακρύνουν την έμφυτη ανασφάλεια της. Μια ανασφάλεια, όμως, δημιουργική και καρποφόρα καθώς τα κλικ της μηχανής δεν σταματούν ποτέ, όχι γιατί η ψηφιακή τεχνολογία προσφέρει πια την ευχέρεια και την ευρυχωρία της αποτύπωσης πολλών περισσότερων στιγμιότυπων, αλλά επειδή η φωτογράφος δεν ησυχάζει με τίποτα και εξακολουθεί να καταδιώκει με το φακό της κάθε επόμενη στιγμή της καθημερινότητας, καταφέρνοντας να την κάνει αιώνια, δίνοντας μας παράλληλα τη δυνατότητα να την εκτιμήσουμε, έστω και σε μεταγενέστερο χρόνο.


Δίκαια νομίζω λοιπόν πως της αξίζει ο τίτλος της φωτογράφου της αθέατης καθημερινότητας και μαζί με τα εύσημα και τα μπράβο ένα ευχαριστώ για όσα απλόχερα μας προσφέρει. 

Δεν αρκεί να δηλώνεις άνθρωπος του πολιτισμού.


Η εκλογή εκπροσώπων του πολιτισμού στο ελληνικό κοινοβούλιο δεν είναι σύμπτωμα μόνο των τελευταίων καιρών. Η αύξηση του αριθμού τους οφείλεται κατά μείζονα λόγο στο γεγονός πως πολλοί απ΄ αυτούς κυκλοφορούν καθημερινά ανάμεσα μας ελέω τηλεόρασης και είναι οι "εύκολοι ψήφοι" που κάθε κόμμα θα ΄θελε να δει στη δεξαμενή του.
Συγγραφείς, ηθοποιοί, σκηνοθέτες, κατά κύριο λόγο, πέρασαν και θα περάσουν το κατώφλι της Βουλής, και ενίοτε και κάποιου υπουργικού γραφείου, με το βασικό ερώτημα να είναι ένα. Χάρη σ΄ αυτούς η πολιτική συναντιέται πραγματικά με τον πολιτισμό;
Αν κρίνουμε απ΄ τα έργα και τις ημέρες αρκετών, με πλείστα όσα παραδείγματα να μπορεί εύκολα να θυμηθεί ο καθένας μας, όχι. Οι ταμπέλες και οι ετικέτες δεν αρκούν. Ο πολιτισμός δε βρίσκεται στον τίτλο της όποιας εφημερίδας που την επομένη των εκλογών αραδιάζει έναν αριθμό ονομάτων που πέτυχαν να αποκτήσουν τη βουλευτική ιδιότητα, έχοντας στο πλάι μια άλλη που πιστοποιεί τη σχέση τους μ΄ αυτόν.
Ο πολιτισμός είναι στάση ζωής και συμπεριφοράς. Ο τρόπος με τον οποίο μπορείς να σταθείς στο ύψος των περιστάσεων και να αποτελέσεις τόσο με το έργο όσο και με την εν γένει κοινωνική σου δράση "το καλό παράδειγμα". Το παράδειγμα που τόσο έχουμε ανάγκη όλοι μας τις δύσκολες μέρες που ζούμε.
Είναι ανθρώπινο, λογικό και αποδεκτό ως ένα σημείο να ξεφεύγεις απ΄ τα όρια και να υπερβαίνεις ορισμένες γραμμές. Ο άνθρωπος του πολιτισμού φυσικά δεν εξαιρείται. Εκείνο όμως που τον κάνει πραγματικά πολιτισμένο είναι το να προσπαθεί να μειώσει όσο μπορεί περισσότερο ενέργειες που δημιουργούν ένα άσχημο πρότυπο και διαμορφώνουν την κατάλληλη δικαιολογία για τους επίδοξους μιμητές.
Πολιτισμένος είναι εκείνος που θέλει πραγματικά να κάνει ένα βήμα πίσω απ΄ τον εγωισμό του και την εφήμερη δόξα κι ας μην τα καταφέρει τόσο καλά. Ακόμα και η προσπάθεια θα μετρήσει.
Τα χρόνια της κρίσης, δυστυχώς, άνθρωποι του πολιτισμού αντί να συνεισφέρουν στο να βρούμε όλα εκείνα που μας ενώνουν μήπως και τραβώντας ο ένας τον άλλο φύγουμε μπροστά, λειτούργησαν και λειτουργούν ως θρυαλλίδα διχαστικών και ακραίων συμπεριφορών.

Κρίμα. Δεν αρκεί να δηλώνεις άνθρωπος του πολιτισμού. Το αποδεικνύεις βέβαια με το έργο που παράγεις, αλλά το κατοχυρώνεις με το πώς λειτουργείς ως μέλος και ενίοτε ως εκπρόσωπος της κοινωνίας στην οποία ανήκεις. 

Κυριακή, 10 Απριλίου 2016

Το χαμόγελο της.



Στη μνήμης της μάνας μας. 
Σάββατο του Λαζάρου, 11 Απριλίου 2009. Η Στέλλα με το Γιάννη τρέχουν πρώτοι πίσω απ΄ το ασθενοφόρο. Ο μπαμπάς ξαπλωμένος στο κρεβάτι. Αδύναμος ακόμα απ΄ την τελευταία δική του περιπέτεια. Ο ερχομός της θείας Φανής μ΄ απελευθερώνει και τους ακολουθώ μετά από λίγο. Η Λόλα στο τηλέφωνο περιμένει νεώτερα. Καταλαβαίνει πως είναι δυσάρεστα με το πρώτο κουδούνισμα. Να ήχησε διαφορετικά εκείνη την ώρα το τηλέφωνο;
Δε θυμάμαι τι είπα. Όπως και τι μου είπε ο Γιάννης που μ΄ ενημέρωσε ένα λεπτό πριν. Για το μόνο που ΄μαι σίγουρος είναι για το ράγισμα της φωνής του. Κι η δική μου; Τι σημασία είχε; Μπροστά στα επείγοντα του Νοσοκομείου αγκαλιαστήκαμε με τη Στέλλα σφιχτά. Τόσο, όσο ποτέ άλλοτε. Σαν να προσπαθούσαμε να μεταδώσει ο ένας στον άλλο τη ζεστασιά της δικής της αγκαλιάς. Της αγκαλιάς που τόσες φορές μας χώρεσε κι ας μεγαλώναμε.
Στο δρόμο της επιστροφής στο σπίτι σκεφτόμουν πως θα ΄πρεπε να μιλάμε πια για εκείνη σε παρελθόντα χρόνο. Η μαμά τότε. Η μαμά την άλλη φορά… Το ΄χα σκεφτεί κάμποσες φορές πως θα ΄ρχόταν αυτή η ώρα. Δεν ήμουν έτοιμος. Δεν θα ΄μουν ποτέ.
Σουρούπωνε. Η  Άνοιξη είχε γλυκάνει από μέρες. Εκείνο όμως το απριλιάτικο σούρουπο είχε μια πίκρα… Παντού.  
Πάνω κάτω, πάνω κάτω στο δρόμο μπρος στο πατρικό μου σπίτι. Απ΄ άκρη σε άκρη. Πάσχιζα να εντοπίσω τις αλλαγές που ΄χαν γίνει από τότε που μικρό παιδί ήταν ο βασικός χώρος δράσης μου και η φωνή της με καλούσε κάποια στιγμή να μαζευτώ. Ξέφτια στη μνήμη μου πολλά απ΄ όσα ζήσαμε, ήθελα να ΄ναι τα νήματα για να υφάνω το σκηνικό όπου θα ΄χε πάλι θέση. Όπου θα ξαναγινόταν παρόν.
Πήρα στο χέρι το κινητό μου τηλέφωνο για να καλέσω το σταθερό του πατρικού μου σπιτιού. Ήχησε ή μου φάνηκε; “Αμάν ρε παιδάκι μ΄.  Πάρε ένα τηλέφωνο…”. Το παράπονο της κι η ασυγχώρητη αμέλεια μου. Κάθε πρώτη του μήνα σχημάτιζε τα νούμερα του τηλεφώνου μου για να μου ευχηθεί. “Καλό μήνα”. Δε θυμάμαι ποτέ να το ξέχασε. Δε θέλω να θυμάμαι που εγώ το ξεχνούσα.