Τετάρτη, 22 Απριλίου 2015

Οι άνθρωποι των εστιατορίων και των ταβερνών της Κοζάνης.


 Εκδήλωση μνήμης. “Γιορτή της Κοζανίτικης παρέας και γαστρονομίας”.  
Η μνήμη έχει και αυτή την ανάγκη των εκδηλώσεων για ν΄ ανασύρει απ΄ τα δικά της αρχεία πρωτίστως εκείνα που σήμερα φαντάζουν ως λεπτομέρειες, αλλά κάποτε ήταν η καθημερινότητα, πολλών και διαφορετικών ανθρώπων. Λεπτομέρειες που αντικειμενικά δεν βρίσκουν το χώρο και το χρόνο τους σε καμιά εκδήλωση, χωρίς να αποτελεί αυτό ασυγχώρητη παράλειψη των διοργανωτών, αλλά που, θέλοντας και μη, θα στριφογυρνούν διαρκώς στο μυαλό όλων εκείνων που διάβηκαν ένα μέρος της ζωής τους, άλλοι το μεγαλύτερο και άλλοι ένα μικρό, συμπράττοντας και συμμετέχοντας σ΄ αυτό το κομμάτι της ιστορίας που λέγεται εστιατόρια και ταβέρνες μιας Κοζάνης που δεν υπάρχει πια.
Γιατί αν οι άνδρες, και ορισμένες γυναίκες, λειτούργησαν ως πρωταγωνιστές αυτού του κομματιού της ιστορίας, με τον καπνό απ΄ τις παλιές μαγειρικές μασίνες να κολλά πάνω στο πετσί τους, το νερό απ΄ τις πατάτες και τα πιάτα να μουλιάζει τα δάχτυλα τους και να πέφτουν σαν κούτσουρα στο κρεβάτι μη ορίζοντας χέρια και πόδια, υπήρξαν και πολλοί περισσότεροι που ως δευτεραγωνιστές βιώσαν το δικό τους ψυχικό κάματο μετρώντας ατελείωτες ώρες απουσίας.

