Τρίτη, 8 Οκτωβρίου 2013

Τζήκας, ο Πεταλάρχης. Ο δικός μας, ξεχωριστός, άνθρωπος.

             Υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι που είναι ξεχωριστοί, μ΄ έναν δικό τους μοναδικό τρόπο. Όταν κάποτε φύγουν, αφήνουν πίσω τους μια απαλή και ανεπαίσθητη αύρα, όση χρειάζεται για να μη σβήσει το κερί της μνήμης που μένει αναμμένο στις καρδιές και το μυαλό εκείνων που τους γνώρισαν, τους εκτίμησαν και τους αγάπησαν πραγματικά. Ένας τέτοιος άνθρωπος ήταν ο εγγεγραμμένος στο ληξιαρχείο της Κοζάνης ως Ζήνων Καρατζέτζος, αλλά καταγραμμένος και καταξιωμένος στην κοινωνία της αρχικά ως «Σεβαστάκης» και έπειτα ως «Πεταλάρχης». Τίτλοι που δεν σήμαιναν κάποια εξουσία, ήταν όμως οι ισχυροί κρίκοι που τον ένωναν με τους ανθρώπους αυτής της κοινωνίας, τους έχοντες και κατέχοντες, όχι πλούτο και δύναμη, μα πραγματική ψυχή και ανοιχτό πνεύμα.
            Πλήρης ημερών, όπως συνηθίζουμε να λέμε, έφυγε ο Τζήκας ο Πεταλάρχης, στα 83 του, αλλά το σημαντικότερο είναι πως οι μέρες, και κυρίως οι νύχτες του, ήταν σίγουρα γεμάτες. Τότε που είτε βιοποριζόταν απ΄ το τσαγκάρικο (σ. σ. εξ ου και το αρχικό παρατσούκλι «Σεβαστάκης», το οποίο του το κόλλησαν εξ αιτίας του φημισμένου την εποχή εκείνη αθηναϊκού καταστήματος υποδημάτων), είτε απ΄ την κοσμική ταβέρνα «Το Χρυσό Πέταλο» (σ. σ. εξ ου και το δεύτερο παρατσούκλι «Πεταλάρχης»), ο Τζήκας δεν ήταν απλώς κάτοικος αυτής της πόλης αλλά ένας απ΄ αυτούς που έδιναν καθημερινά το παρόν και έβλεπαν την εξέλιξη της, μέσα απ΄ τα μάτια και τις ζωές των ανθρώπων της. Γιατί δεν ήταν απλώς ένας άνθρωπος που έζησε μέσα σ΄ αυτή την κοινωνία. Ήταν κομμάτι της κοινωνίας και φυσικά της ιστορίας της. Της ιστορίας που δεν γράφουν οι τρανοί και οι μεγαλόσχημοι, αλλά όσοι τη χτίζουν βήμα, βήμα, τις μεγάλες ώρες της μέρας και τις μικρές της νύχτας, όλοι αυτοί που ανήκουν στον πραγματικό κόσμο, «σ΄ αυτό τον κόσμο τον μικρό, το Μέγα».

