Παρασκευή, 10 Μαΐου 2013

Δάσκαλε, τι διδάσκεις; (Νο 2)- Τα κάστρα δεν πέφτουν μόνο αλλά και αλλάζουν από μέσα.


           Χθες, δημοσίευσα ένα άρθρο με τον τίτλο «Δάσκαλε, τι διδάσκεις;» παίρνοντας αφορμή από την απειλή της ΟΛΜΕ να προχωρήσει σε απεργία την περίοδο των πανελλήνιων εξετάσεων. Όπως ήταν φυσικό και επόμενο υπήρξαν διάφορες αντιδράσεις, κάτι που εξηγείται απ΄ το γεγονός πως ο καθένας προσεγγίζει με διαφορετικό τρόπο ένα θέμα, ανάλογα με τις γνώσεις που έχει γύρω απ΄ αυτό, την εμπειρία του και τον τρόπο που σκέφτεται. Βέβαια, όταν ένα άρθρο δεν αξιολογείται συνολικά αλλά αποσπασματικά, όπως είδα να συμβαίνει μέσα από διάφορα σχόλια που απλώς αναπαρήγαγαν ολόκληρες, ή μέρη φράσεων μου, τότε είναι πολύ πιθανό, έως σίγουρο, να οδηγηθείς σε λάθος συμπέρασμα, διότι ισχύει η απλή λογική πως κοιτώντας το δένδρο (μια φράση), χάνεις το δάσος (το συνολικό νόημα).
            Αν το άρθρο μου αφορούσε οποιοδήποτε άλλο θέμα, δεν θα επανερχόμουν, αλλά επειδή αφορά το κορυφαίο, για μένα, θέμα της παιδείας, επανέρχομαι για να προσθέσω όσα, κακώς, δεν συμπεριέλαβα στο χθεσινό, χάριν της οικονομίας χώρου και λέξεων.
            Να ξεκινήσω με το γιατί θεωρώ το θέμα παιδεία κορυφαίο. Πιστεύω ακράδαντα πως δεν βιώνουμε απλώς μια πρωτοφανή  οικονομική κρίση, αλλά μια πολυποίκιλη κρίση αξιών, η οποία μας αναγκάζει να αναθεωρήσουμε πολλές βεβαιότητες και δεδομένα που είχαμε ως κοινωνία.

