Δευτέρα, 3 Απριλίου 2017

Ένα βιβλίο για κάθε εποχή.

¨Ο κήπος του χειμώνα¨ της Kristin Hannah

(εκδόσεις ΚΛΕΙΔΑΡΙΘΜΟΣ)
        “Όλες οι ευτυχισμένες οικογένειες μοιάζουν η μια με την άλλη, η κάθε δυστυχισμένη είναι δυστυχισμένη κατά το δικό της τρόπο.”
         Όταν η αποστεωμένη και εξαντλημένη απ’ την πείνα και τις κακουχίες νεαρή ρωσίδα, που με δυσκολία στέκεται στα πόδια της, παίρνει στα χέρια της ένα αντίτυπο της πρώτης έκδοσης του βιβλίου του Λέων Τολστόι ΑΝΝΑ ΚΑΡΕΝΙΝΑ για να το κρύψει και να το προστατέψει μαζί με τους άλλους θησαυρούς της βιβλιοθήκης του Λένινγκραντ απ’ τους Ναζί που είναι προ των πυλών, δεν μπορεί να φανταστεί πως η φράση με την οποία ξεκινά αυτό το μεγαλειώδες έργο θα χαρακτηρίσει, όσο καμιά άλλη, τη μετέπειτα ζωή της. Μια ζωή που ενώ θα προχωρήσει και θα εξελιχθεί ομαλά σ’ ένα διαφορετικό, μακρινό, περιβάλλον, θα τη σκιάζουν πάντα τα τραγικά και ανομολόγητα γεγονότα της πρώτης νιότης. Χαίνουσες πληγές που δεν επουλώνονται ποτέ εξ αιτίας των απωλειών που τις χάραξαν.
Η αμερικανίδα συγγραφέας Kristin Hannah μας συστήθηκε πριν λίγο καιρό μέσω των εκδόσεων ΚΛΕΙΔΑΡΙΘΜΟΣ με το πολύ σημαντικό βιβλίο της ¨Το αηδόνι¨. Επανέρχεται μ’ ένα εξίσου ξεχωριστό μυθιστόρημα ¨Ο κήπος του χειμώνα¨, από τις ίδιες εκδόσεις, και καταφέρνει να μας πείσει πως με τις λέξεις της δεν πλάθει μόνο, με ιδιαίτερη επιδεξιότητα, συγκλονιστικές ιστορίες. Το κυριότερο είναι πως ανατέμνει με μεγάλη μαεστρία τους χαρακτήρες των ηρώων της και πετυχαίνει να δώσει στον καθένα τη δική του ταυτότητα που τον καθιστά μοναδικό και αναγνωρίσιμο.
¨Ο κήπος του χειμώνα¨ ξεκινά συστήνοντας μας μια, τυπική, αμερικάνικη οικογένεια των αρχών του 21ου αιώνα. Τα μέλη της, απόλυτα προσαρμοσμένα και εναρμονισμένα με τους ρυθμούς και τις απαιτήσεις της εποχής τους, φαίνεται να ζουν κοντά και ταυτόχρονα μακριά, χωρίς ουσιαστική επικοινωνία. Ο πατέρας της οικογένειας που είναι ο ένας και μοναδικός πραγματικός κρίκος ανάμεσα στη μητέρα, τη γυναίκα του, και τις δύο κόρες τους λίγο πριν πεθάνει κάνει την ύστατη προσπάθεια να τις φέρει κοντά. Φεύγει έχοντας αποσπάσει την υπόσχεση απ’ όλες πως θα το προσπαθήσουν. Δεν είναι εύκολο, ούτε απλό. Μητέρα και κόρες, ξένες μεταξύ τους σ’ όλη τους τη ζωή, πριν επικοινωνήσουν πρέπει να γνωριστούν. Η μόνη τους επιλογή ένα παραμύθι που συνήθιζε πάντα να λέει η μητέρα που αν και διαθέτει πρίγκιπες και άμαξες, δεν είναι ένα κλασικό παραμύθι με τη γνωστή κατάληξη “ και έζησαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα.” Είναι μια ιστορία άφατου ανθρώπινου πόνου που πατάει σε δύο σκοτεινές και ζοφερές εποχές της πάλαι ποτέ Σοβιετικής Ένωσης. Τα μαύρα χρόνια των διώξεων του Στάλιν πριν το Β΄ παγκόσμιο πόλεμο και το διάστημα της πολιορκίας του Λένινγκραντ απ’ τους Γερμανούς.

Η Kristin Hannah μας ταξιδεύει σ’ αυτές τις δύο συνεχόμενες εποχές, ξαναζωντανεύοντας τες με ανατριχιαστικές λεπτομέρειες, μέσα απ’ τις οποίες ο αναγνώστης θέλοντας και μη μεταφέρεται εκεί και συμπάσχει με τους ταλαιπωρημένους και βασανισμένους αυτούς ανθρώπους που μετατράπηκαν από τη μια μέρα στην άλλη από κυνηγημένοι και φοβισμένοι πολίτες ενός σκληρού ολοκληρωτικού καθεστώτος, σε μαχητές που έδιναν τον υπέρ πάντων αγώνα με γυμνά παγωμένα χέρια για να υπερασπιστούν όχι απλώς μια πατρίδα, αλλά την ίδια τους την ύπαρξη.

Η πρωταγωνίστρια του βιβλίου επιβιώνει. Στη νέα της πατρίδα, τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, όπου θα βρεθεί από τύχη ανοίγει ένα καινούργιο κεφάλαιο στη ζωή της. Η προηγούμενη όμως δεν ξεχνιέται ποτέ. Το μαρτυρά η μόνιμη θλίψη στα μάτια της, οι μοναχικές ώρες της στον προσωπικό της κήπο, η αλλοπρόσαλλη και ακατανόητη για τους άλλους συμπεριφορά της, ακόμα και προς τις ίδιες τις κόρες της. Ό,τι έζησε πριν είναι αποθηκευμένο στο παραμύθι που πολλές φορές διηγείται. Κωδικοποιημένο και ωραιοποιημένο. Έχει όλα όσα χρειάζεται για να ευτυχήσει και παραμένει δυστυχισμένη. Δεν είναι αγνώμων απέναντι στον άνθρωπο που της πρόσφερε τη δυνατότητα να ξεκινήσει απ’ την αρχή και να ξεφύγει απ’ τη μοίρα πολλών επιζησάντων που ενώ γλίτωσαν απ’ τον πιο αιματηρό πόλεμο της ανθρωπότητας βούλιαξαν και γονάτισαν τον καιρό της ειρήνης, ανήμποροι να απαλλαγούν απ’ τη φρίκη όσων έζησαν και τα φαντάσματα των απωλειών τους. Δυσκολεύεται καθώς δεν είναι εύκολο να διαχειριστεί και να συμφιλιωθεί με τις  δικές της αναμνήσεις που είναι εκεί δίπλα της, σε κάθε βήμα της. Μετά το θάνατο του άνδρα της αντιλαμβάνεται πως και τα δικά της περιθώρια στενεύουν και δε θέλει να φύγει παίρνοντας μαζί της τα μυστικά της. Όσο δύσκολο είναι, όμως, γι’ εκείνη να τα αποκαλύψει, άλλο τόσο είναι και για τις κόρες τους να τα αποδεχθούν. Κάτι που τελικά γίνεται βήμα, βήμα και ενώ η γέφυρα που θα τις κάνει να επικοινωνήσουν χτίζεται και απ’ τις δύο μεριές. Μια γέφυρα που δεν ενώνει απλώς μια μάνα με τις κόρες της, αλλά συστήνει και φέρνει στο σήμερα γεγονότα που δεν θα ‘πρεπε για κανένα λόγο να λησμονηθούν.     

¨Ο κήπος του χειμώνα¨ είναι μια έξοχη ιστορία αγάπης για την ίδια τη ζωή και συνάμα μια κριτική θεώρηση της λεηλασίας των ανθρώπινων υπάρξεων που μπορεί να κινείται μέσα σ’ ένα συγκεκριμένο ιστορικό πλαίσιο και σε προσδιορισμένους χώρους, ωστόσο θα μπορούσε να την εντοπίσει και να την αναγνωρίσει κανείς σε πολλές άλλες περιόδους από την κτήση του κόσμου αυτού μέχρι σήμερα. Αυτό κατά τη γνώμη μου είναι και το μεγαλύτερο επίτευγμα της Kristin Hannah καθώς πέτυχε να συνθέσει ένα βιβλίο που ανήκει και θα ανήκει σε κάθε εποχή, άξιο να διαβαστεί σήμερα, όπως και στο μέλλον.              

