Δευτέρα, 5 Μαρτίου 2018

Βγαίνοντας από τον λαβύρινθο του Ισπανικού εμφυλίου

 Για το μυθιστόρημα του Κάρλος Ρουίθ Θαφόν «Ο λαβύρινθος των πνευμάτων» (μτφρ. Βασιλική Κνήτου, εκδ. Ψυχογιός).

alt















Ισπανία, στο μέσον περίπου της δικτατορίας του Φράνκο. Το καθεστώς διαθέτει πια βαθιές ρίζες, τα πάθη και τα μίση φαίνεται να έχουν καταλαγιάσει, οι νικητές απολαμβάνουν τα προνόμιά τους κι οι ηττημένοι έχουν λουφάξει ή αποδεχτεί τη μοίρα τους. Βέβαια μια τέτοια εικόνα μόνο ουτοπική μπορεί να είναι, καθώς ό,τι επιβάλλεται με τη δύναμη των όπλων και έπειτα από μια σφοδρή και αιματοβαμμένη εμφύλια σύρραξη αφήνει πάντα ανοιχτούς λογαριασμούς και πληγές που πυορροούν. Λογαριασμούς παλιούς μεταξύ όσων αναμετρήθηκαν κάποτε στα πεδία των μαχών, που δεν είναι όμως οι μόνοι, καθώς προστίθενται διαρκώς και καινούργιοι, εκείνοι που ανοίγουν μεταξύ των ευνοημένων της επικρατούσας κατάστασης εξαιτίας της απληστίας τους για χρήμα και εξουσία που ικανοποιήθηκε μόνο πρόσκαιρα με τη διανομή των λαφύρων την επομένη της νίκης τους, χωρίς ωστόσο να πάψει ποτέ να αποδεικνύει πως εκτός από ακόρεστη είναι και ανεξέλεγκτη.
Ήταν η εποχή της εκδίκησης αλλά και της ανταμοιβής. Όλοι οι τομείς της ζωής στην Ισπανία επανακαθορίζονταν και, ενώ πολλοί έπεφταν στη λήθη, στην απομόνωση και στη φτώχεια, άλλοι τόσοι συνεργάτες αποκτούσαν θέσεις εξουσίας και πόρους. Δεν υπήρχε γωνιά της δημόσιας ζωής που να μην εφαρμόζονταν αυτού του είδους η κάθαρση με απαράμιλλο ζήλο.
«Ήταν η εποχή της εκδίκησης αλλά και της ανταμοιβής. Όλοι οι τομείς της ζωής στην Ισπανία επανακαθορίζονταν και, ενώ πολλοί έπεφταν στη λήθη, στην απομόνωση και στη φτώχεια, άλλοι τόσοι συνεργάτες αποκτούσαν θέσεις εξουσίας και πόρους. Δεν υπήρχε γωνιά της δημόσιας ζωής που να μην εφαρμόζονταν αυτού του είδους η κάθαρση με απαράμιλλο ζήλο. Οι αλλαγές στρατοπέδου, παράδοση βαθιά ριζωμένη στα χώματα της Ιβηρικής, εκτελούνταν με αριστοτεχνική επιδεξιότητα».
Μ’ αυτά τα λόγια ο Ισπανός (γεννημένος στη Βαρκελώνη) συγγραφέας Κάρλος Ρουίθ Θαφόν περιγράφει στο μυθιστόρημά του Ο λαβύρινθος των πνευμάτων την κατάσταση στη χώρα του με τη λήξη του εμφυλίου, μια εικόνα που, όπως θα φανεί μέσα απ’ το έργο του αυτό, παραμένει σε γενικές γραμμές ίδια και απαράλλαχτη και είκοσι χρόνια μετά. Αν κάτι έχει αλλάξει είναι ο τρόπος ξεκαθαρίσματος των λογαριασμών που τώρα πια δεν γίνεται απροκάλυπτα και στο φως της μέρας, έχοντας το άλλοθι και τη δικαιολογία πως «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα», αφού ο σκοπός έχει επιτευχθεί. Τώρα πια τα περισσότερα συμβαίνουν κρυφά και στο σκοτάδι, όπως αρμόζει σ’ ένα καθεστώς που θέλει να προβάλει ως ένα από τα προτερήματά του το ότι χάρη σ’ αυτό επικρατεί τάξη και ειρήνη. Αυτή τη φενάκη που αρέσκεται να καλλιεργεί κάθε ολοκληρωτικό και αντιδημοκρατικό καθεστώς.

Παρασκευή, 2 Μαρτίου 2018

Με τη ματιά του Κώστα Ντιό

Με τη ματιά και το ταλέντο του Κώστα Ντιό.
Ο εξαίρετος καλλιτέχνης, και πολύ καλός φίλος, χρησιμοποίησε ως μοντέλο του το "φαίνεσθαι", εξ ου και το ανάλογο αποτέλεσμα. Αν επέλεγε το "αισθάνεσθαι", σίγουρα θα με απεικόνιζε 25 χρόνια, τουλάχιστον, νεότερο... 
Καλύτερα έτσι. Αποφεύγω και το... ξεμάτιασμα ("Κοίτα τον, αγέραστος είναι!" "Μπα. Ο Ντιός τον έκανε έτσι, γιατί τον έχει φίλο...")

Τετάρτη, 28 Φεβρουαρίου 2018

Ο φακός του Μάρκου και η νοσταλγία



Το χιόνι πέτρωνε στους δρόμους. Τα χασάπικα και τα μανάβικα της πλατείας Λασσάνη θύμιζαν σπίτια των ανέμων καθώς έμπαζαν από παντού. Στα πεζοδρόμια κάποιοι έκαιγαν μέσα σε τενεκέδες ξύλινα τελάρα φρούτων και γύρω τους στριμώχνονταν ο ένας δίπλα στον άλλο με απλωμένα χέρια πάνω απ' τη φωτιά μπας και ζεσταθούν λίγο.
Πολλές και αξέχαστες οι μορφές των ανθρώπων που έζησαν, κυριολεκτικά, μια ζωή εκεί. Η πρώτη, και ξεχωριστή, που μου 'ρχεται στο μυαλό, του Καραμπόζα με το μανάβικο. Μικρόσωμος, αεικίνητος, με την ποδιά, τη μεσάλα, περασμένη γύρω απ'  τη μέση να γλύφει τα παπούτσια του και το έδαφος, το τσιγάρο κολλημένο στην άκρη των χειλιών, στριφογυρνούσε ανάμεσα στους πάγκους που 'ταν γεμάτοι φρούτα και λαχανικά, επιθεωρώντας διαρκώς το εμπόρευμα. Κι όταν έκρινε πως κάτι έλειπε να κατηφορίζει με τα μικρά γρήγορα βήματα του ίσα με τα μαγαζιά των χονδρεμπόρων στην αλάνα της πλατείας, γύρω απ' το ξενοδοχείο ΑΝΕΣΙΣ, για να το προμηθευτεί.
Πολλές φορές μιλάμε με νοσταλγία για τα κτίρια που χάθηκαν, τα γραφικά στενά που ισοπεδώθηκαν και χάθηκε η Κοζάνη που ξέραμε κι αγαπούσαμε στα παιδικά μας χρόνια. Μα σαν το συλλογιέμαι καλύτερα, συνειδητοποιώ πως οι άνθρωποι είναι που μου λείπουν. Τα βήματα τους που αντηχούσαν στα σοκάκια, τις ανάσες τους που ζέσταιναν τα σπίτια και τα μαγαζιά, οι φωνές τους που αχολογούσαν στις γειτονιές...
Γι' αυτό κάθε που ξεφυτρώνει μια φωτογραφία σαν αυτές του φίλου του Μάρκου (Πατσίκα) σκύβω μπας και αναγνωρίσω εκείνον που περπατά, τους άλλους που μιλάνε μεταξύ τους ή την κυρία που λοξοκοιτά μια βιτρίνα, όλοι τους ανυποψίαστοι πως εκείνη τη μέρα θα περνούσαν στην αθανασία εξ αιτίας ενός επίμονου και διακριτικού φωτογράφου. Κι ακόμα κι αν δεν τους ταυτοποιήσω, τι σημασία έχει; Η πόρτα της μνήμης έχει ανοίξει πάλι για να βρεθώ ξανά μες το κάδρο του Μάρκου κατηφορίζοντας την Ερμού, προσεκτικά μη γλιστρήσω και φάω τα μούτρα μου, περνώντας μπροστά από χασαπλιά και μανάβικα, μέχρι να φτάσω εκεί όπου ο παππούς μου ο Κοκκαλιάρης δίπλα στη φλογισμένη σόμπας του καφενείου της Κατίνας,  κολλητά στο χονδρεμπορικό των παιδιών του, θα μου δώσει σιωπηλός ένα δεκάρικο για να πεταχτώ απέναντι στο περίπτερο του Θανάση και να του αγοράσω το πλακέ πακέτο με τα άφιλτρα τσιγάρα του...         

