Παρασκευή, 19 Απριλίου 2013

Για τα… μπάζα!


            Κυκλοφορούσε ως σύντομο ανέκδοτο στα μέσα της δεκαετίας του ΄90. «Πώς λέγεται στα γιαπωνέζικα ο Αλβανός; Για τα μπάζα!».
            Πολλές φορές με το χιούμορ, ακόμα και μ΄ ένα σύντομο ανέκδοτο, λέμε μεγάλες αλήθειες. Και μια μεγάλη αλήθεια είναι πως όσο και αν μας σοκάρουν και μας ανησυχούν τα πρόσφατα γεγονότα της Μανωλάδας, λόγω της φύσης και της έκτασης τους, αλλά και εξ αιτίας της δημοσιότητας που έλαβαν, δεν είναι κάτι που συνέβη για πρώτη φορά. Δεν μιλάμε φυσικά για πυροβολισμούς και απόπειρες ανθρωποκτονίας, αλλά αναφερόμαστε σε άλλα, εξίσου απαράδεκτα, ρατσιστικά γεγονότα, τα περισσότερα των οποίων δεν καταγράφηκαν απ΄ τα μέσα ενημέρωσης, αλλά είναι γνωστά σε πάρα πολλούς συμπατριώτες μας.

            Ο μύθος πως εμείς οι Έλληνες δεν είμαστε ρατσιστές, μια απ΄ τις πολλές… αρετές που διαθέτουμε, καταρρίφθηκε λίγο πριν τα μέσα της δεκαετίας του ’90 όταν εμφανίστηκαν στα μέρη μας οι πρώτοι Αλβανοί, που μετά την κατάρρευση του απάνθρωπου κομμουνιστικού καθεστώτος του Εμβέρ Χότζα και του Ραμίζ Αλία, βρίσκουν την πόρτα της χώρας μας ανοιχτή και εισρέουν κατά χιλιάδες, αναζητώντας ένα κομμάτι ψωμί, σε ορισμένες περιπτώσεις, μάλιστα, κυριολεκτικά.

            Πάρα πολλοί συμπατριώτες μας τους φέρθηκαν ανθρώπινα. Ναι μεν τους χρησιμοποίησαν σε διάφορες, δύσκολες χειρονακτικές εργασίες, αλλά τους αντάμειψαν ικανοποιητικά και δίκαια.

            Όχι όμως όλοι. Διότι υπήρξαν  περιπτώσεις που αφού τους έβαλαν να κάνουν τις δυσκολότερες δουλειές και να  καθαρίσουν όποια βρωμιά υπήρχε στο χώρο τους, όταν ερχόταν η ώρα της πληρωμής ειδοποιούσαν την αστυνομία καθότι ήταν λαθρομετανάστες και άρα παράνομοι, είτε τους έδιναν πολύ λιγότερα απ΄ τα συμφωνημένα. Φυσικά, κάποιοι Αλβανοί αντέδρασαν ζητώντας το μεροκάματο που δικαιούνταν για να εισπράξουν απειλές πως θα κληθεί η αστυνομία, ή κάποιες πέτρες με τις οποίες τους έτρεψαν σε φυγή.

            Εκτός όμως απ΄ τους Αλβανούς, υπήρχαν και οι Ρωσοπόντιοι, που είναι και αίμα μας, προς τους οποίους επιφυλάχθηκε ανάλογη συμπεριφορά, αν και σε μικρότερη έκταση. 

            Όλα αυτά βέβαια ουδόλως μας απασχολούσαν και μας προβλημάτιζαν την εποχή της ευμάρειας και της ευδαιμονίας μας, παρότι ήταν γνωστά αν όχι σε όλους στους περισσότερους. Για να μην τα ισοπεδώσουμε όμως όλα θα πρέπει να παραδεχθούμε πως υπήρχαν κάποιοι πραγματικά ευαίσθητοι που κατήγγειλαν τέτοια φαινόμενα και έκρουσαν τον κώδωνα του κινδύνου, για να εισπράξουν την αποστομωτική απάντηση. «Αλλού αυτά και όχι σ΄ εμάς, γιατί οι Έλληνες δεν ήταν ποτέ ρατσιστές!».

            Σωστό και ακλόνητο επιχείρημα, το οποίο ίσχυε φυσικά με τον τρόπο που μας βόλευε. Δεν ήμασταν ρατσιστές όταν έπρεπε να χρησιμοποιήσουμε με το χαμηλότερο δυνατό αντίτιμο έναν ξένο για να αναλάβει σε 24ωρη βάση την περίθαλψη των γερόντων, των αρρώστων και γενικώς των ανήμπορων, παίρνοντας από πάνω μας ένα τεράστιο βάρος. Όπως δεν ήμασταν και όταν τους αναθέταμε να κάνουν τα πάντα, και κυρίως τα πιο δύσκολα, στις δουλειές και τα σπίτια μας, αμείβοντας τους με ελάχιστα.      

            Δεν γίναμε ρατσιστές ούτε όταν κάποιοι απ΄ αυτούς αντέδρασαν, νιώθοντας το δίκιο να τους πνίγει. Απλώς διαπιστώσαμε πως αυτές οι ξένες φυλές έχουν κακά χαρακτηριστικά και ποταπά ένστικτα, γι΄ αυτό αντιδρούν έτσι και φτάνουν στα άκρα. Οπότε, πολύ σωστά ακούστηκε κάποια στιγμή σε ποδοσφαιρικό γήπεδο το τόσο «έξυπνο» σύνθημα «Δεν θα γίνεις Έλληνας ποτέ, Αλβανέ».

            Βέβαια δεν ρωτήσαμε ποτέ τον Αλβανό, αλλά και τον κάθε ξένο, αν θέλει να γίνει τέτοιος Έλληνας. Κι όχι γιατί φοβόμαστε την απάντηση.

            Εξάλλου, πώς είναι δυνατόν να ανοίξουμε και διάλογο μ΄ αυτούς που είχαμε για τα μπάζα; Άσε πρώτα να γίνουν Έλληνες, αν ποτέ το πετύχουν, και έπειτα συζητάμε. Μέχρι τότε, μπάζα, πέτρες και σφαίρες και πολύ τους είναι.            

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σεράγεβο, Ιρλανδία, Αφρική: όπου γης και κόλαση

Για το μυθιστόρημα της Edna O’ Brien «Μικρές κόκκινες καρέκλες» (μτφρ. Χριστίνα Σωτηροπούλου, εκδ. Κλειδάριθμος). Στις 6 Απριλίου 2012...