Πέμπτη, 18 Οκτωβρίου 2018

Μια βαθιά υπόκλιση στην κ. Καίτη.


Θαυμάζω την Καίτη Τσιμπέρη ως τραγουδίστρια από τη μακρινή δεκαετία του ’80 όταν και την πρωτοάκουσα να τραγουδάει στη Bora Bora, κοσμικό κέντρο της εποχής.. Η ίδια φυσικά δε με θυμάται από τότε. Και πώς να με θυμάται; Μου λείπουν πλέον πολλά απ’ τα καστανά σγουρά μου μαλλιά και μου περισσεύουν αρκετά κιλά.
Εγώ όμως δεν έχω ξεχάσει πώς περιμέναμε να την ακούσουμε να ερμηνεύει το ¨Μια χαμένη Κυριακή¨, με τη φωνή της να αντιλαλεί σ’ όλο το κέντρο και να μας συνεπαίρνει.
Η θέση μας ήταν συνήθως στα ορεινά του μαγαζιού, εκεί όπου η φοιτητική τσέπη μας επέτρεπε να κλείσουμε τραπέζι, συνήθως τις μέρες των γιορτών που επιστρέφαμε στην Κοζάνη, καθώς παρά τα κοστούμια και τις λαχούρ γραβάτες της εποχής που φορούσαμε, μόνο ένα μπουκάλι μπορούσαμε να ανοίξουμε και αυτό το μοιραζόμασταν αρκετοί. Δεν μας ένοιαζε όμως κι ας χρειάστηκε κάποιες φορές να γυρίσουμε με τα πόδια στην Κοζάνη (κοντά 6 χλμ. απόσταση, ίσως και παραπάνω), επειδή το μικρό υπόλοιπο απ’ το χαρτζιλίκι μας το διαθέταμε για να πιούμε ένα ποτό παραπάνω, οπότε δεν υπήρχε φράγκο για ΤΑΞΙ.

Πέμπτη, 11 Οκτωβρίου 2018

Βραδιάζει κυρία Γαλάτεια… (το κείμενο της παράστασης)


 
(Η Γαλάτεια μπαίνει σ’ ένα χώρο όπου υπάρχουν τραπεζάκια και καρέκλες, κρατώντας ένα βαλιτσάκι στο δεξί της χέρι. Δεν υπάρχει ψυχή. Στα δεξιά κρεμασμένη μια παλιά ταμπέλα με τις ώρες αναχωρήσεων τρένων ή λεωφορείων.  Επιλέγει ένα τραπέζι και κάθεται. Στρέφεται προς το βάθος που είναι σκοτεινό και φωνάζει)
-          Πιάσε ένα χαμομήλι… Α, κι ένα σφηνάκι κονιάκ. Απ’ το καλό…
(Βγάζει ένα πακέτο τσιγάρα απ’ την τσάντα της, το ανοίγει και ετοιμάζεται να πιάσει ένα τσιγάρο. Το κλείνει και το πετά ξανά μέσα μουρμουρίζοντας)
-          Με τέτοιο λαιμό και μου θες και τσιγάρο…
Βήχει.
-          Την άρπαξα κι άμα μέχρι το βράδυ κλείσει (πιάνει το λαιμό της) πάει το μεροκάματο. Άσε που πρέπει να πλακωθώ πάλι στις κορτιζόνες και δεν τις αντέχω. Την τελευταία φορά κόντεψα να ματώσω το δέρμα μου. Τέτοια φαγούρα… Κι από κάψιμο να πεις… Ναι, αλλά σου λέει ο γιατρός, αυτό είναι κι άμα θες. Αλλιώς μεροκάματο γιοκ. ¨Φουντώνω¨ γιατρέ του λέω. ¨Καίγομαι. Τι θες; Ν’ αρχίσω να ξεβρακώνομαι πάνω στην πίστα;¨.
¨Άσχημα; Θα σε πνίξουν στα λουλούδια!¨
Χα,χα,χα… Καλός γιατρός. Κι ομορφόπαιδο. Μου ‘φτιαξε το κέφι. Γιατί όσο να πεις, τον καλό το λόγο τον θέλουμε όλοι μας. Πιότερο εμείς οι καλλιτέχνες. Καλός λόγος να ‘ναι κι ας είναι και παραμύθι. Σάμπως είμαστε οι μόνοι; Οι παραπάνω, μη σου πω όλοι, με τα παραμύθια δεν τη βγάζουμε;
(σηκώνεται και πάει προς την ταμπέλα με τις ώρες αναχωρήσεων. Προσπαθεί να τη διαβάσει)
Μπα. Χωρίς γυαλιά και με τέτοιο φως, δε βλέπω την τύφλα μου. (κοιτάζει ολόγυρα) Ψυχή…
Ευτυχώς που βραδιάζει… Τη νύχτα είναι αλλιώς. Ή μπορεί εγώ να τη βλέπω έτσι. Επειδή τη συνήθισα. Την αγάπησα…
(1ο τραγούδι)
Βραδιάζει κυρία Γαλάτεια. Όπως πάντα στην ώρα του. Μόνο εσύ δεν ήσουνα στην ώρα σου… Μόνο εσύ…
(ξανακάθεται και σκουπίζει ένα δάκρυ) Να αυτά είναι που δεν μ’ αρέσουν. Αλλά μου ‘ρχονται. Σάμπως και το θέλω; Της λέω της καρδιάς μου να ηρεμήσει, μα αυτή εκεί. Το δικό της. γιατί αυτή τα κάνει όλα. Αυτή…  

Σάββατο, 6 Οκτωβρίου 2018

Η Κοβεντάρειος Βιβλιοθήκη είμαστε όλοι εμείς…

Με τον Άρη Φακίνο στο Συνεταιριστικό Βιβλιοπωλείο Κοζάνης

Χειμώνας 1995-96, συνοδεύω τον αείμνηστο Άρη Φακίνο στο χώρο όπου στεγαζόταν μέχρι τώρα η Κοβεντάρειος Δημοτική Βιβλιοθήκη Κοζάνης. Εντυπωσιάζεται απ’ το χώρο και τον πλούτο των βιβλίων και μου προτείνει να οργανώσουμε μια συνάντηση συγγραφέων.
Ιούνης του 1996 καμιά τριανταριά συγγραφείς μαζεύονται στη Βιβλιοθήκη και για ένα τριήμερο (Παρασκευή- Κυριακή) κουβεντιάζουν γύρω από θέματα της λογοτεχνίας αλλά και της καθημερινότητας που τους απασχολούν. Αυτή ήταν η πρώτη και έμελλε να είναι και η τελευταία πανελλήνια συνάντηση συγγραφέων της Κοζάνης, παρότι διάθεση από τους συμμετέχοντες να καθιερωθεί ως ετήσια υπήρχε, κάτι που θα είχε πολλαπλά οφέλη για την πόλη. Τέλος πάντων…
Δεκέμβρης του 2010, κυκλοφορεί το τρίτο μυθιστόρημα μου “Η προφητεία του Μότσαρτ” (εκδόσεις ΣΥΓΧΡΟΝΟΙ ΟΡΙΖΟΝΤΕΣ) όπου υπάρχει ένα κεφάλαιο όπου πρωταγωνιστεί η Βιβλιοθήκη.
Δε νομίζω πως έκανα αρκετά για τη Βιβλιοθήκη μας. Ελπίζω να κάνω περισσότερα στο μέλλον.   
Από χθες (5/10) ξεκίνησαν οι εκδηλώσεις στην πόλη με αφορμή τα επίσημα εγκαίνια (10/10) του νέου και εξαιρετικού κτιρίου της Κοβενταρείου. Μέχρι στιγμής δεν κατάφερα να παραστώ σε καμιά. Ίσως να μην καταφέρω να το κάνω και μέχρι τις 11/10 που ολοκληρώνονται. Δεν πειράζει. Σημασία έχει τι θα γίνει όταν σβήσουν τα φώτα των εκδηλώσεων και οι επίσημοι αποχωρήσουν. Πιστεύω πως η Βιβλιοθήκη μας έχει πολύ μεγαλύτερη ανάγκη τις υπόλοιπες μέρες της καθημερινής της λειτουργίας. Όλους μας.
Η Κοβεντάρειος Βιβλιοθήκη είμαστε όλοι εμείς. Γιατί στη Βιβλιοθήκη υπάρχουν οι μνήμες όλων εκείνων που έκτισαν την πόλη και την έφτασαν μέχρι εδώ, όλων όσοι τη ζουν σήμερα και όλων εκείνων που θα έρθουν κάποτε.

Τετάρτη, 12 Σεπτεμβρίου 2018

“Ξέφωτο… ”



Έφευγα. Ολόγιομο, κιτρινωπό το φεγγάρι προπορεύονταν και μου ‘στρωνε φωτεινό μονοπάτι. Μπροστά μας δάσος πυκνόφυτο. Σύρθηκε πάνω απ’ τις κορφές των δένδρων. Τις άγγιξε. Κοκάλωσε. Στις παρυφές του σταμάτησα και γω. Σύνορο με το άγνωστο, πώς να το διαβώ;
Αθόρυβα κι απρόσμενα με κύκλωσε πυκνό σκοτάδι. Το φεγγάρι πουθενά. Μόνο το αντιφέγγισμα του ανάμεσα σε φύλλα και κορμούς, ξεφτίδια που χάνονταν γρήγορα λες και τα μάζευε ένα αόρατο χέρι. Σφιγμένη καρδιά, πέτρα στο στομάχι. Μέχρι εδώ; Αποθαρρύνθηκα. Πάει, είπα, ρίζωσα εδώ.    
Δεν το’ δα. Το ‘νιωσα το φως. Λίγο θάρρος ξεγλίστρησε απ’ τη χαραμάδα που άφησαν αφύλαχτη ο φόβος κι η απελπισία που μ’ είχαν περιζώσει κι άπλωσα το χέρι το δεξί. Υγράθηκε και ζεστάθηκε η παλάμη του. Την έφερα στη μύτη, στα χείλη. Ευφράνθηκα. Γλύκα απλώθηκε σ’ όλο μου το κορμί λες κι είχε βυθιστεί σε χλιαρό ιαματικό νερό.
Το γέλιο της δυνατό, καθαρό, πλούσιο. Άνοιξα τα μάτια. Το βλέμμα ξεδιάκρινε πρώτα το αποτύπωμα της παλάμης μου πάνω στο γυμνό της στέρνο. Το πρόσωπο της εικόνα σμιλεμένη σ’ έβενο, καλοδουλεμένη λεπτοδουλειά από ταλαντούχο χέρι. Μαύρα μαλλιά χυμένα στους ώμους, με στριφογυριστές άκρες. Κορμί σαν ύφασμα από μετάξι που ο αέρας του ‘δινε σχήματα. Κι ολόγυρα της φως. Αντανακλούσε το φεγγάρι ή το ‘χε ρίξει στους ώμους της;  
Κόμπος η γλώσσα. Κλειδωμένες οι λέξεις.
Γέλασε εκείνη. Δεν με περιγελούσε. Με καλούσε. Δίσταζα. Δύο βήματα μόνο να περάσω απ’ την άλλη μεριά. Η καρδιά χτυπούσε δυνατά σαν να ‘χε αποφασίσει να την πάρει μόνη της στο κατόπι. Ανάσανα βαθιά λες κι έτσι θα ‘βρισκα μέσα μου και θα ξυπνούσα όση δύναμη χρειάζονταν τα πόδια για να ξεκολλήσουν απ’ το χώμα. Μια ευωδιά άγνωστη, πρωτόγνωρη, με πλημμύρισε. Πράσινο φύλλο, αγριολούλουδα, μουσκεμένο χώμα. Κύμα που με σήκωσε. Μου ‘δωσε ώθηση. Περπάτησα. Φώτιζε εκείνη να πατώ.
Δε μετρούσα βήματα, δε λογάριαζα χρόνο. Λαχταρούσα να τη φτάσω, να την αγγίξω. Ένιωθα ευγνωμοσύνη κι ας μ’ αγκάλιαζε μόνο η αύρα της ενόσω ξεμάκραινε εκείνη. Φορές, σκέφτηκα, να φωνάξω, να ρωτήσω. “Πώς είναι το όνομα σου;” Είχα φωνή μα σεβάστηκα τη σιωπή και τη βάφτισα μέσα μου. Γυναίκα!
Μ’ άκουσε; Στάθηκε, στράφηκε προς το μέρος μου για μια στιγμή. Μέχρι να προλάβω να δέσω την ανάσα που μου ‘χε κοπεί για να κυλήσουν πάνω της οι λέξεις, χάθηκε. Τρέμουλο ξεκίνησε απ’ το σαγόνι κι απλώθηκε σ’ όλο μου το κορμί. Με το βλέμμα την αναζήτησα μες τις σκιές που όλο και με ζύγωναν.        

Δευτέρα, 23 Ιουλίου 2018

Μάθε παιδί μου γράμματα…


Παιδί σκεφτόμουνα, κι ας μην το μαρτυρούσα, ν’ ασχοληθώ με τη μουσική. Σκέψη που δεν καρποφόρησε ποτέ καθώς αξιολογήθηκε, κρίθηκε και απορρίφθηκε στο… μπάνιο. Θυμάστε το κλασικό ερώτημα ¨τραγουδάτε στο μπάνιο;¨ Ακριβώς έτσι.
Κόπηκα, αφού κρίθηκα, όχι απ’ τον πρώτο τυχόντα, αλλά από την ίδια τη μάνα μου που εκτός της απροσμέτρητης αγάπης και αδυναμίας που μου ‘χε διέθετε και ευθυκρισία, στην οποία όπως απεδείχθη δεν έβαζε νερό στο κρασί της, ακόμα κι αν αφορούσε εμένα. 


Η φράση της με το που βγήκα απ’ το μπάνιο ¨μάθε παιδί μου γράμματα γιατί αν πας για τραγουδιστής θα πεινάσεις…¨ ομολογώ πως αρχικά με σόκαρε. Αργότερα φυσικά αναγνώρισα το δίκιο της, όταν εκτός από μια δεύτερη γνώμη (σ. σ. της μάνας μου, γιατί η πρώτη ήταν η δική μου) είχα και ένα πρώτο άκουσμα των φωνητικών μου ικανοτήτων μόλις αποκτήσαμε στο σπίτι κασετόφωνο με δυνατότητα εγγραφής.
Έτσι, αν και με βαριά καρδιά, αποποιήθηκα το όνειρο της εμπλοκής μου με τη μουσική, χωρίς βέβαια ποτέ να πάψω να την αγαπώ ιδιαίτερα, όπως και τους ανθρώπους που έχουν το ταλέντο και ασχολούνται μαζί της.
Και επειδή φαίνεται να ισχύει πως αργά ή γρήγορα θα συναντηθείς με ό,τι εύχεσαι και επιθυμείς στ’ αλήθεια, στάθηκα τυχερός και συναντήθηκα πρόσφατα με τη μουσική όχι μία αλλά τρεις φορές.
Έχουμε και λέμε λοιπόν.
Στην παράσταση «Ταξιδεύοντας» με τη Δήμητρα Καραγιάννη, στην οποία έκανα τη διασκευή και την προσαρμογή των κειμένων που συνέδεσαν τα τραγούδια που ερμήνευσε υπέροχα η νεαρή ταλαντούχα φίλη μου, συνοδευόμενη από τρεις ξεχωριστούς μουσικούς: Τη Δώρα Τανή στο βιολοντσέλο, τη Χρίστινα Τανή στο φλάουτο και το μέγιστο Γιώργο Τζούκα στο πιάνο.
Στο CD που ετοιμάζει ο Μάκης Σεβίλογλου με τσιγγάνικη μουσική της Βαλκανικής, όπου συμμετέχω μ’ ένα κείμενο γι’ αυτούς τους αιώνιους ταξιδευτές.
Στην παράσταση που ετοιμάζει το ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Κοζάνης με τίτλο ¨Βραδιάζει κυρία Γαλάτεια¨. Έχω γράψει το κείμενο και έκανα την επιλογή των τραγουδιών, που θα ερμηνεύσει (κείμενο και τραγούδια) μια μεγάλη κυρία της νύχτας, η κ. Καίτη Τσιμπέρη, και τη σκηνοθεσία έχει αναλάβει ο Στέλιος Χλιαράς.
Κάπως έτσι μπλέχτηκα και γω με τα της μουσικής και ελπίζω να υπάρξουν κι άλλες ευκαιρίες στο μέλλον. Προς το παρόν είναι ώρα να επιστρέψω σε ό,τι αγαπώ περισσότερο, τη λογοτεχνία, καθώς υπάρχει και ένα μυθιστόρημα που περιμένει να το ολοκληρώσω…                 