            Αριστοκράτης, όχι λόγω καταγωγής αλλά εξ αιτίας της συμπεριφοράς του, με βασικά χαρακτηριστικά της την ευγένεια και το σεβασμό προς τον άλλο, όποιος και αν ήταν αυτός, πέτυχε να αγαπηθεί και να κτίσει φιλίες με πολλούς και διάφορους ανθρώπους, άσχετα αν ταίριαζε μαζί τους ηλικιακά, μορφωτικά, κοινωνικά ή οικονομικά.
            Στο θρυλικό τσαγκαράδικο του, απέναντι απ΄ το Λαογραφικό Μουσείο της Κοζάνης, δεν κυριαρχούσαν ποτέ οι πρόκες, τα καρφιά, οι σόλες, αλλά οι σπινθηροβόλες συζητήσεις όσων συναθροίζονταν καθημερινά, μέχρι να σκοτεινιάσει. Γιατί όταν σκοτείνιαζε ο Τζήκας πετούσε την ποδιά του τσαγκάρη για να φορέσει το κοστούμι του ανθρώπου που ήξερε να ζει, όχι μόνο για λίγες ώρες, μα μέχρι το πρωί. Σε μια πόλη γεμάτη σκιές τότε λόγω του ελλιπούς φωτισμού, σαν σκιά κινούνταν και ο Τζήκας πλαισιωμένος πάντα μ΄ όποιον ήθελε να γευτεί τη ζωή και όχι απλώς να τη μετρήσει, για να αφήσει εποχή, όπως λένε, και μια σειρά από μικρές χαριτωμένες ιστορίες, γεγονότα ή απλώς αποτελέσματα της δημιουργικής φαντασίας όσων εξασκούν το απαράμιλλο κοζανίτικο κασμέρι (χιούμορ).   
            Στο «Πέταλο» αργότερα γαλούχησε γενιές και γενιές Κοζανιτών που τον γνώρισαν έφηβοι και εξακολουθούσαν να αναζητούν τη συντροφιά του και όταν «νοικοκυρεύτηκαν»  ή άσπρισαν τα μαλλιά τους, γιατί ο Τζήκας δεν ήξερε μόνο να διασκεδάζει και να περιποιείται τους άλλους, τον ένιωθαν και ως κομμάτι δικό τους.  Άλλοι ως κομμάτι απ΄ τα νιάτα τους ή την ωριμότητα τους. Μικρή σημασία έχει αυτό. Το σημαντικό είναι πως ο Τζήκας χωρούσε παντού.
            Τον είχα χάσει για πολύ καιρό. Όταν τον ξαναβρήκα δεν ήταν ο Πεταλάρχης που γνώριζα, όρθιος πίσω απ΄ το πάγκο του όπου σημείωνε τι σέρβιραν τα γκαρσόνια του στους πελάτες, ή παρακολουθούσε χαμογελαστός κάποιους να χορεύουν στην καρό, άσπρο- μαύρο, πίστα στο κέντρο της ταβέρνας. Ήταν όμως ο Τζήκας που εκτιμούσα, σεβόμουν και αγαπούσα. Τότε που ήμουν κοντά στα δέκα, εποχή απ΄ την οποία τον θυμάμαι και ας τον γνώρισα νωρίτερα, με τον τρόπο του και τη συμπεριφορά του μ΄ έκανε να αισθάνομαι πώς κάπου μετράω και γω, καθώς βρισκόμουν στην ηλικία που για τους περισσότερους της μικρής μας πόλης δεν σε κατέτασσε πουθενά αλλού παρά μόνο στην κατηγορία «μίξαρς». Όχι όμως για το Τζήκα που έβγαζε από μέσα του την αξία του ανθρώπου που πρώτα τιμάει και σέβεται όσους βρίσκονται χαμηλότερα απ΄ αυτόν.  
Όταν τον ξαναβρήκα μ΄ έκανε να συνειδητοποιήσω πόσο σημαντικοί ήταν άνθρωποι σαν τον Τζήκα για την κοινωνία αυτής της πόλης και ότι τους οφείλουμε όλοι μας πολλά. Ναι, ο Τζήκας ο Πεταλάρχης, ή Σεβαστάκης, ήταν σημαντικός, άνθρωπος και ξεχωριστός. Πάνω απ΄ όλα ήταν ένας δικός μας άνθρωπος…

            Καλό ταξίδι κ. Ζήνων, εύχομαι να αναπαυτεί η ψυχή σου γιατί όπως είπε και στο τελευταίο αντίο ο δικός μου Ζήσης, ήσουν άνθρωπος με μεγάλη ψυχή…                       

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η... δική μας θεία Λένα.

Σημειώσεις επί προσωπικού Τη συνάντησα για πρώτη φορά ένα από τα καλοκαίρια της παιδικής μου ηλικίας, μεταξύ 8 και 12 χρονών, που ένα μ...