Δευτέρα, 6 Φεβρουαρίου 2017

"Κλαίνε οι μέλισσες;" Η αναμόχλευση της μνήμης στο νέο συγγραφικό έργο του Γιάννη Βούρου.

            Στις συνοικίες της Θεσσαλονίκης, της Αθήνας και κάθε πόλης του κόσμου όπου ρίζωσαν Κοζανίτες, παραμένουν ζωντανές οι μνήμες της Κοζάνης του χθες.
            Όσοι μείναμε ή ξεμείναμε στην πόλη μεγαλώνοντας και αλλάζοντας μαζί της, για την εικόνα της καθημερινότητας της μιλάμε που ταυτίζεται με τη δική μας και σχηματοποιείται και χρωματίζεται ανάλογα με τις ανάγκες και τα πρέπει μας.
            Κι έρχονται οι απόδημοι, οι φευγάτοι από καιρό, να μας υπενθυμίσουν με πολλούς τρόπους πως πίσω απ΄ τις σύγχρονες όψεις των κτιρίων και κάτω απ΄ τους φρεσκοστρωμένους δρόμους υπάρχουν ακόμα τα χνάρια μιας άλλης πόλης και μιας διαφορετικής κοινωνίας, όχι ξένης μα ξεχασμένης απ΄ το χρόνο που, αμείλικτος και πολυμήχανος ων, μας ξεγέλασε και μας συμπαρέσυρε σ΄ ένα αδιάκοπο κυνηγητό εφήμερων πλην όμως ατελείωτων υποχρεώσεων, ξεκόβοντας μας απ΄ όσα καλά και χρήσιμα θα έπρεπε να κρατήσουμε, όχι ως οφείλαμε, αλλά επειδή εμείς θα ωφελούμασταν.
            Ο καθένας επιλέγει τον τρόπο του. Ο Γιάννης Βούρος, εκ Κοζάνης και Σιάτιστας καταγόμενος, ανακατεύει τη δεξαμενή των αναμνήσεων μας με κάποια απ΄ τα κείμενα του που βρίσκονται στο νέο του βιβλίο, στεγασμένα όλα υπό τον τίτλο- ερώτημα ¨Κλαίνε οι μέλισσες;¨, στα οποία παραθέτει προσωπικές του στιγμές ως παιδί, που ωστόσο φαντάζουν οικείες και γνώριμες σε όλους όσοι μεγαλώσαμε στις ίδιες γειτονιές.

Σάββατο, 28 Ιανουαρίου 2017

Υποδεχόμαστε έναν άνθρωπο της τέχνης, το ζωγράφο και συγγραφέα Γιάννη Βούρο.

Το απόγευμα της Τετάρτης 1η του Φλεβάρη, στις έξη και μισή, υποδεχόμαστε στην Κοζάνη έναν άνθρωπο της τέχνης, το ζωγράφο και συγγραφέα Γιάννη Βούρο για να μιλήσουμε για το τελευταίο του βιβλίο "Κλαίνε οι μέλισσες;"
Ποιος είναι όμως ο Γιάννης Βούρος;
Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1953. Σπούδασε αρχιτεκτονική στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και Πολεοδομία στο London School of Economics. Από το 1980 ασχολείται συστηματικά με τη ζωγραφική. Με την ιδιότητα του ζωγράφου έχει πραγματοποιήσει ατομικές εκθέσεις και συμμετείχε σε πολλές ομαδικές, ενώ έχει βραβευθεί στο διεθνή διαγωνισμό "Art and Poverty", Ankara, 2005. Κείμενά του έχουν δημοσιευθεί από το 1992 στην πνευματική επιθεώρηση Κοζάνης "Παρέμβαση", στο περιοδικό "Τζαζ & Jazz" και στο dreaming-in-the-mist.blogspot.com.
Μέχρι σήμερα έχουν εκδοθεί τα έργα του:

(2016)
(2013)
(2011)

Περισσότερες λεπτομέρειες για τα διαδικαστικά της παρουσίασης στην πρόσκληση που ακολουθεί. 