Ένα απ΄ αυτά είναι η παιδεία που λαμβάναμε όλα αυτά τα χρόνια μέσω του εκπαιδευτικού μας συστήματος, το οποίο, για να μην κρυβόμαστε πίσω απ΄ το δάχτυλο μας, είχε προσαρμοστεί απολύτως στις αδηφάγες και απάνθρωπες συνθήκες της ελεύθερης αγοράς. Επικράτησε η λογική, «ό,τι δίνεις εκείνο παίρνεις», με αποτέλεσμα η είσοδος σε μια καλή, και υψηλής ζήτησης, πανεπιστημιακή σχολή, να εξαρτάται, σε μεγάλο βαθμό, από τα πόσα φροντιστήρια, και για πόσο διάστημα, θα έκανε ο μαθητής. Αποτέλεσμα; Να δημιουργούνται οι προϋποθέσεις για να διαιωνίζονται οικονομικές και κοινωνικές διαφορές, οι οποίες μέσω της εκπαίδευσης διατηρούνται και περνούν από γενιά σε γενιά.
Έτσι, το θέμα παιδεία άρχισε να χάνει τα σημαντικά και τόσο απαραίτητα για την εξέλιξη του ανθρώπου χαρακτηριστικά του, και κατέληξε να ενταχθεί στο καθημερινό μας χρηματιστήριο οικονομικών αξιών, όπως συνέβη στη χώρα μας και με άλλα σημαντικά αγαθά. Κοντολογίς, αν διαθέτεις το χρήμα, το παιδί σου θα μπορεί να σπουδάσει σε καλή σχολή, όπως και αν αρρωστήσεις οι πιθανότητες να σωθείς είναι μεγαλύτερες εφόσον μπορείς να αντέξεις το κόστος των «καλών» γιατρών και των ιδιωτικών θεραπευτηρίων.
Αν, λοιπόν, πιστεύετε πως δεν μας τιμά ως κοινωνία ο τρόπος με τον οποίο διαμορφώσαμε σημαντικούς θεσμούς όπως είναι η εκπαίδευση και η υγεία (σ. σ. για να μην επεκταθώ σε άλλους), τότε πρέπει να απαντήσουμε όλοι μαζί, αλλά και ο καθένας χωριστά, στο ερώτημα γιατί επιτρέψαμε να συμβεί αυτό.
Γνωρίζαμε τι ακριβώς συμβαίνει αλλά είτε αδιαφορούσαμε, είτε συμμετείχαμε και συνεργαζόμασταν στο να εξελιχθούν έτσι τα πράγματα, ο καθένας από τη θέση του και με τον τρόπο του.
Είμαστε εμείς οι ίδιοι που κλείσαμε εθνικές οδούς γιατί η ομάδα μας αδικήθηκε απ΄ τη διαιτησία, αλλά δεν κλείσαμε ούτε επαρχιακό δρόμο επειδή τα παιδιά μας δεν απολάμβαναν ένα εκπαιδευτικό σύστημα που αρμόζει σε μια σύγχρονη και προοδευμένη κοινωνία, όπως θέλουμε να λεγόμαστε.
Το έγραψα και χθες. Φταίμε όλοι γι΄ αυτή την κατάσταση.
Και το ΄χα  ξαναγράψει παλιότερα. Για μένα είναι το ίδιο απαράδεκτο το να υπάρχουν ιδιαίτερα φροντιστήρια, όπως και οργανωμένα και επίσημα αναγνωρισμένα απ΄ την… εφορία. Κατηγορήθηκα γι΄ αυτό με το αιτιολογικό ότι οι πρώτοι φοροδιαφεύγουν, ενώ οι δεύτεροι αποδίδουν φορολογητέα ύλη στο κράτος! Σοβαρά; Το θέμα της παιδείας είναι ζήτημα απόδοσης ΦΠΑ;
Κατά την προσωπική μου άποψη φυσικά δεν είναι και είχα γράψει τότε πως κατά τη γνώμη μου δάσκαλοι και καθηγητές πρέπει να είναι απ΄ τους καλύτερα αμειβόμενους δημόσιους υπαλλήλους, που θα λειτουργούν, μαζί με τα παιδιά μας, στους καλύτερους, πιο σύγχρονους και πιο οργανωμένους χώρους, αλλά με έναν όρο. Όποιος πιάνεται να κάνει έστω και μια ώρα μάθημα εκτός σχολείου με αμοιβή, να χάνει αυτομάτως τη θέση του.
Το γιατί δεν έγινε ποτέ αυτό, όχι σήμερα που λόγω της οικονομικής κρίσης οδηγηθήκαμε όλοι σε δραματικές μειώσεις μισθών που κινούνται πλέον κάτω από τα όρια όχι της αξιοπρέπειας, αλλά της  επιβίωσης, οφείλεται φυσικά στο ότι δεν υπήρξε ποτέ επιλογή καμιάς πολιτικής ηγεσίας, αλλά ούτε και απαίτηση της ίδιας της κοινωνίας. Και άντε καλά η πρώτη, ίσως και να τη συνέφερε όλο αυτό το αλισβερίσι. Η δεύτερη όμως; Γιατί δεν απαίτησε ένα σύγχρονο και αποτελεσματικό εκπαιδευτικό σύστημα και βολεύτηκε με τα ημίμετρα και τα αλλεπάλληλα μπαλώματα, που τελικά έναν σκοπό εξυπηρέτησαν. Αντί μέσα στα σχολεία να καλλιεργείται πραγματικά το πνεύμα των παιδιών προκειμένου να αποκτήσουν κριτική σκέψη, καλλιεργούνταν απλώς ένας στείρος ανταγωνισμός, ο οποίος σε πολλές περιπτώσεις δεν τροφοδοτούνταν απ΄ το όνειρο του παιδιού αλλά απ΄ το απωθημένο του γονιού.
Σε ό,τι αφορά τις ώρες διδασκαλίας, για τις οποίες γίνεται πολύς λόγος τελευταία, με πολλούς και διάφορους να επικαλούνται τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, το να εστιάσουμε στο αν πρέπει να είναι 20, 22, ή 25 είναι αποπροσανατολιστικό, γιατί πάλι δεν ασχολούμαστε μ΄ αυτό που έπρεπε να είναι το βασικό ζητούμενο. Τι αποδίδουν οι ώρες αυτές και αν τελικά έχουμε το αποτέλεσμα που πρέπει.  
Φυσικά και δεν θεωρώ αποκλειστικά ή μόνους υπεύθυνους τους εκπαιδευτικούς για όλα αυτά. Έχουν βέβαια το δικό τους μερίδιο. Θα ήθελα όμως να τους πω κάτι κι ας με παρεξηγήσουν. Υπάρχει η φράση πως «τα κάστρα πέφτουν από μέσα», την οποία θέλω να παραλλάξω κάνοντας την «τα κάστρα αλλάζουν και από μέσα». Γι΄ αυτό μήπως θα έπρεπε να σκεφτούν κάποια στιγμή σοβαρά να ξεκινήσουν αυτοί αλλάζοντας όσα στραβά φτιάξαμε όλοι μαζί στο εκπαιδευτικό μας σύστημα; Δεν ξέρω πόσοι θα τους στηρίξουν, αν και θα ΄πρεπε να το κάνουμε όλοι μας. Το σίγουρο είναι πως αυτοί είναι οι δάσκαλοι και αυτοί ξέρουν καλύτερα απ΄ τον καθένα τι σημαίνει «δίνω το καλό παράδειγμα».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου