Παρασκευή, 25 Μαΐου 2018

Η φιλόλογος Αγνή Παπακώστα για την Προφητεία του Μότσαρτ


Της Αγνής Παπακώστα, φιλολόγου.
Η παρουσίαση ενός βιβλίου, ιδίως επειδή απευθύνεται σ' ένα εν δυνάμει αναγνωστικό κοινό, το οποίο δεν έχει μυηθεί ακόμα στο λογοτεχνικό σύμπαν του και με την προοπτική να το παρακινήσει να το εξερευνήσει, είθισται να περιστρέφεται με διθυραμβικό τρόπο γύρω από τον μύθο και την ιστορία του, ώστε να αποτελέσει μια γέφυρα επικοινωνίας ανάμεσα στο δημιουργό και τους αναγνώστες του.
Η Προφητεία του Μότσαρτ του Μιχάλη Πιτένη αντιστέκεται σθεναρά σε μια παρόμοια τακτική παρουσίασης, όχι τόσο γιατί ο μύθος είναι πλεγμένος με τέτοιο τρόπο, ώστε να είναι δύσκολο να αποδοθεί με μια αφηγηματική, αναδιηγηματική διάσταση, αλλά κυρίως επειδή κάτι τέτοιο θα στερούσε πολλά από τη δυναμική του ίδιου του βιβλίου που επιβάλλεται με περισσότερους και ουσιαστικότερους τρόπους απ' ό,τι η υπόθεση, ο μύθος του. Με άλλα λόγια, το βιβλίο προκρίνει άξονες λογοτεχνικούς και θεωρητικούς που το καταξιώνουν αισθητικά και εδραιώνει ουσιαστικά τη λογοτεχνική του υπόσταση μέσα από ένα μωσαϊκό αναφορών και διακειμενικών επιδράσεων, τις οποίες θα συνοψίσω στο δίπολο αυτοαναφορικότητα αφενός και ο ρόλος της γυναίκας συμβόλου αφετέρου.
Η αυτοαναφορικότητα ως εργαλείο προσέγγισης που προσφέρει η θεωρία της λογοτεχνίας για το ξεκλείδωμα του λογοτεχνικού κειμένου συνίσταται στην άμεση ή έμμεση παραπομπή στον τρόπο με τον οποίο δομείται το ίδιο το κείμενο και σ' ένα δεύτερο επίπεδο, ευρύτερα, στο σύνολο των αναφορών που το καθιστούν δίαυλο επικοινωνίας του συγγραφέα με άλλες μορφές τέχνης στη διαχρονική τους διάσταση.
Το καταπληκτικό με την Προφητεία του Μότσαρτ είναι το γεγονός ότι, με βάση τον παραπάνω απλουστευτικό ορισμό ενός σύνθετου όρου της λογοτεχνικής θεωρίας, η αυτοαναφορικότητα καθίσταται η κυρίαρχη εντύπωση που αποκομίζει ο αναγνώστης απ' τις πρώτες σελίδες του βιβλίου και η αίσθηση αυτή, όσο προχωρά η ανάγνωση εδραιώνεται, καθώς για την επίτευξη της συνεργάζονται όλα τα επιμέρους δομικά στοιχεία του ίδιου του κειμένου: ο μύθος με ό,τι τον απαρτίζει (πρόσωπα, χρόνος, χώρος), η αφηγηματική τεχνική, η προοδευτική αποκάλυψη, η σταδιακή και με προσεκτικά βήματα δόμηση της ιστορίας, το σπαραγματικό στοιχείο, η εγκιβωτισμένη αφήγηση και οι επίμονες αναφορές με διεισδυτική, λεπτομερή παράθεση στοιχείων που καλύπτουν διάφορους τομείς του επιστητού και της αισθητικής με κυρίαρχη την ποιοτική υπεροχή της μουσικής της οποίας ο κομβικός ρόλος θ' αναλυθεί στη συνέχεια σε συνάφεια με τον τίτλο του βιβλίου.
Η αναλυτικότερη παρουσίαση των παραπάνω σημείων και η στενή παρακολούθηση του τρόπου με τον οποίο συμπλέκονται και διαπλέκονται θα οδηγούσε αβίαστα στη διαπίστωση πως το πιο προκλητικό και ώριμο στοιχείο του βιβλίου αποτελεί η αφηγηματική του τεχνική. Μέσα από μια τριτοπρόσωπη αφήγηση ενός παντογνώστη αφηγητή με καθολική εποπτεία στο χώρο, το χρόνο και τα πρόσωπα στη μυθική, μυθοπλαστική ή ιστορική τους διάσταση ξετυλίγεται με σπειροειδή τρόπο η ιστορία με την πολύτιμη συνδρομή του διαλόγου που φωτίζει καλύτερα τις πράξεις, τις προθέσεις, τις σκέψεις και τα συναισθήματα των ηρώων. Κι ενώ η πρακτική αυτή τηρείται ευλαβικά και δεν ανατρέπεται ουσιαστικά ποτέ σ' όλο το εύρος της ιστορίας, ο μύθος δραστικά κυριαρχείται και κατατρύχεται από τη δυναμική του χρόνου, υπονομεύοντας έτσι την επίφαση της συνέπειας της τριτοπρόσωπης αφήγησης. Η αντικειμενικότητα του ουδέτερου, εξωτερικού παρατηρητή φορτίζεται έντονα και φαλκιδεύεται από τη συμβολή της χρονικής διάστασης που κατακερματίζει τον ενιαίο αφηγηματικό ιστό σε επιμέρους σπαράγματα ιστοριών που μ' έναν εκπληκτικό τρόπο συνδέονται στο τέλος του μυθιστορήματος.

Δευτέρα, 21 Μαΐου 2018

Η συνάντηση μου με το γνήσιο απόγονο του Αριστοτέλη!


Βλέποντας τις πολλές φωτογραφίες της επίθεσης κατά του κ. Γιάννη Μπουτάρη, εκείνη που με σόκαρε περισσότερο απ’ όλες τις άλλες ήταν αυτή με το γονιό που τον καταδίωκε χειρονομώντας με το δεξί του χέρι και βρίζοντας τον, ενώ με το αριστερό κρατούσε σφιχτά πάνω του το κοριτσάκι του.
Θέλοντας και μη θυμήθηκα ένα περιστατικό που μου συνέβη Κυριακή πρωί πριν αρκετό καιρό.
Περπατούσα σε μια περιοχή εκτός της Κοζάνης (στο δρόμο προς Άργιλο), όπου υπάρχουν μεγάλα και φαρδιά πεζοδρόμια για πεζούς και ποδηλάτες. Φτάνοντας στο ύψος του δρόμου όπου βρίσκονται γήπεδα ποδοσφαίρου που κάθε Σαββατοκύριακο σφύζουν από ζωή και αντιλαλούν παιδικές φωνές, πάνω στο πεζοδρόμιο βρισκόταν ένα αυτοκίνητο κλείνοντας μου το δρόμο. Χωρίς να μειώσω την ταχύτητα μου προσπάθησα να το προσπεράσω από δεξιά (αριστερή πλευρά του οχήματος) όταν ξαφνικά ο οδηγός ανοίγει την πόρτα. Ίσα που προλαβαίνω να την αποφύγω και βρίσκομαι να παραπατώ εκτός πεζοδρομίου, καταφέρνοντας τελικά να μην σωριαστώ στο χώμα. Γυρίζω προς τον… απρόσεκτο οδηγό ανοίγοντας τα χέρια μου και του λέω: ¨Τι κάνεις; Δε βλέπεις..; Μέγα λάθος! Με περιλούζει με βρισιές και αξιοσημείωτο πάθος! Το ¨θες κάτι;¨ στο τέλος, συνοδευόμενο από την ανάλογη χειρονομία, καταλυτικό.
Δεν είπα τίποτα καθώς δεν σκόπευα να το κάνω. Έκπληκτος μόνο τον ακούω να στρέφεται προς το μικρό του γιο (υποθέτω) και να του λέει: ¨Αριστοτέλη. Και όπως είπαμε…¨.
Βλέποντας πως έχει να κάνει με… κότα (εμένα δηλαδή), ξαναμπαίνει στο όχημα του, μου ρίχνει αποδοκιμαστικό βλέμμα, μαρσάρει και αποχωρεί αφήνοντας με να αναρωτιέμαι, χαμογελώντας: ¨Να τον λένε άραγε Νικόμαχο; Γιατί όχι; Φυσιογνωμικά, τουλάχιστον, έμοιαζε με το μεγάλο Σταγειρίτη φιλόσοφο, τον πατέρα της λογικής, για τον οποίο προφανώς θα είναι περήφανος…            

Τετάρτη, 2 Μαΐου 2018

Ένα συγκλονιστικό βιβλίο- καταδίκη της εκμετάλλευσης ανθρώπων

“ΥΠΟΓΕΙΟΣ ΣΙΔΗΡΟΔΡΟΜΟΣ”, του Κόλσον Γουάϊτχεντ,
εκδόσεις ΨΥΧΟΓΙΟΣ
Ανατριχιάζεις! Στιγμές, καθώς οι λέξεις γίνονται ψηφίδες ζωντανών εικόνων, νιώθεις πως γλιστράς στα σκοτεινά έγκατα της γης ελπίζοντας πως θα σταματήσεις σε κάποιον απ’ τους σταθμούς του μυθικού υπόγειου σιδηρόδρομου που διασχίζει τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, αισθάνεσαι το τράνταγμα του κάρου να σου πληγώνει την πλάτη και να κάνει τα κόκαλα σου να πονάνε καθώς στριμώχνεσαι δίπλα στην Κόρα και τον Σίζαρ, ασφυκτιάς κουλουριασμένος στη στενή σοφίτα και αγριεύεσαι όταν ακούς τις φωνές των λευκών που κρεμάνε λίγα μέτρα πιο πέρα, αλαλάζοντας, κάποιον άτυχο που έπεσε στα χέρια τους. Ελπίζεις, χωρίς να το πολυπιστεύεις, πως εσύ θα τα καταφέρεις, σ’ αυτή τη χώρα που το μαύρο υπάρχει στις ψυχές πολλών ανθρώπων και είναι πολύ πιο σκούρο απ’ αυτό που υπάρχει στο χρώμα του δικού σου δέρματος.
Όχι δεν πρόκειται για φαντασίωση αλλά για τα συναισθήματα που σου προκαλεί το βιβλίο του Κόλσον Γουάϊτχεντ, «ΥΠΟΓΕΙΟΣ ΣΙΔΗΡΟΔΡΟΜΟΣ», εκδόσεις ΨΥΧΟΓΙΟΣ. Ένα βιβλίο που δεν αφηγείται απλώς μια ιστορία του 19ου   αιώνα στην Αμερική, ίσως τα πιο σκληρά χρόνια της δουλείας, αλλά καταφέρνει να σε οδηγήσει στο να γίνεις μέρος της, συμμετέχοντας και συμπάσχοντας, σ’ αυτή την αγωνιώδη προσπάθεια της πρωταγωνίστριας του, της νεαρής σκλάβας Κόρα, να κερδίσει την ελευθερία της και την ίδια της τη ζωή.

Τρίτη, 1 Μαΐου 2018

Όταν το θυμικό πυρπολεί τη λογική- Για το μυθιστόρημα του Βαγγέλη Ραπτόπουλου «Ο άνθρωπος που έκαψε την Ελλάδα» (εκδ. Κέδρος).

  

«Στο βάθος, θα έλεγε κανείς ότι αυτό το μυθιστόρημα υπήρξε προϊόν του φόβου που βίωσα το 2012 –όταν τα δικά μου έσοδα μηδενίστηκαν και η εφημερίδα όπου δούλευε η γυναίκα μου έκλεισε– ότι, εάν μείνει άστεγη η μεσαία τάξη όπως εμείς, τότε θα καεί η Ελλάδα.
Έμπνευσή μου υπήρξαν, επίσης, η νεύρωση της Αριστεράς (εάν όχι η ψύχωσή της, για να θυμηθούμε τον Αποστολάκη) με τις λαϊκές εξεγέρσεις, η πολύτιμη έκφρασή μας “πυρ και μανία”, αλλά και το απωθημένο σχεδόν όλων των Νεοελλήνων να καούν όλα, “πουτάνα όλα!”. Ή όπως θα το έθεταν οι αρχαίοι ημών πρόγονοι “γαία πυρί μειχθήτω”».
Έμπνευσή μου υπήρξαν, επίσης, η νεύρωση της Αριστεράς (εάν όχι η ψύχωσή της, για να θυμηθούμε τον Αποστολάκη) με τις λαϊκές εξεγέρσεις, η πολύτιμη έκφρασή μας “πυρ και μανία”, αλλά και το απωθημένο σχεδόν όλων των Νεοελλήνων να καούν όλα, “πουτάνα όλα!”.
Σ’ αυτές τις δύο παραγράφους απ’ το σημείωμα του Βαγγέλη Ραπτόπουλου στο νέο του βιβλίο Ο άνθρωπος που έκαψε την Ελλάδα εμπεριέχονται οι βασικές πρώτες ύλες που χρησιμοποίησε για να συνθέσει αυτό το μυθιστόρημά του. Ένα μυθιστόρημα που εξελίσσεται και ολοκληρώνεται τόσο μέσα από τις αφηγήσεις τριών προσώπων-κεντρικών ηρώων, του «εμπρηστή» της Ελλάδας Δημήτρη Αποστολάκη, της συμβίας του και του στενού φίλου του, όσο και από σχετικά σπαράγματα δημοσιευμάτων που αλίευσε ο συγγραφέας σε διάφορες εφημερίδες και ενημερωτικές ιστοσελίδες, αλλά και στα social media. Έτσι ο Ραπτόπουλος πετυχαίνει αφενός να δώσει έναν γρήγορο ρυθμό στο κείμενό του και αφετέρου να το «ανοίξει» σε μεγάλο βαθμό, στην προσπάθεια που κάνει να αποτυπώσει τη δική του οπτική –και φυσικά την αγωνία και τον φόβο του, όπως ομολογεί κι ο ίδιος– για την πολύχρονη κρίση της χώρας μας που, δυστυχώς, ακόμα καλά κρατεί, και τις επιπτώσεις της, ιδιαίτερα στη μεσαία τάξη.
Η σύγχρονη και ρέουσα γλώσσα που χρησιμοποιεί συμβάλλει στο να σχηματιστούν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο εικόνες που άλλοτε προκαλούν χαμόγελα στον αναγνώστη, άλλοτε τον προβληματίζουν και ενίοτε τον σοκάρουν. Σε καμιά περίπτωση πάντως δεν τον αφήνουν αδιάφορο. Ειδικά όταν περιγράφει τη ζωή των αστέγων της Αθήνας, ο συγγραφέας με τα παραδείγματα που επιλέγει, τα οποία δεν είναι αποκυήματα της φαντασίας του αλλά αφορούν πραγματικούς ανθρώπους, εκτός του ότι φωτίζει μια απ’ τις υπαρκτές συνέπειες της κρίσης, από εκείνες που ενδεχομένως να μην απασχόλησαν ή να μην απασχολήσουν ποτέ τους περισσότερους από μας, μας οδηγεί και στο να συνειδητοποιήσουμε πόσο εύκολο είναι τελικά να κυλήσει κανείς από το ένα επίπεδο στο άλλο. Από τη βεβαιότητα της καθημερινότητας που του προσφέρει μια δουλειά, ένα σπίτι, μια οικογένεια, στον ανελέητο αγώνα της επιβίωσης στο πεζοδρόμιο, ανάμεσα στις στοίβες των σκουπιδιών και στα καταλύματα από χαρτόκουτα και βρόμικα στρωσίδια, ανταγωνιζόμενος μέρα νύχτα ανθρώπους που δεν έχουν να περιμένουν και να ελπίζουν τίποτα.

Δευτέρα, 5 Μαρτίου 2018

Βγαίνοντας από τον λαβύρινθο του Ισπανικού εμφυλίου

 Για το μυθιστόρημα του Κάρλος Ρουίθ Θαφόν «Ο λαβύρινθος των πνευμάτων» (μτφρ. Βασιλική Κνήτου, εκδ. Ψυχογιός).

alt















Ισπανία, στο μέσον περίπου της δικτατορίας του Φράνκο. Το καθεστώς διαθέτει πια βαθιές ρίζες, τα πάθη και τα μίση φαίνεται να έχουν καταλαγιάσει, οι νικητές απολαμβάνουν τα προνόμιά τους κι οι ηττημένοι έχουν λουφάξει ή αποδεχτεί τη μοίρα τους. Βέβαια μια τέτοια εικόνα μόνο ουτοπική μπορεί να είναι, καθώς ό,τι επιβάλλεται με τη δύναμη των όπλων και έπειτα από μια σφοδρή και αιματοβαμμένη εμφύλια σύρραξη αφήνει πάντα ανοιχτούς λογαριασμούς και πληγές που πυορροούν. Λογαριασμούς παλιούς μεταξύ όσων αναμετρήθηκαν κάποτε στα πεδία των μαχών, που δεν είναι όμως οι μόνοι, καθώς προστίθενται διαρκώς και καινούργιοι, εκείνοι που ανοίγουν μεταξύ των ευνοημένων της επικρατούσας κατάστασης εξαιτίας της απληστίας τους για χρήμα και εξουσία που ικανοποιήθηκε μόνο πρόσκαιρα με τη διανομή των λαφύρων την επομένη της νίκης τους, χωρίς ωστόσο να πάψει ποτέ να αποδεικνύει πως εκτός από ακόρεστη είναι και ανεξέλεγκτη.
Ήταν η εποχή της εκδίκησης αλλά και της ανταμοιβής. Όλοι οι τομείς της ζωής στην Ισπανία επανακαθορίζονταν και, ενώ πολλοί έπεφταν στη λήθη, στην απομόνωση και στη φτώχεια, άλλοι τόσοι συνεργάτες αποκτούσαν θέσεις εξουσίας και πόρους. Δεν υπήρχε γωνιά της δημόσιας ζωής που να μην εφαρμόζονταν αυτού του είδους η κάθαρση με απαράμιλλο ζήλο.
«Ήταν η εποχή της εκδίκησης αλλά και της ανταμοιβής. Όλοι οι τομείς της ζωής στην Ισπανία επανακαθορίζονταν και, ενώ πολλοί έπεφταν στη λήθη, στην απομόνωση και στη φτώχεια, άλλοι τόσοι συνεργάτες αποκτούσαν θέσεις εξουσίας και πόρους. Δεν υπήρχε γωνιά της δημόσιας ζωής που να μην εφαρμόζονταν αυτού του είδους η κάθαρση με απαράμιλλο ζήλο. Οι αλλαγές στρατοπέδου, παράδοση βαθιά ριζωμένη στα χώματα της Ιβηρικής, εκτελούνταν με αριστοτεχνική επιδεξιότητα».
Μ’ αυτά τα λόγια ο Ισπανός (γεννημένος στη Βαρκελώνη) συγγραφέας Κάρλος Ρουίθ Θαφόν περιγράφει στο μυθιστόρημά του Ο λαβύρινθος των πνευμάτων την κατάσταση στη χώρα του με τη λήξη του εμφυλίου, μια εικόνα που, όπως θα φανεί μέσα απ’ το έργο του αυτό, παραμένει σε γενικές γραμμές ίδια και απαράλλαχτη και είκοσι χρόνια μετά. Αν κάτι έχει αλλάξει είναι ο τρόπος ξεκαθαρίσματος των λογαριασμών που τώρα πια δεν γίνεται απροκάλυπτα και στο φως της μέρας, έχοντας το άλλοθι και τη δικαιολογία πως «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα», αφού ο σκοπός έχει επιτευχθεί. Τώρα πια τα περισσότερα συμβαίνουν κρυφά και στο σκοτάδι, όπως αρμόζει σ’ ένα καθεστώς που θέλει να προβάλει ως ένα από τα προτερήματά του το ότι χάρη σ’ αυτό επικρατεί τάξη και ειρήνη. Αυτή τη φενάκη που αρέσκεται να καλλιεργεί κάθε ολοκληρωτικό και αντιδημοκρατικό καθεστώς.

Παρασκευή, 2 Μαρτίου 2018

Με τη ματιά του Κώστα Ντιό

Με τη ματιά και το ταλέντο του Κώστα Ντιό.
Ο εξαίρετος καλλιτέχνης, και πολύ καλός φίλος, χρησιμοποίησε ως μοντέλο του το "φαίνεσθαι", εξ ου και το ανάλογο αποτέλεσμα. Αν επέλεγε το "αισθάνεσθαι", σίγουρα θα με απεικόνιζε 25 χρόνια, τουλάχιστον, νεότερο... 
Καλύτερα έτσι. Αποφεύγω και το... ξεμάτιασμα ("Κοίτα τον, αγέραστος είναι!" "Μπα. Ο Ντιός τον έκανε έτσι, γιατί τον έχει φίλο...")

Τετάρτη, 28 Φεβρουαρίου 2018

Ο φακός του Μάρκου και η νοσταλγία



Το χιόνι πέτρωνε στους δρόμους. Τα χασάπικα και τα μανάβικα της πλατείας Λασσάνη θύμιζαν σπίτια των ανέμων καθώς έμπαζαν από παντού. Στα πεζοδρόμια κάποιοι έκαιγαν μέσα σε τενεκέδες ξύλινα τελάρα φρούτων και γύρω τους στριμώχνονταν ο ένας δίπλα στον άλλο με απλωμένα χέρια πάνω απ' τη φωτιά μπας και ζεσταθούν λίγο.
Πολλές και αξέχαστες οι μορφές των ανθρώπων που έζησαν, κυριολεκτικά, μια ζωή εκεί. Η πρώτη, και ξεχωριστή, που μου 'ρχεται στο μυαλό, του Καραμπόζα με το μανάβικο. Μικρόσωμος, αεικίνητος, με την ποδιά, τη μεσάλα, περασμένη γύρω απ'  τη μέση να γλύφει τα παπούτσια του και το έδαφος, το τσιγάρο κολλημένο στην άκρη των χειλιών, στριφογυρνούσε ανάμεσα στους πάγκους που 'ταν γεμάτοι φρούτα και λαχανικά, επιθεωρώντας διαρκώς το εμπόρευμα. Κι όταν έκρινε πως κάτι έλειπε να κατηφορίζει με τα μικρά γρήγορα βήματα του ίσα με τα μαγαζιά των χονδρεμπόρων στην αλάνα της πλατείας, γύρω απ' το ξενοδοχείο ΑΝΕΣΙΣ, για να το προμηθευτεί.
Πολλές φορές μιλάμε με νοσταλγία για τα κτίρια που χάθηκαν, τα γραφικά στενά που ισοπεδώθηκαν και χάθηκε η Κοζάνη που ξέραμε κι αγαπούσαμε στα παιδικά μας χρόνια. Μα σαν το συλλογιέμαι καλύτερα, συνειδητοποιώ πως οι άνθρωποι είναι που μου λείπουν. Τα βήματα τους που αντηχούσαν στα σοκάκια, τις ανάσες τους που ζέσταιναν τα σπίτια και τα μαγαζιά, οι φωνές τους που αχολογούσαν στις γειτονιές...
Γι' αυτό κάθε που ξεφυτρώνει μια φωτογραφία σαν αυτές του φίλου του Μάρκου (Πατσίκα) σκύβω μπας και αναγνωρίσω εκείνον που περπατά, τους άλλους που μιλάνε μεταξύ τους ή την κυρία που λοξοκοιτά μια βιτρίνα, όλοι τους ανυποψίαστοι πως εκείνη τη μέρα θα περνούσαν στην αθανασία εξ αιτίας ενός επίμονου και διακριτικού φωτογράφου. Κι ακόμα κι αν δεν τους ταυτοποιήσω, τι σημασία έχει; Η πόρτα της μνήμης έχει ανοίξει πάλι για να βρεθώ ξανά μες το κάδρο του Μάρκου κατηφορίζοντας την Ερμού, προσεκτικά μη γλιστρήσω και φάω τα μούτρα μου, περνώντας μπροστά από χασαπλιά και μανάβικα, μέχρι να φτάσω εκεί όπου ο παππούς μου ο Κοκκαλιάρης δίπλα στη φλογισμένη σόμπας του καφενείου της Κατίνας,  κολλητά στο χονδρεμπορικό των παιδιών του, θα μου δώσει σιωπηλός ένα δεκάρικο για να πεταχτώ απέναντι στο περίπτερο του Θανάση και να του αγοράσω το πλακέ πακέτο με τα άφιλτρα τσιγάρα του...         

Η φιλόλογος Αγνή Παπακώστα για την Προφητεία του Μότσαρτ

Της Αγνής Παπακώστα, φιλολόγου. Η παρουσίαση ενός βιβλίου, ιδίως επειδή απευθύνεται σ' ένα εν δυνάμει αναγνωστικό κοινό, το οποίο...