  

Τετάρτη, 30 Νοεμβρίου 2016

Ανιχνεύοντας την πορεία του Νίκου Ζαχαριάδη

Μπορεί, άραγε, ο κινηματογράφος να γεννήσει λογοτεχνία; Μ' αυτό το ερώτημα ξεκινά ο Κώστας Κουτσομύτης τον πρόλογό του στο βιβλίο Το κόκκινο τανγκό, που συνέγραψε με τον Ευάγγελο Μαυρουδή, ελπίζοντας να απαντηθεί, μέσω του κειμένου που ακολουθεί, το οποίο είναι αφιερωμένο σ' ένα μεγάλο διάστημα της ζωής μιας αμφιλεγόμενης ιστορικής προσωπικότητας, του Νίκου Ζαχαριάδη. Του ανθρώπου που από ίνδαλμα και λατρεμένος αρχηγός του ΚΚΕ, κατέληξε με το στίγμα του προδότη και του ενόχου για μια σειρά από λανθασμένες αποφάσεις με ολέθρια αποτελέσματα, εξόριστος στο Σουργκούτ της Σιβηρίας, όμηρος του Κ.Κ. Σοβιετικής Ένωσης.
Το ερώτημα ήταν προφανώς ρητορικό καθώς ο Κουτσομύτης γνώριζε πάρα πολύ καλά πως η σχέση κινηματογράφου λογοτεχνίας ήταν και παραμένει αμφίδρομη. Ο πρώτος πήρε και παίρνει πολλά απ' τη λογοτεχνία, έδωσε όμως και δίνει κι εκείνος πολλές ευκαιρίες έμπνευσης τις οποίες αξιοποίησαν με εξαιρετικό τρόπο διάφοροι συγγραφείς. Εξάλλου, ένα καλό πρωτότυπο κινηματογραφικό σενάριο μπορεί να θεωρηθεί και ως λογοτεχνικό κείμενο.
Στα 17 τηλεοπτικά σήριαλ που πρόλαβε να μας αφήσει ως πολύτιμη παρακαταθήκη ο Κουτσομύτης, φρόντισε να «διαβάσει» πολύ καλά τα λογοτεχνικά έργα στα οποία βασίστηκαν αυτά τα σήριαλ και να αναδείξει σχεδόν όλες τις πτυχές τους.
Ο ίδιος ενόσω ζούσε μας έδειξε με τον καλύτερο δυνατό τρόπο πώς ο λόγος γεννά εικόνα, και μάλιστα υψηλής ποιότητας και έμπλεη νοημάτων, αλλά και ότι η εικόνα ενίοτε πυροδοτεί τη φαντασία που καταφεύγει στις λέξεις για να ενσαρκωθεί. Στα 17 τηλεοπτικά σήριαλ που πρόλαβε να μας αφήσει ως πολύτιμη παρακαταθήκη ο Κουτσομύτης, φρόντισε να «διαβάσει» πολύ καλά τα λογοτεχνικά έργα στα οποία βασίστηκαν αυτά τα σήριαλ και να αναδείξει σχεδόν όλες τις πτυχές τους. Μπορεί από ορισμένους να θεωρήθηκε ότι αυθαιρέτησε, κινηματογραφική αδεία, δίνοντας βαρύτητα σε κάποιες λεπτομέρειες που ίσως ο συγγραφέας να μην είχε τονίσει ιδιαίτερα και διευρύνοντας κάποιους ρόλους που απέκτησαν υπόσταση στην εικόνα και ας ήταν απλή αναφορά στο κείμενο, επί της ουσίας όμως απλώς άσκησε έτσι το δικαίωμα να βάλει και τη δική του υπογραφή σε κάτι που πλέον είχε και τη σφραγίδα του.   
Σε μια πρόσφατη συνέντευξή του (εφημ. των Συντακτών) ο έτερος συγγραφέας του Κόκκινου τανγκό Ευάγγελος Μαυρουδής είπε πως «ό,τι ήταν ο Μίκης Θεοδωράκης για την ποίηση, ήταν ο Κουτσομύτης για τη λογοτεχνία. Όπως ο Μίκης με τη μουσική του έκανε όλο τον κόσμο να τραγουδάει ποίηση, έτσι και ο Κουτσομύτης κατόρθωσε με την κάμερα και το ταλέντο του να μας μάθει την καλή λογοτεχνία». Δεν πρόκειται για υπερβολή. Κάθε Έλληνας μυθιστοριογράφος θα 'θελε να επιλέξει το βιβλίο του ο Κουτσομύτης και ας διαφωνούσε με το τελικό αποτέλεσμα, γιατί όπως σωστά έλεγε ο πρόσφατα εκλιπών σκηνοθέτης «ακόμα και αν εγώ κάνω ένα κακό σήριαλ, το βιβλίο δεν πρόκειται να πάθει τίποτα». Αντιθέτως, τα βιβλία γίνονταν γνωστά σε μεγαλύτερο κοινό και έμπαιναν στις λίστες των ευπώλητων.

Δευτέρα, 28 Νοεμβρίου 2016

“Ένα αγόρι στο εκατομμύριο” της Μόνικα Γουντ (εκδόσεις ΚΛΕΙΔΑΡΙΘΜΟΣ) Όταν μέσα απ΄ τη θλίψη αναδύεται η αισιοδοξία και από την απώλεια η ελπίδα.

           
            Ένα αγόρι, 11 χρονών και κάτι, φεύγει απ΄ τη ζωή υποκύπτοντας σε μια σπάνια ασθένεια που είναι θανάσιμη για ένα, μόλις, παιδί στο εκατομμύριο.

            Ένα λογοτεχνικό έργο που έχει στον πυρήνα του ένα τόσο τραγικό γεγονός, δεν μπορεί παρά να είναι φορτωμένο με θλίψη και φορτισμένο με ποικίλα αρνητικά συναισθήματα. Κι όμως. Το μυθιστόρημα της Αμερικανίδας Μόνικα ΓουντΈνα αγόρι στο εκατομμύριο” που κυκλοφορεί από τι εκδόσεις ΚΛΕΙΔΑΡΙΘΜΟΣ πετυχαίνει να σου δημιουργήσει τελικά μια αίσθηση αισιοδοξίας, αφήνοντας σου βέβαια και μια γλυκόπικρη γεύση. 
            Η εξέλιξη της ιστορίας θυμίζει τεντωμένο σύρμα πάνω στο οποίο ισορροπεί, άλλοτε κελαηδώντας και άλλοτε σιωπώντας ένα πουλί. Ένα σύρμα που τις άκρες του κρατούν καλά η πενθούσα μητέρα του παιδιού και η μοναδική του φίλη, η Όνα, που διανύει αισίως το 105ο έτος της ζωής της. Πάνω στο σύρμα ο αποξενωμένος πατέρας που αναλαμβάνοντας να ολοκληρώσει μια ανεκπλήρωτη υποχρέωση του γιου προς τη φίλη, βλέπει την ευκαιρία να επαναπροσεγγίσει την πρώην σύζυγο του, για να διαπιστώσει πως με ό,τι κάνει το σπουδαιότερο που πετυχαίνει είναι να γνωρίσει και να αγαπήσει πραγματικά το γιο του, έστω και αν αυτός δεν υπάρχει πια. Υπάρχουν, όμως, όλα όσα εκείνος συνήθιζε να κάνει με το δικό του μοναδικό τρόπο, έναν τρόπο που φαίνεται στους άλλους περίεργος και παράξενος. Όλα όσα του επέτρεψαν στο σύντομο πέρασμα του απ΄ τη ζωή να είναι όντως ένα παιδί στο εκατομμύριο, ένα παιδί που άφησε το δικό του ξεχωριστό αποτύπωμα. Όχι ως παιδί θαύμα, ή ως παιδί μοναδικό ταλέντο. Ως ένα παιδί που αγαπούσε παγκόσμια ρεκόρ και  τα πουλιά, πάσχιζε να μάθει να τα ξεχωρίζει απ΄ το κελάηδημα τους και είχε την ικανότητα να ανοίγει τις κλειστές καρδιές των ανθρώπων, σπάζοντας με το δικό του μαλακό ράμφος το σκληρό κέλυφος της μοναξιάς που τους περιέβαλε. Ένα παιδί που όπως λέει σε κάποιο σημείο του βιβλίου η εκατοντάχρονη φίλη του την έκανε να ονειροπολεί.  

Κυριακή, 27 Νοεμβρίου 2016

Νυχτώνει ή ξημερώνει στην Κούβα;

           Ηγετικές προσωπικότητες σαν αυτή του Φιντέλ Κάστρο βρίσκονται μεταξύ μύθου και πραγματικότητας για όλους εμάς που δε βιώνουμε τα αποτελέσματα της δράσης τους. Για εκείνους που η ζωή τους επηρεάζεται καθοριστικά από κάθε ενέργεια τους μπορεί να φαίνονται είτε ως Θεοί είτε ως Δαίμονες.

            Προσωπικά, ποτέ δε γοητεύτηκα ιδιαίτερα απ΄ την εικόνα του Κομαντάντε με τη στολή εκστρατείας και το μακρύ πούρο. Ωστόσο το να υπάρχει ένα νησί, αγκάθι στο μάτι των ιμπεριαλιστικών Η.Π.Α. το έβλεπα σαν ενσάρκωση της ελπίδας πως αυτός ο κόσμος διεκδικούσε και απαιτούσε κάτι καλύτερο. 
           Στην Κούβα δεν ταξίδεψα ποτέ, παρόλο που η Καραϊβική ως τοπίο, χρώματα και ιστορίες που τη συνθέτουν, σαγηνεύει το νου και ερεθίζει την επιθυμία να την επισκεφτείς. Ήταν όμως πάντα πολύ μακριά και εξίσου μεγάλη ήταν και η απόσταση της ενημέρωσης που είχαμε για χρόνια για το τι συμβαίνει στη χώρα του Κάστρο. Από τη μια το κλίμα παλιότερων εποχών όταν κάθε τι επαναστατικό και δη αριστερό ήταν, περίπου, όσιο και ιερό και από την άλλη η καχυποψία πως οι ιμπεριαλιστικές δυνάμεις διέθεταν πάντα περισσότερα χρήματα και μέσα για να διαμορφώνουν την προπαγάνδα τους κατά πως ήθελαν. Βέβαια, το ότι χιλιάδες κουβανοί θαλασσοπνίγονταν για να φτάσουν απέναντι στο Μαϊάμι ήταν ένα θέμα, αλλά μήπως θα ήταν η πρώτη φορά που κάποιοι δραπέτευαν απ΄ τον παράδεισο, όντες παραπλανημένοι;

Δευτέρα, 21 Νοεμβρίου 2016

Μια πυγολαμπίδα φωτίζει το πυκνό σκοτάδι της Β. Κορέας. "Η ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑ" από τις εκδόσεις ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ

            Άνθρωποι που φυτοζωούν και κρεμιούνται απ΄ την ελπίδα πως με την σκληρή, στα όρια της εξόντωσης, δουλειά θα γευτούν άσπρο ρύζι και κρεατόσουπα.
            Άνθρωποι που γελούν υποχρεωτικά την ώρα που θα ΄θελαν να ουρλιάξουν και θρηνούν την απώλεια του μεγάλου Πατέρα και Ηγέτη, ενώ δεν τους επιτρέπεται να επισκεφτούν τον ετοιμοθάνατο γονιό και να χύσουν τα δάκρυα τους για τα πεθαμένα παιδιά τους.
            Άνθρωποι που ζουν σε τρώγλες ξεπαγιάζοντας, όπου δεν μπορούν να κρυφτούν απ΄ τα βλέμματα του κράτους- δυνάστη καθώς είναι πολύ πιθανό αυτός που θα τους καρφώσει ως αντικαθεστωτικούς για ασήμαντη αφορμή μπορεί να είναι ο γείτονας της διπλανής πόρτας και της ίδιας μοίρας.

            Άνθρωποι που πριν γεννηθούν η πορεία τους είναι προδιαγεγραμμένη και όσες προσπάθειες και αν κάνουν αργά ή γρήγορα θα καταλήξουν να γίνουν αυτό που κάποιοι άλλοι αποφάσισαν γι΄ αυτούς. 
            "Εκείνος ο γενειοφόρος Ευρωπαίος
              Ισχυρίστηκε ότι ο καπιταλισμός είναι ο κόσμος του σκότους
              Ενώ ο κομμουνισμός είναι ο κόσμος του φωτός.
              Εγώ, ο Μπάντι, που ζω στον κόσμο του φωτός,
              Είναι γραφτό μου να λάμπω στο σκοτάδι
              Και καταγγέλλω, χωρίς περιστροφές,
              Ότι, εάν αυτό το σκοτάδι είναι μια ασέληνη νύχτα,
              Ο κόσμος του φωτός εκείνου του γενειοφόρου είναι μια άβυσσος,
              Ένα έρεβος μαύρο σαν το μελάνι...".