Τα κουβάρια της σιωπής

Όταν πέθανε ο άνδρας της, η κυρά Μελπομένη δεν είχε καμιά διάθεση να κλάψει. Γιατί να κλάψει; Δεν πέθαναν και πολλά μαζί του. Τα περισσότερα είχαν πεθάνει εδώ και πολλά χρόνια...
Δε θα χρειαζόταν να φορέσει και μαύρα. Τα φορούσε από τότε που έχασε το Γιάννη της, δεκαπέντε χρονών παλικαράκι. Τον ξαναθυμήθηκε και δάκρυσε. Το παλιόπαιδο... Μ' άφησε νωρίς, σκέφτηκε.
Με τον άντρα της δε μοιραζόταν τίποτε πια. Μόνο τα καλοκαίρια στο χωριό. Ναι αυτά θα της έλειπαν σίγουρα. Εκεί περνούσε όμορφα.
Νοίκιαζαν οι δυό τους ένα σπίτι, μικρό με αυλή οπωσδήποτε. Ζούσε ο καθένας στον κόσμο του. Αυτός έφευγε το πρωί για τα καφενεία της πλατείας και συνήθως ξεχνούσε να γυρίσει το μεσημέρι. Αργά το βράδυ, όταν κουραζόταν από το ποτό και τις καρέκλες των καφενείων, κατάφερνε και έβρισκε το δρόμο για το σπίτι.
Συνήθως ξεχνούσε και αυτή να μαγειρέψει το μεσημέρι. Δεν την ένοιαζε όμως και να μην έτρωγε. Στο χωριό έβρισκε πάντα την παρέα που ήθελε και χόρταινε με την κουβέντα όλη μέρα.
Καθώς τα σκεφτόταν αυτά στην κηδεία, ένα δάκρυ κύλησε από τα μάτια της. Οι συγγενείς που στεκόταν απέναντι της την κοίταξαν με συμπόνια. Η καημένη, θα σκέφτηκαν, έχασε το σύντροφο της. Οι συγγενείς... Έμεναν πάντα στα έξω. Βαριόταν να σηκώσουν την κουρτίνα και να κοιτάξουν μέσα. Αν αυτό που θα έβλεπαν, ήταν χειρότερο απ' ότι είχαν φανταστεί, ίσως αναγκαζόταν να ξεφύγουν από τις τυπικές σχέσεις που χρησιμοποιούσαν σαν ασπίδα για να κρατιούνται μακριά. Πάντα μακριά ήταν. Γιατί νά 'ρθουν τώρα κοντά;
Τόσα χρόνια δίπλα στον άντρα της, είχε χύσει πολλά δάκρυα. Της χαράς ήταν μετρημένα στα δάχτυλα του ενός χεριού. Δεν περίμενε πως θα συνέχιζε να κλαίει και μετά το θάνατο του.
Συνέχισε τη ζωή της όπως και πριν. Έμενε στο ίδιο σπίτι, με τα ίδια πρόσωπα. Γι' αυτήν δεν είχε αλλάξει τίποτε.

Δε συνέβαινε όμως το ίδιο και με τους άλλους. Πρώτα ήταν οι αγριεμένες ματιές της νύφης της, μετά τα μισόλογα του γιού της και τέλος οι κρυφές συζητήσεις στην κρεβατοκάμαρά τους. Δε μίλησε. Το αισθανόταν ότι κάτι άλλαζε. Δεν ήθελε όμως και να ανακατευτεί στο αντρόγυνο. Φοβόταν ότι ίσως έκανε τα πράγματα χειρότερα.
Οι μέρες που κυλούσαν γινόταν όλο και πιο δύσκολες. Γύρω της άρχισε να απλώνεται ένα δίχτυ σιωπής που ένιωθε να την αγκαλιάζει όλο και πιο σφιχτά.
Έδωσε τόπο στην οργή. Δεν είπε τίποτα και στα άλλα της παιδιά που κατοικούσαν μακριά. Αφού δεν μπορούσε να τα φτάσει, γιατί να τα πικράνει;
Ένα μεσημέρι κατάλαβε από κάτι μισόλογα, ότι χρειαζόταν το δωμάτιο της. Το απόγευμα μεταφέρθηκε στο ντιβανάκι της κουζίνας. Άρχισε να ελπίζει ότι με την κίνησή της αυτή θα μπορούσε να τους εξευμενίσει. Μάταιος κόπος. Έπαψαν να τρώνε στο τραπέζι της κουζίνας και έμεινε μόνη της ν' ακούει τον ήχο της χύτρας ταχύτητας.
Ευτυχώς όμως δεν είχε χάσει ακόμη την επαφή της με τον έξω κόσμο. Ας ήταν καλά η κολώνα της ΔΕΗ που βρισκόταν απέναντι από την πόρτα τους. Κάθε μέρα την ενημέρωνε γι' αυτούς που έφυγαν. Έτσι δεν έλειπε από τις κηδείες των γνωστών. Δεν υπολόγιζε την απόσταση. Την ευχαριστούσε και μόνο η σκέψη ότι εκεί θα συναντούσε γνωστούς της. Θα άλλαζε μια κουβέντα.
Οι γνωστοί της άρχισαν σιγά σιγά να λιγοστεύουν. Λιγόστευαν και οι κηδείες. Κρίμα. Όταν μετρούσε πόσοι είχαν απομείνει, τα έβαζε με τον εαυτό της που δεν είχε δημιουργήσει μεγαλύτερο κύκλο γνωριμιών.
Για τη μετακόμιση δεν της είπε κανείς τίποτα. Το κατάλαβε όμως και χάρηκε. Ήθελε να πάνε σε καινούργιο σπίτι. Εκεί θα είχε σίγουρα και δικό της δωμάτιο.