Δευτέρα, 16 Ιουλίου 2018

Συνέντευξη Μιχάλη Πιτένη στο περιοδικό together

Μιχάλης Πιτένης | Ο συγγραφέας είναι το έργο του και το έργο ο συγγραφέας

Τι είναι η συγγραφή και ποια τα συστατικά της. Πώς μοιάζει η στιγμή πριν αλλά και την  ώρα που πιάνεις το μολύβι και τοποθετείς απέναντι σου ένα λευκό άγραφο χαρτί.
Τι αναζητά, άραγε, ένας συγγραφέας, τι βρίσκει, τι είναι έτοιμος να καταθέσει, ποια η ιστορία που θέλει να διηγηθεί, ποιους χαρακτήρες σκιαγραφεί και τι τον σπρώχνει στο να μιλά για ανθρώπους, για τα όνειρα, τις ελπίδες, τα συναισθήματα, τα πάθη τους.
Συνάντησα τον «καθημερινό» εαυτό του Μιχάλη Πιτένη ένα ανοιξιάτικο απόγευμα  και μαζί με την φυσική του υπόσταση γνώρισα  και ένα ¨εγώ¨ ολόκληρο, όχι μισό, ούτε αποστειρωμένο. Ένα ¨εγώ¨ που απλώνεται σε λευκές σελίδες, μάχεται διαρκώς με τις λέξεις και πασχίζει να εκφράσει ό,τι έχει στο μυαλό του. Το Μιχάλη Πιτένη πέρα από όλες τις άλλες ιδιότητες που τον συνθέτουν , τον ακολουθεί και αυτή του καλού αφηγητή. Του αφηγητή που σε συνεπαίρνει με το σωστό τονισμό της  φωνής του, τη δραματικότητα, τον ακριβή ενθουσιασμό.
Συζητήσαμε για τους ανθρώπους, τους φίλους, το θέατρο, τη συγγραφή, τη μοναξιά, τη χαρά, και κάναμε μαζί ένα ταξίδι στο χρόνο και τη ζωή όχι όμως μέσα από την φθορά αλλά μέσα από τη δημιουργία. Έτσι  προσπάθησα αυτήν την φορά  να σκιαγραφήσω εγώ την αθέατη πλευρά του δικού του χαρακτήρα,  αν και πιστεύω πως και ο ίδιος έκανε το ίδιο για μένα.

Αρχή

Η τύχη και η συγκυρία παίζουν πολλές φορές καθοριστικό ρόλο. Κάτι τέτοιο συνέβη και με μένα, βάζοντας με στο μαγικό χώρο του θεάτρου, αν και σ’ αυτό της λογοτεχνίας θα έμπαινα αργά ή γρήγορα καθώς η σχέση μου με τη γραφή χρονολογείται από τα εφηβικά μου χρόνια.
Χειμώνας του ’92 στην τότε μπουάτ «Ερωδιός», απέναντι απ’ το 5ο Δημοτικό Κοζάνης,  τραγουδούσε ο Τάκης Συνδουκάς  με το Γιώργο Κοντορίκο και κάποιους άλλους. Εκεί σύχναζα και γω και ένα βράδυ πάνω στην κουβέντα μου λέει ο Γιώργος (Κοντορίκος) «μια και γράφεις, δεν μας σκαρώνεις και μερικά σατιρικά κείμενα να τα παίξουμε;».
Δε θυμάμαι αν κοιμήθηκα εκείνο το βράδυ. Μάλλον όχι… Το ερέθισμα όμως είχε δοθεί και κάθισα μπροστά στη γραφομηχανή που ‘χα τότε και ξεκίνησα. Για να ‘μαι ειλικρινής δεν είχα συνειδητοποιήσει τι πηγαίναμε να κάνουμε. Το θέλαμε βέβαια και εγώ ειδικά πάρα πολύ. Το πάλεψα, ξόδεψα ό,τι χαρτί είχα, μέχρι και… περιτυλίγματος («την άλλη φορά να μας φέρεις κείμενα σε χασαπόχαρτο», μου ‘παν κάποια στιγμή τα παιδιά) και υπήρξε αποτέλεσμα. Έτσι, τις απόκριες του 1993 ήμασταν έτοιμοι να εμφανιστούμε με την πρώτη μας επιθεώρηση που είχε τίτλο «Αποκριές είναι, συνήθως… περνούν».

Τετάρτη, 11 Ιουλίου 2018

«Η πόλη στη σκηνή» και ο δικός τους Σαντ. Ή όταν οι ερασιτέχνες τολμούν.


Η προσφυγιά. Συνομήλικη του ανθρώπου. Πάντα παρούσα. Με παρελθόν, παρόν και μέλλον. Γράφτηκαν τόσα κι ειπώθηκαν πολλά περισσότερα. Τι άλλο να προσθέσεις; Κι όμως… Ό,τι σχετίζεται με τον ανθρώπινο πόνο δεν αφορά μόνον έναν, λίγους ή περισσότερους, δεν αφορά μόνο τους προηγούμενους, αλλά και τους τωρινούς. Αφορά, εν τέλει, και τους επόμενους.  
            Η προσφυγιά επί σκηνής. Θέμα επίκαιρο. Λόγω των ημερών. Όλων των ημερών. Επικίνδυνο. Εύκολα φορτώνονται και γιγαντώνονται τα άκρα και αν σταθείς στη μέση πασχίζοντας να μην αδικήσεις κανένα, να κατανοήσεις, να δεις την αλήθεια χωρίς τους παραμορφωτικούς φακούς της υποκειμενικότητας και των προκαταλήψεων, κινδυνεύεις να βρεθείς εν μέσω διασταυρούμενων πυρών.
            Κινδυνεύεις. Γίνεται τέχνη χωρίς κίνδυνο; Χωρίς ρίσκο; Όχι. Η ευκολία συνάδει με την ευτέλεια. Εναρμονίζεται με την προχειρότητα.
            «Η πόλη στη σκηνή», η νεόκοπη ομάδα του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Κοζάνης το τόλμησε. Δεν κρύφτηκε πίσω απ’ τη δικαιολογία ¨ερασιτεχνική¨ για να μας προσκαλέσει σε κάτι εύληπτο και εύπεπτο. Βούτηξε στα βαθιά, ανακάτεψε το βούρκο, για να βρει και να ανασύρει το δικό της Σαντ. Γιατί μας αρέσει ή όχι, εκεί βρίσκει πάντα καταφύγιο ο Σαντ. Ο Σαντ ο πρόσφυγας, ο μετανάστης, ο ανέστιος, ο παρίας, ο αποσυνάγωγος. Ο διαφορετικός Σαντ, όχι αποκλειστικά λόγω καταγωγής και χρώματος, αλλά και λόγω κοινωνικής θέσης και σεξουαλικής συμπεριφοράς.


          

Μια βαθιά υπόκλιση στην κ. Καίτη.

Θαυμάζω την Καίτη Τσιμπέρη ως τραγουδίστρια από τη μακρινή δεκαετία του ’80 όταν και την πρωτοάκουσα να τραγουδάει στη Bora Bora , κ...