Σάββατο, 18 Δεκεμβρίου 2010

Η πρόταση που δεν ακούσαμε.

Του Μιχάλη Πιτένη
Το καταλάβαμε πλέον πολύ καλά. Το εμπεδώσαμε. Για να σωθεί το ελληνικό κράτος θα πρέπει να θυσιαστεί ένας αριθμός των σημερινών πολιτών του. Ο ακριβής αριθμός αυτών των σύγχρονων Ιφιγένειων, χάρη στη θυσία των οποίων θα φυσήξει ούριος άνεμος που θα ξαναφουσκώσει τα πανιά της ελληνικής οικονομίας, δεν έχει προσδιοριστεί ακόμα. Όπως δεν υπάρχει και πρόβλεψη των μετεωρολόγων- οικονομολόγων για το πότε περιμένουμε να ξεκινήσει ο άνεμος αυτός. Εικάζουμε όμως βάσιμα πως η ένταση του θα είναι ευθέως ανάλογη του αριθμού των θυσιασθέντων. Όσο περισσότεροι, τόσο δυνατότερος ο άνεμος.

Στην παραπάνω διαπίστωση οδηγηθήκαμε διαβάζοντας σχεδόν καθημερινά (σ. σ. λόγω επαγγελματικής… διαστροφής βεβαίως και όχι επειδή αναζητούμε την προσωπική ευχαρίστηση) τα διάφορα άρθρα, κυρίως, περιώνυμων δημοσιογράφων- αρθρογράφων που φέρουν και την ετικέτα του εμβριθούς γνώστη της ελληνικής ιστορίας αλλά και του σχολιαστή της σημερινής πραγματικότητας.

Τι προτείνουν οι αρθρογράφοι; Τα γνωστά… Λιγότερο κράτος, πώληση δημόσιων επιχειρήσεων, απολύσεις και άλλα παρεμφερή. Επιστρατεύουν δε μύρια όσα επιχειρήματα απ΄ το πρόσφατο αλλά και το πιο μακρινό παρελθόν μας για να μας πείσουν πως η ζημιά μπορεί να ξεκίνησε από πολύ παλιά (σ. σ. για να μη ρίξουν όλο το βάρος πάνω μας), αλλά εμείς σήμερα το παρακάναμε, οπότε καλά θα κάνουμε να πληρώσουμε για τα λάθη μας.
Χλευάζουν δε οποιαδήποτε ενάντια φωνή τολμήσει και ακουστεί, καθώς έχοντας κατοχυρώσει (σ. σ. με ποιο τρόπο άραγε και τη σφραγίδα ποιανού) το αλάθητο και δεν δέχονται κουβέντα.
Πρόκειται για τους αρθρογράφους που όταν πριν λίγα χρόνια ζούσαμε τον «ψεύτικο παράδεισο», όπως αποδείχτηκε, δεν βρήκαν να πουν κουβέντα που στη ζωή μας είχαν κυριαρχήσει λέξεις- μηνύματα όπως «αγοράστε, αγοράστε, αγοράστε», «καταναλώστε, καταναλώστε, καταναλώστε». Ήταν προφανώς εκστασιασμένοι απ΄ τον επιχειρούμενο εκσυγχρονισμό της ελληνικής κοινωνίας, τους ιλιγγιώδεις ρυθμούς ανάπτυξης, την επανίδρυση του κράτους κ.τ.λ. και δεν πρόσεξαν πως το οικοδόμημα έτριζε από μέσα. Προφανώς δεν το πρόσεξαν διότι ήταν απασχολημένοι με το να βάζουν και το δικό τους «λιθαράκι» σ΄ αυτό το οικοδόμημα.
Σήμερα βεβαίως πρώτοι και καλύτεροι φωνάζουν λέξεις- μηνύματα όπως «απολύστε, απολύστε, απολύστε», και «περικόψτε, περικόψτε, περικόψτε», αλλά αποφεύγουν να μας πουν το κυριότερο. Πού θα παν όλοι αυτοί οι απολυμένοι και οι κομμένοι της κοινωνίας μας; Έχουν μήπως καμιά ιδέα στο μυαλό τους ή κάποια «τελική λύση»; Ενδεχομένως να σκέφτονται κάτι ανάλογο με αυτό που έκανε ο μέγιστος Σαρκοζί που έδωσε στους Ρομ της Γαλλίας από 300 ευρώ στο χέρι και στους έστειλε στο καλό… Σ΄ εμάς μπορεί να δώσουν κάτι παραπάνω.
Δυστυχώς για ό,τι βιώνει σήμερα η ελληνική κοινωνία έχει τις ευθύνες της. Δεν είναι περισσότερες όμως απ΄ τις ευθύνες όλων των κοινωνιών του αναπτυγμένου κόσμου. Όπως εξηγούν, συμφωνώντας σ΄ αυτό, οι περισσότεροι σύγχρονοι ιστορικοί, το μεγαλύτερο κομμάτι των κοινωνιών μετά το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, πορεύτηκε χωρίς μεγάλα ιδεολογήματα. Ακολουθώντας απλώς τις ανάγκες της, αναγκαίο και αναπόφευκτο βεβαίως λόγω των συνθηκών, επένδυσε μόνο σε έννοιες όπως αυτές του ατομισμού, της οικονομικής ευμάρειας, της απόκτησης περιουσιακών στοιχείων, της διασκέδασης, της κατανάλωσης. Αποτέλεσμα; Η δημιουργία κοινωνιών με πάρα πολλά αγαθά, αλλά με χαλαρή συνοχή, ευάλωτες στη γέννηση φοβικών συνδρόμων και έτοιμες να δείξουν τα νύχια τους ακόμα και στο διπλανό τους, μόλις αισθανθούν πως απειλείται ό,τι αποθησαύριζαν όλα αυτά τα χρόνια.
Αυτή λοιπόν η κοινωνία θα μπορέσει όχι απλώς να σηκώσει το βάρος των βίαιων αλλαγών που ευαγγελίζονται πολλοί και διάφοροι αλλά και να το διαχειριστεί με τέτοιο τρόπο έτσι ώστε να μην βρεθεί αλληλοσπαρασσόμενη, απ΄ τη μια μέρα στην άλλη με ό,τι αυτό συνεπάγεται;
Γι΄ αυτό το ερώτημα δεν είδαμε μέχρι τώρα κάποια πρόταση. Λογικά θα ήταν η πρώτη που έπρεπε να ακούσουμε, όχι βέβαια απ΄ όσους διαφημίζουν την εξυγίανση (σ. σ. τη δουλειά τους κάνουν σε τελική ανάλυση…), αλλά απ΄ όσους παίρνουν τις αποφάσεις.
Και δυστυχώς δεν είναι ένα απλό φιλολογικό ερώτημα αλλά ένα ερώτημα ουσίας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου