Τετάρτη, 19 Αυγούστου 2020

Βραδιές καλοκαιριού

 

Με το πρώτο σκοτάδι γλύκαινε ο καιρός κι η δροσιά που ξεγλιστρούσε απ’ τις αυλές που κατάβρεχαν με το λάστιχο ή το ποτιστήρι οι νοικοκυρές κάπως έσπαζε την κάψα της μέρας που ‘χε φωλιάσει στα ντουβάρια των σπιτιών προσμένοντας πότε θα ανέβει για τα καλά ο ήλιος για να ξεμυτίσει και πάλι.

Βραδιές καλοκαιριού και το παιχνίδι στο δρόμο παρατείνονταν και πέρα απ’ τα μεσάνυχτα καθώς οι μάνες φλυαρούσαν καθισμένες στα πεζούλια ή στα καρεκλάκια τους και τα τρομερά και φοβερά ισκιώματα του φθινοπώρου και του χειμώνα δεν εμφανίζονταν για να μας φοβερίσουν.

Βραδιές καλοκαιριού κι ο Ζήσης ο “λοχαγός” μαζί με τον βοηθό του το Γιαννάκο αράδιαζε τα τραπέζια γύρω απ’ τον Πλάτανο κλείνοντας τον δρόμο ολόγυρα, απ’ τον οποίο δεν περνούσε πια αμάξι, εκτός κι αν ήταν κάποιος ξένος στην Κοζάνη και είχε χαθεί μες τα στενά της.

Στον Πατσώνα, στον "Πλάτανο". Αριστερά η αδερφή μου η Στέλλα, ο αδερφός της μάνας μας ο Τάκης Κοκκαλιάρης, δίπλα του άγνωστος σε μένα, η μάνα μας η Τασίτσα, η μικρή αδερφή της μάνας η Ζωή και ο γράφων με την απαραίτητη γραβάτα!

Βραδιές καλοκαιριού κι όσο κι αν μ’ ενοχλούσε η γραβάτα με το λάστιχο ή το παπιγιόν δεν ήμουν ακόμα σε θέση να αρνηθώ και να παραβιάσω το πρωτόκολλο της μάνας μας της Τασίτσας που δεν άλλαζε είτε πηγαίναμε στην εκκλησία είτε στην ταβέρνα. Κι εκεί, σε μια εποχή που τα πόδια μου δεν έφταναν ακόμα στο χώμα, παρατηρούσα τον πατέρα μου να κινείται γρήγορα ανάμεσα στα τραπέζια και να ανταποκρίνεται σ’ όσους τον φώναζαν  “λοχαγέ”, εξυπηρετώντας τους όλους μ’ ένα χιουμοριστικό σχόλιο, μέχρι το βλέμμα μου να ξεστρατίσει στα σπίτια που έζωναν τον χώρο και μας έκαναν να νιώθουμε σαν να ‘μαστε όλοι ένοικοι της ίδιας αυλής που έβγαλαν τα τραπέζια τους έξω αυτή την ζεστή νύχτα για να τσουγκρίσουν τα ποτήρια τους και να πουν δύο κουβέντες μεταξύ τους.  

Η μνήμη έχει την τάση να εξιδανικεύει το παρελθόν και να εξωραΐζει κάθε τι που συνέβη, που πέρασε. Κοιτάζοντας τις παλιές φωτογραφίες, τους θεματοφύλακες των απωλειών αλλά και των αναμνήσεων μας, λες και κάτι συμβαίνει μέσα μου που ενεργοποιεί τα φίλτρα για να περάσουν στο παρόν όσα και ό,τι μπορεί να με γλυκαίνουν απ’ το παρελθόν. Έτσι σπάει ο κόμπος στο λαιμό που μου δημιουργούν, θέλοντας και μη, όσοι και όσα χάθηκαν, έτσι αναζητώ μια απόμερη πλατεία όπου απλώσαν τραπέζια για να πιάσω τόπο, έτσι γίνομαι εγώ  “ο μπαμπάς που κερνάει” κι ας πληρώνουν οι … ευνοούμενοι βαρύ τίμημα με το να με ακούνε να τους λέω, ξανά και ξανά, τι θυμάμαι, έτσι γλυκαίνουν οι βραδιές του καλοκαιριού…       


Σάββατο, 15 Αυγούστου 2020

Δεκαπενταύγουστος στη Σαμαρίνα

 

Οι μνήμες επιστρέφουν. Μέσα από μια ξεθωριασμένη φωτογραφία, με το τσούγκρισμα των ποτηριών και την αναφορά στους απόντες που τους νιώθουμε δίπλα μας, στο ίδιο τραπέζι, στην ίδια χαρά και στην ίδια λύπη που τώρα πια μοιραζόμαστε νοερά. Οι μνήμες επιστρέφουν και τα σημάδια τους είναι πάντα εκεί για να μας δείχνουν το δρόμο.

Μια μικρή Οδύσσεια η διαδρομή Κοζάνη- Σαμαρίνα κάποτε. Παρόντες όμως κάθε χρόνο, σχεδόν. Κι ας μην είχαμε σπίτι καθώς ό,τι υπήρχε από κάποιο παλιό οικόπεδο των παππούδων χάθηκε σε επεκτάσεις δρόμων και γειτονικών αυλών. Το δικό μας κεραμίδι έλειπε αλλά ποτέ δεν έλειψε σε κανέναν μας η αίσθηση πως η Σαμαρίνα είναι ο τόπος, είναι το σπίτι και κάθε που ανηφορίζαμε προς τα εκεί νιώθαμε όπως ο ξενιτεμένος το νόστο του.

Με τον πατέρα μου πηγαίναμε τακτικά μόνο οι δύο μας. Κι ως άντρες επιλέγαμε την δύσκολη διαδρομή. Με λεωφορείο του ΚΤΕΛ Κοζάνη – Γρεβενά, κοντά δύο ώρες, και ύστερα επιβίβαση σε εκείνα τα δίχρωμα μακρυμούρικα λεωφορεία, σαν αυτά που βλέπουμε σε ελληνικές ταινίες της δεκαετίας του ’50 και του ’60. Απαραίτητη στάση κάπου μεταξύ Σμίξης και Σαμαρίνας σ’ ένα σκιερό ξύλινο υπόστεγο όπου ο μπαμπάς ξεδιψούσε με μια μπύρα, καλά παγωμένη μέσα σ’ ένα κιβώτιο με πάγο, και γω εφορμούσα στο πεντανόστιμο ζυμωτό ψωμί και το τυρί που δεν θυμάμαι όμοιο του να ξανάφαγα.

Στην πλατεία της Σαμαρίνας. Στην άκρη δεξιά ο κορνετίστας της ορχήστρας του μαγαζιού, στα δεξιά του τραπεζιού η αδερφή μου η Στέλλα, πίσω της η αφεντιά μου, ο πατέρας μας ο Ζήσης κι η μάνα μας η Τασίτσα και πίσω της, στ' αριστερά, ο παππούς Μιχάλης Πιτένης. Πάντοτε με κοστούμι και γραβάτα.

Όταν έδινε το παρόν όλη η οικογένεια, τα πράγματα άλλαζαν. Ο κύριος Νικολάκης με το ΤΑΞΙ του μας έπαιρνε μπροστά απ’ το σπίτι μας στην Καμβουνίων μέχρι να φρενάρει πριν την γκρεμισμένη γέφυρα στην είσοδο της Σαμαρίνας όπου αποβιβαζόμασταν και περνούσαμε το ποταμάκι με τα πόδια, γιατί με μας μέσα το αμάξι κινδύνευε να βαλτώσει.

Κακοτράχαλοι στενοί δρόμοι, λάμπες γκαζιού και πετρελαίου, φακοί στα χέρια την νύχτα για να βλέπουμε που πατάμε, στρωματσάδα στα σπίτια των συγγενών, αποχωρητήρια στην αυλή που το βράδυ φοβόσουν να πλησιάσεις, βελάσματα προβάτων, φωνές γαϊδουριών και μουλαριών που ξεκινούσαν φορτωμένα να ανέβουν τις πλαγιές των βουνών τραβώντας για τα μαντριά. Αλλά και μια πλατεία, το χάνι, που έλαμπε ως το ξημέρωμα, με το κλαρίνο και τα χάλκινα να παίρνουν φωτιά, δίπλα στις ψησταριές που έσταζαν απ’ το λίπος των αρνιών, των κεμπάπ και των κοκορετσιών. Η Σαμαρίνα, έμοιαζε περισσότερο σαν ένας τόπος μυθικός, φτιαγμένος από θρύλους και αφηγήσεις που διογκώθηκαν και εξωραΐστηκαν από στόμα σε στόμα, και συνάμα τόσο αληθινή και γήινη.

Στο μεγάλο χορό, τον "Τσιάτσιο" στην αυλή της Μεγάλης Παναγίας, κρατιέμαι απ' το χέρι του πατέρα μου. 


 Τέτοια μέρα, 15 του Αυγούστου, έτσι ή αλλιώς, δίναμε το παρόν. Μας περίμενε ο παππούς Μιχάλης κι οι φίλοι του στην πλατεία, στον Αβέλα, ή στο Χώτο, στεκόταν στην πόρτα του νοικιασμένου σπιτιού της η γιαγιά Μιχαλάκαινα, κατά κόσμον Στεργιανή, για να μας υποδεχτεί. Αλλά τέτοια μέρα και εκείνες τις ώρες δεν ήταν για μέσα. Τα όργανα χτυπούσαν ήδη στην πλατεία και μπορεί ο τρανός χορός, ο Τσιάτσιος, να ήταν την επόμενη μέρα στην αυλή της Μεγάλης Παναγίας, αλλά μας καλούσαν άλλοι χοροί στο χάνι. Κι εκεί, ανάμεσα στους μεγάλους που ιδρωμένοι και με τα πουκάμισα έξω απ’ τα παντελόνια χόρευαν εκστασιασμένοι δίπλα σε κυρίες που λες και βρισκόταν σε κάποιο κοσμικό γκαλά φορούσαν ό,τι καλύτερο μπορούσαν από χρυσαφικό και στολίδι σε έναν άτυπο ανταγωνισμό μεταξύ τους, χωνόμασταν και εμείς περιμένοντας πότε θα βαρέσουν «Τα παιδιά της Σαμαρίνας». Ούτε ξέραμε τι ήθελαν να πουν τα λόγια, ούτε κανείς μπήκε στον κόπο να μας το εξηγήσει. Μέχρι να το μάθουμε μόνοι μας, αφηνόμασταν κι εμείς να παρασυρθούμε σ’  αυτή τη μοναδική μαγεία που μόνο η Σαμαρίνα έχει…

'Αννι μουλτς.... κου σινιτάτι λα τούτου ντουνια'ου.
Χρόνια πολλά με υγεία σε όλο τον κόσμο


Τρίτη, 4 Αυγούστου 2020

Η φωτογραφία


Εκείνη την χειμωνιάτικη Κυριακή του ‘60 η Κοζάνη βούλιαζε στο χιόνι. Ο γάμος όμως έπρεπε να γίνει και τα όργανα δεν θα μπορούσαν να λείπουν. Κι ας έφτανε το χιόνι το μισό μέτρο. Και να τι έγινε: “Ξεκινήσαμε παίζοντας απ΄ το σπίτι του γαμπρού για να πάμε να πάρουμε τη νύφη. Στο δρόμο πετούσαν κάτω τα παλτά για να περάσουμε, χόρευαν μέσα στο χιόνι”. Τα παλτά του κουμπάρου, των μπράτιμων, των συγγενών και φίλων, έγιναν το μονοπάτι πάνω στο οποίο πατούσαν οι οργανοπαίκτες για να μην βουλιάζουν στο χιόνι. Το περιστατικό μου αφηγήθηκε το 1996 ο αείμνηστος βιρτουόζος του κλαρίνου ο Τούλης, κατά κόσμον Δημήτρης Καλέας, και συμπεριλαμβάνεται στη συνέντευξη που του πήρα και δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “γεγονός”, πριν 24 ακριβώς χρόνια, τον Αύγουστο του 1996 (τεύχος 8ο).
Σήμερα, ανασύρω από την μνήμη τις ιστορίες που μου διηγήθηκαν (μεταξύ των οποίων και αυτές του Τούλη) ή διάβασα, ξαναζωντανεύω εικόνες κάποιων γεγονότων που και γω έζησα, και ετοιμάζομαι να γυρίσω πίσω, στην Κοζάνη της δεκαετίας του 1960 και στο γάμο εκείνης της χιονισμένης Κυριακής για τις ανάγκες του νέου μου μυθιστορήματος. Ενός γάμου που η ανάμνηση του θα ταλαιπωρεί τον κεντρικό μου ήρωα, τον Νίκο, μέχρι και το 2010…
Ένα μυθιστόρημα με ακριβή ιστορικά στοιχεία και ορισμένα πρόσωπα που θα αναφέρονται με τα πραγματικά τους ονοματεπώνυμα, αλλά και την απαραίτητη μυθοπλασία και την κατασκευή ¨χάρτινων¨ ηρώων προκειμένου να υπηρετηθεί όσο το δυνατόν καλύτερα η δικής μου επινόησης ιστορία.
Τα πώς και τα γιατί στο βιβλίο μόλις ολοκληρωθεί με το καλό. Προς το παρόν το μόνο που μπορώ ν’ αποκαλύψω είναι ο τίτλος του: “Η φωτογραφία”.
Υ.Γ. Η εικόνα που δημοσιεύω είναι η πρώτη σελίδα της συνέντευξης του Τούλη στο “γεγονός”.