Δεν ήταν βέβαια όλες ίδιες οι ώρες. Κάθε που βράδιαζε η φιγούρα του συζύγου και του πατέρα θα ήταν παρούσα μόνο μέσα απ΄ την οικογενειακή φωτογραφία, για την οποία είχαν φορέσει όλοι τα καλά τους και χαμογελούσαν. Απ΄ ένα σημείο και έπειτα, οι απουσίες αυτές δεν μετρούσαν, σαν να τις έσβηνε κάποιος το επόμενο πρωί, ή σαν να ΄χε γεμίσει το απουσιολόγιο και κανείς δεν σκέφτηκε να προμηθευτεί καινούργιο.
Μετρούσαν, όμως, οι απουσίες εκείνων των ωρών που ακόμα και αν το σπίτι γέμιζε από χαρούμενα πρόσωπα και στόματα που δεν σταματούσαν να ανταλλάσσουν ευχές, η δική του καρέκλα παρέμενε άδεια. Ναι, είχε καθίσει για λίγο πάνω της, ίσα για ν΄ ανταλλάξει μερικές ευχές και να πιεί ένα ποτηράκι κρασί για το καλό της ημέρας. Αλλά ήταν το ίδιο… καλό που τον έκανε να ρίχνει κλεφτές ματιές στο ρολόι του, καθώς μια τέτοια χρονιάρα μέρα μπορεί και να ισοδυναμούσε με τα οικογενειακά έσοδα ενός μήνα. Κι αυτό το ΄ξερε καλύτερα απ΄ τον καθένα η συμβία και μητέρα, που μ΄ ένα βλέμμα της ή ένα ελαφρύ κούνημα του κεφαλιού του ΄στελνε το σήμα πως είναι ώρα και παρόλο που δεν το ΄λεγε ποτέ,- για να μη δώσει δικαιώματα ή γιατί δεν ήξερε πώς να το εκφράσει;-  ίσως να ΄θελε κάποτε να του πει “μείνε. Μόνο γι΄ απόψε μείνε…” .
Κάθε φορά που η μνήμη μου ανακαλεί εικόνες της παιδικής και εφηβικής μου ηλικίας, σ΄ αυτές τις απουσίες του δικού μας πατέρα κολλάει, του Ζήση που έμελε να γίνει ιδιαίτερα γνωστός ως «ο Λοχαγός» στην κοινωνία της Κοζάνης όπου εργάστηκε δεκαετίες ολόκληρες ως σερβιτόρος. Ο ίδιος πάντως έκανε ό,τι μπορούσε για να τις απαλύνει, και ως πληθωρικός και ευφάνταστος που είναι πάντοτε έβρισκε τρόπους. Όπως το ίδιο έκανε και η αλησμόνητη μάνα μας, αφήνοντας πολλά βράδια στην άκρη τη στιβαρότητα και την ηρεμία που τη διέκριναν, αντικαθιστώντας τα με όλη της την τρυφερότητα καθώς άνοιγε την αγκαλιά της και μας έκλεινε εκεί, την αδερφή μου και μένα, όχι τόσο για να μας γαληνέψει με τα παραμύθια που συνήθιζε να μας διαβάζει, όσο για να μας δώσει και να πάρει όσα μας έλειπαν και της έλειπαν.
Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου σε κάποια εστιατόρια και ταβέρνες της Κοζάνης γυρνώ. Γνώρισα πάρα πολλούς απ΄ αυτούς που κυριολεκτικά έζησαν τη ζωή και την εξέλιξη αυτής της πόλης νύχτα μέρα, για πολλά χρόνια. Από τον κυρ Θανάση τον Πατσώνα, μέχρι το Ζήση Καρατζέτζο, τον “Πεταλάρχη”. Από το θείο μου το Χρήστο Γκριζιώτη με την αλήστου μνήμης “Στοά” του, όπου γαλουχήθηκαν γενιές ολόκληρες… μασόνων, κατά το κοζανίτικο χιούμορ, μέχρι τον αείμνηστο Τάσο Παγκαρλιώτα στην “Πουλίτσα”. Θυμάμαι και ξεχνάω πολλούς. Δεν θα ξεχάσω όμως ποτέ τον τρόπο με τον οποίο τους έβλεπα. Τόσο όταν ήμουν μικρό παιδί, όσο και τώρα που μεγάλωσα πια…  Ως ξεχωριστούς και σημαντικούς ανθρώπους. Δεν υπερβάλλω καθόλου. Οι άνθρωποι που μπήκαν με κοντά παντελόνια στα εστιατόρια και τις ταβέρνες της Κοζάνης μιας άλλης εποχής και βγήκαν απ΄ αυτά με σερνάμενα βήματα και κυρτωμένες πλάτες, ήταν «άνθρωποι δικοί μας» για κάθε παρέα, βασικά στοιχεία αλλά και καταλύτες στη νυχτερινή ζωή της πόλης, πληρώνοντας όμως το δικό τους απολύτως προσωπικό τίμημα. Ένα τίμημα που ξέρουν καλύτερα απ΄ τον καθένα τα μέλη των οικογενειών τους, που τους στερήθηκαν για χρόνια και δεν τους χόρτασαν ποτέ.
Είναι χαρά και τιμή ν΄ ακούς ιστορίες όπου πρωταγωνίστησε ο δικός σου πατέρας. Και σε ό,τι αφορά το δικό μας, δεν έχουμε παράπονο. Καμαρώνεις, τον χτυπάς στην πλάτη και του χαμογελάς γιατί  του ΄χεις συγχωρήσει αυτές του τις απουσίες. Το δικαιούται. Γιατί παρόλο που έλειπε αρκετά, ήξερε τον τρόπο να δηλώνει παρόν όταν τον χρειαζόμασταν.
Υ.Γ. Συγχαρητήρια σε όλους όσοι εργάστηκαν για να οργανώσουν αυτή την εκδήλωση για τα εστιατόρια και τις ταβέρνες της Κοζάνης.
Σας ευχαριστούμε από καρδιάς, γιατί για μας, τα παιδιά των ανθρώπων των εστιατορίων και των ταβερνών της παλιάς Κοζάνης είναι μια πραγματικά σημαντική εκδήλωση.
Να ΄στε καλά. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η... δική μας θεία Λένα.

Σημειώσεις επί προσωπικού Τη συνάντησα για πρώτη φορά ένα από τα καλοκαίρια της παιδικής μου ηλικίας, μεταξύ 8 και 12 χρονών, που ένα μ...