Τρίτη, 13 Φεβρουαρίου 2018

Μέρες ραδιοφώνου στην Κοζάνη του ’90…*

Παιδί μιας απ’ τις τελευταίες γενιές που κρεμασμένες απ’ τα χείλη του ραδιοφώνου περισσότερο φαντάστηκαν παρά γνώρισαν τον κόσμο και τις συνεπήραν οι πολλές διαφορετικές φωνές του, φωνές που αντιστοιχίζονταν με πρόσωπα που σμίλευαν οι καλπάζουσες φαντασιώσεις μας κι ας μην ανταποκρίνονταν πάντα στην πραγματικότητα, ακόμα και την εποχή που η τηλεοπτική οθόνη άνοιγε μπροστά μας κάθε βράδυ πολλά παράθυρα και μας προκαλούσε να γλιστρήσουμε μέσα απ’ αυτά για να ταξιδέψουμε με ανοιχτά μάτια, ως άλλοι Πήτερ Παν, σε μέρη μαγικά και μακρινά, νοσταλγούσα εκείνες τις βραδιές που κλείναμε τα μάτια κι αφηνόμασταν να μας ταξιδέψουν αθώα κι ανομολόγητα όνειρα πάνω στα κύματα των ηχοχρωμάτων του, τις βραδιές που το δωμάτιο φωτιζόταν απ’ την αχνή κιτρινωπή άλω που εξέπεμπαν οι πυρακτωμένες λυχνίες.
Παραμονές της δεκαετίας του ’90, αν και αρχικά απλός θεατής των διεργασιών που οδήγησαν και στη δική μας ιδιωτική ραδιοφωνία, καθότι παρέμενα πιστός εργάτης του γραπτού δημοσιογραφικού λόγου, ένα παιχνίδι της τύχης, όπως γίνεται συνήθως, μ’ έφερε πίσω απ’ το μικρόφωνο ενός ραδιοφωνικού σταθμού που εξέπεμπε απ’ την πόλη της Κοζάνης με ομολογημένη όμως φιλοδοξία να γίνει η φωνή ολόκληρης της Δυτικής Μακεδονίας.
Ο «Μουσικός Δίαυλος» εκείνων των ημερών, στο 98 της συχνότητας των FM, έμελλε ν’ αποτελέσει την αρχή των δικών μου ημερών στο ραδιόφωνο, και τον πρώτο σημαντικό σταθμό μιας διαδρομής που συμπεριέλαβε το ΠΡΩΤΟ ΚΑΝΑΛΙ, εκ των πρωτοπόρων στα ερτζιανά της περιοχής μας, το βραχύβιο ΠΡΩΙΝΟΣ ΛΟΓΟΣ FM και το KLIK FM που έγραψε τη δική του μακρά και ξεχωριστή ιστορία.

Τρίτη, 6 Φεβρουαρίου 2018

Φύλακες της συλλογικής μας μνήμης



(Φωτογραφία της Σούλας Παλέντζα από τη συλλογή της για την αποκριά στην Κοζάνη)

Αποκριά στην Κοζάνη. Έθιμο συνυφασμένο με την ιστορική εξέλιξη της πόλης και απόδειξη πως ό,τι είναι καλά στερεωμένο στη συλλογική συνείδηση θυμίζει σκαλισμένο βράχο που το λειαίνει ο χρόνος χωρίς ωστόσο να καταφέρει να εξαφανίσει το αρχικό αποτύπωμα. Ένα αποτύπωμα στο οποίο εδράζεται ό,τι συνεισφέρουν διαρκώς οι γενιές πριν δώσουν τη σκυτάλη στις επόμενες που θα εντάξουν το έθιμο στην εποχή τους προσαρμόζοντας το αναλόγως, κρατώντας όμως ανέγγιχτη την αδιόρατη κλωστή που το ενώνει με τη μήτρα του.
Λογοτεχνία, θεατρικός λόγος, μουσική, εικαστικές τέχνες, συνέβαλαν στη διαιώνιση και ενίσχυση του μύθου της αποκριάς στην Κοζάνη, με τη φωτογραφία να συνεισφέρει κι εκείνη αποθησαυρίζοντας στιγμές που άλλες δείχνουν επαναλαμβανόμενες και άλλες διεκδικούν επάξια το χαρακτηρισμό της μοναδικής ή της ανεπανάληπτης.

Πέμπτη, 23 Νοεμβρίου 2017

Σεράγεβο, Ιρλανδία, Αφρική: όπου γης και κόλαση

altΓια το μυθιστόρημα της Edna O’ Brien «Μικρές κόκκινες καρέκλες» (μτφρ. Χριστίνα Σωτηροπούλου, εκδ. Κλειδάριθμος).

Στις 6 Απριλίου 2012, στην εικοστή επέτειο από την έναρξη της πολιορκίας του Σεράγεβο από τις σερβοβοσνιακές δυνάμεις, 
τοποθετήθηκαν 11.541 καρέκλες κατά μήκος των οκτακοσίων μέτρων του κεντρικού δρόμου της πόλης. 
Μια κενή καρέκλα για κάθε κάτοικο του Σεράγεβο που έχασε τη ζωή του στη διάρκεια των 1.425 ημερών της πολιορκίας. 
Οι 643 μικρές καρέκλες αντιπροσώπευαν τα παιδιά που σκοτώθηκαν από τα πυρά ελεύθερων σκοπευτών 
και από το βαρύ πυροβολικό που ήταν ακροβολισμένο στα γύρω βουνά.
Το μικρό αυτό κείμενο, προοίμιο στο βιβλίο της Edna O’ Brien Μικρές κόκκινες καρέκλες, προϊδεάζει τον αναγνώστη μόνο ως έναν βαθμό για το περιεχόμενό του. Διαβάζοντάς το θα συνειδητοποιήσει πως η συγγραφέας μιλά όχι μόνο για τις 11.541 άδειες καρέκλες του Σεράγεβο μα για τις εκατοντάδες χιλιάδες άδειες καρέκλες που υπάρχουν σ’ όλο τον σύγχρονο κόσμο. Καρέκλες που άδειασαν, και συνεχίζουν να αδειάζουν, εξαιτίας της βίας που γεννούν κηρυγμένοι και ακήρυχτοι πόλεμοι, που άλλοι μας απασχολούν όσο διαρκεί ένα δελτίο ειδήσεων και άλλοι που, ενώ εξελίσσονται με μεγάλη σφοδρότητα δημιουργώντας ποταμούς αίματος και δυστυχίας, η καθημερινότητά μας τους έχει εξοβελίσει στο μέγεθος ενός εσωτερικού μονόστηλου εφημερίδας με παρελθούσα ημερομηνία.
H συγγραφέας μιλά όχι μόνο για τις 11.541 άδειες καρέκλες του Σεράγεβο μα για τις εκατοντάδες χιλιάδες άδειες καρέκλες που υπάρχουν σ’ όλο τον σύγχρονο κόσμο. Καρέκλες που άδειασαν, και συνεχίζουν να αδειάζουν, εξαιτίας της βίας που γεννούν κηρυγμένοι και ακήρυχτοι πόλεμοι.
Κι έρχεται η κ. Edna O’ Brien, την οποία δικαίως οι Times χαρακτηρίζουν ως μεγάλη κυρία της λογοτεχνίας, να ανασηκώσει τα πέπλα της συλλογικής λήθης μ’ αυτό της το έργο. Μας οδηγεί σε μια γωνιά της Ιρλανδίας όπου ο γιατρός Βλαντ, πριν αποδειχθεί πως υπήρξε και αυτός άγγελος του θανάτου, που μπορεί να μην εξόντωνε ανθρώπους μέσω ιατρικών πειραμάτων όπως ο σατανικός Γερμανός ναζί Γιόζεφ Μένγκελε, ωστόσο τον συναγωνίστηκε σε αποτελεσματικότητα στρέφοντας τα όπλα του ακόμα και εναντίον αμάχων κάθε ηλικίας και φύλου στο Σεράγεβο, στη Σρεμπρένιτσα, δεν έχει βρει απλώς καταφύγιο αλλά και τη γενική αποδοχή…
Η μικρή ιρλανδική κοινωνία αγκαλιάζει τον κ. Βλαντ γοητευμένη απ’ τη φινέτσα, τον κοσμοπολίτικο αέρα και την πνευματική του καλλιέργεια και του παραδίδεται σχεδόν ολοκληρωτικά. Η αποκάλυψη της πραγματικής του ταυτότητας, όπως είναι φυσικό, λειτουργεί αποσταθεροποιητικά και διαλυτικά για όλα, σχεδόν, τα μέλη της. Για ένα όμως απ’ αυτά, τη Φιντέλμα, θα σηματοδοτήσει την απόλυτη καταστροφή της, καθώς το τίμημα που θα υποχρεωθεί να πληρώσει, για τη σύναψη ενός ιδιόμορφου ερωτικού δεσμού μαζί του, αποδεικνύεται τελικά πολύ βαρύ για το έγκλημα της.

Κυριακή, 12 Νοεμβρίου 2017

Ο Θανάσης Μαρκόπουλος «διαβάζει» 12 Έλληνες ποιητές

markopoulos maties 2Για τη συλλογή δοκιμίων του Θανάση Μαρκόπουλου «Ματιές ενόλω ΙΙ» (εκδ. Μελάνι).
Το έργο δώδεκα ποιητών, τριών της πρώτης γενιάς του μεταπολέμου, τεσσάρων της δεύτερης και πέντε της γενιάς του ’70, ιχνηλατεί ο ομότεχνός τους Θανάσης Μαρκόπουλος μέσα από ανάλογο αριθμό δοκιμίων που δημοσιεύτηκαν κατά τη διάρκεια μιας δεκαετίας (2005-2015) στα περιοδικά «Μανδραγόρας», «Νέα Εστία», «Παρέμβαση» και «Πορφύρας» και συγκεντρώθηκαν υπό την ίδια στέγη που φέρει τον τίτλο Ματιές ενόλω ΙΙ, από τις εκδόσεις Μελάνι (προηγήθηκαν το 2003 οι πρώτες Ματιές ενόλω, με οκτώ ποιητές, από τις εκδόσεις Σοκόλη).
Τον «ξένο πόνο» αναζητά και διερευνά για να κατανοήσει και να εισχωρήσει όσο βαθύτερα γίνεται στην ποίηση των άλλων, γνωρίζοντας από πρώτο χέρι και εξ ιδίας πείρας ότι ένα κείμενο δεν είναι απλώς γράμματα σ’ ένα χαρτί, αλλά ένας ολόκληρος κόσμος που ενυπάρχει στον κάθε δημιουργό, λειτουργώντας πολλές φορές ακόμα και εν αγνοία του ή χωρίς τη δική του συνδρομή, ο οποίος εμφανίζεται και αποκαλύπτεται μόλις αρχίζουν οι λέξεις να μορφοποιούνται συνθέτοντας ιδέες και νοήματα.
Σαχτούρης, Λειβαδίτης, Κωσταβάρας, Κέντρου-Αγαθοπούλου, Δημουλά, Λυκιαρδόπουλος, Νικηφόρου, Γκανάς, Μαυρουδής, Μπράβος, Γ. Μαρκόπουλος και Φωστιέρης, είναι οι δώδεκα πάνω στο έργο των οποίων σκύβει με σεβασμό και ιδιαίτερη επιμέλεια, δίνοντας σημασία ακόμα και στη λεπτομέρεια, ο Θ. Μαρκόπουλος, χωρίς να διακατέχεται από κάποια διάθεση εξωραϊσμού ή εξιδανίκευσης, αλλά με εμφανή την προσπάθεια να αναδείξει τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και γνωρίσματα του καθένα, για να παραδώσει τελικά στους δυνητικούς αναγνώστες του μια υποκειμενική, ωστόσο δίκαιη και έντιμη, αξιολόγηση του αποτυπώματος που άφησαν μέχρι τώρα στη λογοτεχνία μας οι ποιητές αυτοί.
«Δε γράφεται το ποίημα με ξένο πόνο»* είναι ο ακροτελεύτιος στίχος ενός ποιήματος του Θ. Μαρκόπουλου και φαίνεται στα δοκίμιά του πως αυτός είναι ο σταθερός οδηγός του. Τον «ξένο πόνο» αναζητά και διερευνά για να κατανοήσει και να εισχωρήσει όσο βαθύτερα γίνεται στην ποίηση των άλλων, γνωρίζοντας από πρώτο χέρι και εξ ιδίας πείρας ότι ένα κείμενο δεν είναι απλώς γράμματα σ’ ένα χαρτί, αλλά ένας ολόκληρος κόσμος που ενυπάρχει στον κάθε δημιουργό, λειτουργώντας πολλές φορές ακόμα και εν αγνοία του ή χωρίς τη δική του συνδρομή, ο οποίος εμφανίζεται και αποκαλύπτεται μόλις αρχίζουν οι λέξεις να μορφοποιούνται συνθέτοντας ιδέες και νοήματα. Για να το πετύχει δεν περιορίζεται μόνο στη δική του μελέτη και δεν οχυρώνεται πίσω απ’ το προσωπικό του κριτήριο, ακόμα και αν αυτό είναι προϊόν πολύχρονης και λεπτομερούς έρευνας που σε αρκετές περιπτώσεις είναι ξεκάθαρο πως γεννήθηκε και ωρίμασε ακολουθώντας τον εξεταζόμενο ποιητή βήμα, βήμα, ή για να ακριβολογούμε… στίχο, στίχο. Δανείζεται και χρησιμοποιεί γνώμες και ματιές και πολλών άλλων, κάτι που πιστοποιεί την ξεκάθαρη πρόθεσή του αφενός να διευρύνει την εικόνα που θέλει να παρουσιάσει και αφετέρου να ψηλαφήσει όλες τις πλευρές της κάθε ψηφίδας του ποιητικού τους έργου.

Βγαίνοντας από τον λαβύρινθο του Ισπανικού εμφυλίου

  Για το μυθιστόρημα του Κάρλος Ρουίθ Θαφόν «Ο λαβύρινθος των πνευμάτων» (μτφρ. Βασιλική Κνήτου, εκδ. Ψυχογιός). Ισπα...