Παρασκευή, 19 Ιουνίου 2020

“Η ΙΤΑΛΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΗ ΕΠΙΡΡΟΗ ΣΤΗΝ ΚΟΖΑΝΗ”- Του Ηλία Σπυριδωνίδη

 “Η ΙΤΑΛΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΗ ΕΠΙΡΡΟΗ ΣΤΗΝ ΚΟΖΑΝΗ”, Οι μεταφράσεις της κοινοτικής βιβλιοθήκης κατά την Οθωμανοκρατία (15ος αι.- 1912) τιτλοφορείται το βιβλίο του εξαιρετικού φίλου και συμπατριώτη Ηλία Σπυριδωνίδη (εκδόσεις   Società Dante Alighieri Comitato di Salonicco), προϊόν της έρευνας του στους θησαυρούς που υπάρχουν στη Βιβλιοθήκη μας.


Ένα βιβλίο που θεωρώ πως  συμβάλει και αυτό στο να γνωρίσουμε ένα ακόμα σημαντικό κομμάτι μιας πολύτιμης και ιδιαίτερα σημαντικής πολιτιστικής κληρονομιάς που φυλάσσεται στην ΚΔΒΚ και που είναι κρίμα να μην αναδειχθεί και να μην γίνει γνωστή σε όλο της το εύρος.   
Ο συγγραφέας του βιβλίου στο κεφάλαιο του Προεκτάσεις και προοπτικές σημειώνει ότι   “…Η Κοβεντάρειος Δημοτική Βιβλιοθήκη Κοζάνης αποδείχθηκε ότι αποτελεί ως βιβλιοθήκη μια τράπεζα δεδομένων με ένα πλούσιο πολιτισμικό κεφάλαιο κειμένων ελληνικών, λατινικών και ξενόγλωσσων. Η ξενόγλωσση συλλογή παλαιών εντύπων της ΚΔΒΚ αποτελείται κυρίως από εκδόσεις στη γαλλική, γερμανική, ιταλική και αγγλική γλώσσα. Στην παρούσα έκδοση μελετήθηκε το ιταλικό αποτύπωμα στη βιβλιοθήκη των εντύπων εκδόσεων και η ιταλική πολιτισμική επιρροή των μεταφράσεων. Αντίστοιχα, θα μπορούσαν να πραγματοποιηθούν ανάλογες έρευνες για την αγγλική, γερμανική ή γαλλική πολιτισμική επιρροή των μεταφράσεων όπως και για το γαλλικό ή γερμανικό πολιτισμικό αποτύπωμα στην ΚΔΒΚ. Οι επιμέρους μελέτες γεωπολιτισμικής επιρροής των μεταφράσεων των κεντρικών πολιτισμικών συστημάτων στον ΠΕ της Τουρκοκρατούμενης Κοζάνης, μπορούν να οδηγήσουν σε μια συνολική συγκριτική των πολιτισμικών επιρροών στην ΚΔΒΚ.”
Γνωρίζω πως υπάρχουν πολλοί άξιοι επιστήμονες που θα μπορούσαν να αναλάβουν ένα τέτοιο έργο υιοθετώντας τα όσα προτείνει ο Ηλίας Σπυριδωνίδης. Ίσως κάποιοι να το κάνουν κιόλας. Μακάρι. Σε κάθε περίπτωση, καλό είναι να τους ενθαρρύνουμε και να βρουν την υποστήριξη που είναι απαραίτητη σε τέτοιες περιπτώσεις.  
Τέτοιου είδους έρευνες δεν θ’ αποκαλύψουν μόνο σε μας το τι πραγματικά κρύβει η Βιβλιοθήκη μας, αλλά με συγκεκριμένη στόχευση, τον κατάλληλο χειρισμό και την ανάλογη οργάνωση μπορούν να «βγάλουν» την Βιβλιοθήκη μας και εκτός συνόρων και να την κάνουν περισσότερο γνωστή.     



Τρίτη, 5 Μαΐου 2020

Με τον τρόπο του Θανάση Μαρκόπουλου.


Πόσο εύκολο είναι να μιλάς για την ποίηση των άλλων όντας ο ίδιος ποιητής; Δεν έχει σημασία η απάντηση. Ο καθένας με τον τρόπο του, εξάλλου. Ο Θανάσης Μαρκόπουλος με το δικό του.
Πολυάριθμη η λίστα των ποιητών που πάνω στο έργο τους έχει σκύψει, μετρώντας το βηματισμό τους στην ποίηση, ακολουθώντας τους και εξερευνώντας τους θαρρείς λέξη λέξη. Εξ ου και οι εννέα μελέτες, δοκίμια και ανθολογήσεις του, καρποί μιας αδιάλειπτης και αδιατάρακτης σχέσης του με την λογοτεχνία που κρατάει χρόνια.
Το εννιά όμως δεν είναι ο τελικός αριθμός καθώς το νούμερο δέκα κάνει ήδη τα πρώτα του βήματα και στα στοιχεία της ταυτότητας του γράφει “Η εύφορη λύπη του Μιχάλη Γκανά”- Δοκιμιακές ανιχνεύσεις (εκδόσεις Μελάνι).
Η πρώτη εντύπωση για το νέο πόνημα του Θανάση Μαρκόπουλου δεν είναι λανθασμένη. Απ’ την αρχή νιώθεις πως λες κι έχεις απέναντι σου τον ίδιο τον Μιχάλη Γκανά που σου μιλά για το έργο του, χωρίς να κρύψει κάτι. Αισθάνεσαι πως τώρα τον γνωρίζεις. Ανακαλύπτεις πραγματικά τον ποιητή. Τον δημιουργό.
Πολλές φορές ζηλεύω τους ποιητές καθώς μ’ έναν και μόνο στίχο τους καταφέρνουν να μπουν στο μυαλό μας και να μείνουν εκεί. Δυστυχώς στις περισσότερες περιπτώσεις για τους δικούς του, διαφορετικούς, λόγους ο καθένας, δεν μπορούμε, αντικειμενικά, να τους γνωρίσουμε πραγματικά όλους όσους θα θέλαμε. Να πάρουμε κι άλλα απ’ αυτούς. Ώσπου έρχονται άνθρωποι σαν τον Θανάση Μαρκόπουλο να κάνουν όλη αυτή τη δουλειά για μας. Να μας δείξουν όλες τις πτυχές του έργου διάφορων δημιουργών. Κι αυτό ούτε εύκολο είναι, ούτε λίγο. Χρειάζεται όμως εκτός απ’ τον κόπο του και τον τρόπο του κι ο Θανάσης Μαρκόπουλος έχει τον δικό του.

Τρίτη, 21 Απριλίου 2020

Η ατομικότητα στη διαλεκτική της σχέση με το οικογενειακό πλέγμα: η περίπτωση της «Μετέωρης Γυναίκας» του Μ. Πιτένη – της Αγνής Γ. Παπακώστα

Η Προφητεία του Μότσαρτ και η Μετέωρη Γυναίκα θεωρώ ότι αποτελούν κρίσιμη καμπή στην πεζογραφική διαδρομή του Μ. Πιτένη, καθώς εγκαινιάζουν μια νέα κάθε φορά φάση της λογοτεχνικής του έκφρασης και των θεματολογικών αναζητήσεών του. Απ’ την εξωστρέφεια, την πολυσημία και το παλίμψηστο της Προφητείας, δοκιμή του συγγραφέα σε εκφραστικούς τρόπους και αφηγηματικές διαδρομές στο χώρο και το χρόνο με έκδηλα τα στοιχεία της αυτοαναφορικότητας και της διακειμενικότητας επιχειρείται με τη Μετέωρη Γυναίκα η μετάβαση σ’ ένα λογοτεχνικό κόσμο που χαρακτηρίζεται από έντονη εσωτερικότητα, έκδηλο υποκειμενισμό, βαρύ ψυχικό κλίμα, εσωστρέφεια, ζωές ανεκπλήρωτες, συμπτώσεις δραματικές και καταλυτικές, που αλλάζουν οριστικά και αμετάκλητα την πορεία του προσωπικού βίου και συμπαρασύρουν στο διάβα τους και τις ζωές των άλλων, στοιχεία που παραπέμπουν σε μια ψυχαναλυτική προσέγγιση της διαπλοκής των προσώπων και των σχέσεων που αναπτύσσονται μεταξύ τους.
Ο τίτλος Μετέωρη Γυναίκα υπονοεί το βασικό πρόσωπο και αφηγητή ταυτόχρονα της ιστορίας, τη Δομνίκη, που καταλαμβάνει με τη χειμαρρώδη, εξομολογητική και εκ βαθέων αποκαλυπτική πρωτοπρόσωπη αφήγησή της τα εξελικτικά στάδια μιας ζωής, της δικής της, που κυριαρχείται έντονα από μια αμφιταλάντευση, τη μόνιμη αίσθηση της αναμονής, της εκκρεμότητας και του μετεωρισμού ανάμεσα σ’ αυτό που θέλει να κάνει, να είναι και σ’ αυτό που μονίμως καταλήγει να βιώνει ως μια ύπαρξη κατεστραμμένη, ρημαγμένη ψυχικά και σωματικά που προσπαθεί ν’ αποκοπεί απ’ το παρελθόν και να χτίσει ένα διαφορετικό, πιο υγιές μέλλον.
Η αρχή του βιβλίου παρουσιάζει το τέλος της ιστορίας, τη δραματική μετεξέλιξη μιας πληγωμένης γυναίκας που δε ζήτησε τίποτε άλλο παρά να πάρει τη ζωή της στα χέρια της, τέλος που, όπως υπονοείται, σηματοδοτεί μια νέα αρχή, πάντως σίγουρα την απελευθέρωση της Δομνίκης απ’ τα ασφυκτικά δεσμά του παρελθόντος, την κατάκτηση της αυτοκυριαρχίας της και την αίσθηση ότι έχει πετύχει με τις δικές της εσωτερικές δυνάμεις να ξεφύγει απ’ τις αυταπάτες της.
Το αδιέξοδο και η υπέρβαση των ορίων της Δομνίκης οπλίζουν το χέρι της και το πιστόλι σημαδεύει δύο διαφορετικούς όσον αφορά τη συναισθηματική εμπλοκή της μαζί τους ανθρώπους. Ο ένας είναι ο Ανδρέας, το μόνο ίσως πρόσωπο που πίστεψε ότι μπορεί να τη λυτρώσει, που βασίστηκε πάνω του, που τον εμπιστεύτηκε και αφέθηκε στις ψεύτικες υποσχέσεις του. Και ο άλλος, ο πατέρας της, ο Στρατηγός, όπως υποτιμητικά τον αποκαλεί καθ’ όλη τη διάρκεια της αφήγησης, ο βασικός υπαίτιος που ρήμαξε κυριολεκτικά τις ζωές όλων όσοι τον περιστοίχιζαν.
Η Δομνίκη μέσω μιας αναδρομικής αφήγησης που γυρνά τον αναγνώστη πίσω στην εφηβική της ηλικία προτιμά να συστηθεί ως η Δομνίκη τού τότε, για να αντιληφθεί κανείς όλα τα στάδια της ζωής της και να ερμηνεύσει και γιατί όχι να δικαιολογήσει το απονενοημένο διάβημά της.

Κριτική του Αντώνη Χαριστού για το μυθιστόρημα "Μετέωρη γυναίκα".


Μετέωρη γυναίκα

(Μυθιστόρημα, εκδ. Διάπλαση, Αθήνα 2019)

   «Η μεγαλύτερη ερώτηση που δεν έχει απαντηθεί ποτέ και που κι εγώ δεν έχω κατορθώσει να απαντήσω μετά από τριάντα χρόνια έρευνας, είναι: «τι θέλει μια γυναίκα;» έγραφε ο Ζίγκμουντ Φρόυντ και στο μυθιστόρημα του Μιχάλη Πιτένη μοιάζει να αντιστρέφεται το ερώτημα μεταλλάσσοντας τις λέξεις «θέλω» σε «καθορίζει». «Τι καθορίζει» επομένως τη γυναίκα στο έργο; Δεν θα περιστραφεί η ανάλυση μας γύρω από την πλοκή, την εξέλιξη αυτής, τα στάδια τα οποία μετέρχεται ο συγγραφέας ξεδιπλώνοντας χαρακτήρες και στιγμές. θα στρέψουμε το ενδιαφέρον μας στο ερώτημα που μόλις θέσαμε. Πριν απ’ αυτό θα υπογραμμίσουμε μόνο το εξής: Η αφήγηση εντάσσεται σε ρεαλιστικά και μη ρεαλιστικά επίπεδα και διαδραματιζόμενες σκηνές. Κι ενώ θα ανέμενε ο αναγνώστης αυτού του είδους οι μη ρεαλιστικές σκηνές να καταργούν την αληθοφάνεια και την τεκμηρίωση των εναλλασσόμενων γεγονότων είναι αυτή η ακριβώς η αριστοτεχνική δόμηση της πλοκής που απομαγνητίζει τη σκέψη από την ρεαλιστική αφήγηση. Υποστηρίζω πως ο συγγραφέας Μιχάλης Πιτένης δεν επιδίωκε να σκιαγραφήσει μία τεχνικά ρεαλιστική ιστορία. Δεν αποτέλεσε πρώτιστο στόχο η αλήθεια των περιγραφών, αυτή καθαυτή. Βασικό μέλημα υπήρξε η απογύμνωση μίας πολλαπλότητας ρόλων και περιορισμών τις οποίες υφίσταται η γυναίκα, και όχι συγκεκριμένα η πρωταγωνίστρια, αλλά η εκάστοτε γυναίκα εγκλωβισμένη στην πατριαρχία και τον μηχανισμό αναπαραγωγής αυτής στο σύγχρονο περιβάλλον. Ανέπτυξε με τρόπο ιδιάζοντα την πραγματικότητα των συσχετισμών δύναμης εντός των σχέσεων τις οποίες ετεροκαθορίζουν οι σχέσεις εξουσίας που διέπουν την πατριαρχική κοινωνία. Το έργο του αποτελεί ράπισμα στα κατάστιχα της ανδροκρατούμενης ηθικής και των προεπιλογών τις οποίες η τελευταία ορίζει και αναγνωρίζει ως αποδεκτά εχέγγυα επιβίωσης στην επιφάνεια των πραγμάτων. Είναι η γυναίκα φερέφωνο εντεταλμένων δεσμεύσεων; Μήπως το θύμα είναι παράλληλα και θύτης εντός αυτο-εγκλωβισμού με βασικό πυρήνα αναπαράστασης και αντικατοπτρισμού μία ηθελημένη άρνηση παραδεδεγμένων αληθειών; Άρνηση, η οποία δεν κατευθύνει τις προσπάθειες της στην ανατροπή μίας ατροφικής διεργασίας μαζικού ευνουχισμού συνειδήσεων αλλά στην αποδοχή μίας οριοθετημένης θέσης εντός των ασφυκτικών πλαισίων ελέγχου που το ίδιο το κοινωνικό σύνολο αναγνωρίζει ως κοινά θεμιτούς κανόνες εκπροσώπησης. «Επιστρέφω όμως. Όχι βέβαια για να μείνω. Για να κόψω την αλυσίδα της τελευταίας άγκυρας που με κρατά δεμένη στο παρελθόν» (σελ. 14). Αυτό το παρελθόν η πρωταγωνίστρια το βιώνει έντονα ανάμεσα σε ερωτικά πάθη, ηδονικούς πόθους και ανεκπλήρωτες συναισθηματικές απολήξεις συμπερασμάτων. Είναι ο βάσιμος εντολοδόχος μίας νοσηρής πραγματικότητας η οποία δεν ξεγυμνώνεται ενώπιον της. Αντίθετα, είναι η ίδια η οποία παράλληλα με την καταπιεστική όψη του πατέρα απευθύνεται στην εκάστοτε ανδρική φιγούρα που θα εξέπεμπε αισθηματική γαλήνη καταπραΰνοντας τις δοξασίες μίας εξουσιαστικής σχέσης ιεραρχιών.

Βραδιές καλοκαιριού

  Με το πρώτο σκοτάδι γλύκαινε ο καιρός κι η δροσιά που ξεγλιστρούσε απ’ τις αυλές που κατάβρεχαν με το λάστιχο ή το ποτιστήρι οι νοικοκυρές...