Στη μετακόμιση της πετάξαν τα περισσότερα από τα πράγματα της. Δεν ταίριαζαν τα κουρέλια της στο καινούριο σπίτι. Το δέχτηκε αδιαμαρτύρητα. Δεν ήθελε να χαλάσει την καρδιά του γιου της. Τουλάχιστον αυτός εξακολουθούσε και της μιλούσε.
Το καινούριο της δωμάτιο ήταν μεγαλύτερο από την κουζίνα. Είχε και περισσότερο φως. Τα έπιπλα όμως δεν ταίριαζαν στην ηλικία της. Έμοιαζε περισσότερο με παιδικό δωμάτιο. Συνήθως ένα παιδί φέρνει χαρά. Όχι όμως και σ' αυτήν. Ήξερε πως θα έχανε το δωμάτιο της. Αισθανόταν τύψεις γι' αυτό που σκεφτόταν. Δεν το ήθελε όμως... Ήταν και το δίχτυ της σιωπής που ένιωθε να είναι πάντα καλά τυλιγμένο γύρω της... Όταν έλειπαν όλοι από το σπίτι, γυρνούσε και στ' άλλα δωμάτια. Χάζευε με τις ώρες τη διακόσμηση και μέσα της φούντωνε η επιθυμία να ήταν και αυτή ένα μικρό μπιμπελό, που θα μπορούσε να χωρέσει σε κάποιο από τα βαρυφορτωμένα ράφια.
Όσα είχε να της δείξει το καινούριο δωμάτιο, της τα έδειξε. Είχε φτάσει σε αδιέξοδο. Τότε θυμήθηκε τα πλεκτά της. Ήταν από καλό μαλλί και είχαν αντέξει στο χρόνο κι ας τα είχε πλέξει πριν από πολλά χρόνια η ίδια. Μέσα της γεννήθηκε μια ελπίδα. Αν τους έπλεκε κάτι; Ένα πουλόβερ; Μια κουβερτούλα για το μωρό; Ίσως έτσι πετύχαινε κάτι...
Άρχισε σιγά σιγά να ξηλώνει και να κάνει το νήμα κουβάρια. Δεν έπλεκε τίποτα ακόμη. Ήθελε πρώτα να τα ξηλώσει όλα. Τα κουβάρια γέμιζαν το πάτωμα, αλλά δεν τα μάζευε ποτέ. Τα μετρούσε συχνά και έβρισκε μια παραπάνω ασχολία.
Ο γιος της γύρισε εκείνο το απόγευμα από τη δουλειά και της ζήτησε να τον ακολουθήσει. Χάρηκε που θα έμπαινε επιτέλους στο καινούριο αυτοκίνητο του. Δε ρώτησε που πήγαιναν, ούτε την ενδιέφερε. Χάζευε έξω τον κόσμο και αισθανόταν σαν να μην είχε συμβεί τίποτα. Σαν να είχε δει απλώς ένα κακό όνειρο. Πάντα ήταν πρόθυμη να ξεχάσει. Πάντα ήλπιζε...
Ο γιός της οδηγούσε βλοσυρός. Θα έχει προβλήματα το παιδί, σκέφτηκε.
Όταν σταμάτησαν μπροστά στην κλινική, δεν είπε πάλι τίποτα. Τον ακολούθησε χωρίς να ρωτήσει για ποιο λόγο ήταν εκεί.
Το δωμάτιο που επισκέφτηκαν στον τρίτο όροφο, ήταν άδειο από ασθενείς. Σε λίγο, ο μοναδικός του ένοικος ήταν αυτή. Τα είχαν προβλέψει όλα. Ο γιος της έβγαλε από την τσάντα που κρατούσε νυχτικό και παντούφλες καινούργιες. Μόνο τα κουβάρια της είχαν ξεχάσει. Ζήτησε και της τά 'φεραν. Τα μέτρησε και δεν έλειπε κανένα.
Στην κλινική έμεινε δεκαπέντε μέρες. Της έκαναν πολλές εξετάσεις. Δεν της βρήκαν τίποτα. Έπρεπε να φύγει.
Στο δρόμο ο γιος της ήταν πάλι βλοσυρός. Ήθελε κάτι να πει, αλλά δεν του έβγαινε. Μόλις όμως έφτασαν μπροστά στο νοσοκομείο, άνοιξε το στόμα του.
-Ξέρεις, μάνα... Θα χρειαστεί να μείνεις λίγες μέρες εδώ... Θα σου κάνουν πρόσθετες εξετάσεις...
Δεν μπορούσε να πει τίποτα. Ψέλλισε μόνο ένα γιατί; Δεν πήρε απάντηση. Κατέβηκε και προχώρησε.
Κρεβάτι υπήρχε μόνο στην ουρολογική κλινική του νοσοκομείου. Στο ίδιο δωμάτιο μαζί με 4 γέρους που είχαν κάνει προστάτη.
Δεν την πείραζε όμως να μείνει. Οι γέροι όταν δεν πονούσαν είχαν διάθεση για κουβέντα. Θα προτιμούσε βέβαια την κλινική. Δεκαπέντε μέρες εκεί είχε γνωριστεί με πολύ κόσμο. Δεν μπορούσε όμως να τα έχει όλα δικά της. Η κλινική στοίχιζε ακριβά και η μικρή σύνταξη που της είχε αφήσει ο άντρας της, σίγουρα δεν έφτανε. Ο καημένος ο γιος μου, σκέφτηκε, ποιος ξέρει σε ποιους υποχρεώθηκε για να μου εξασφαλίσει δωμάτιο στο νοσοκομείο;
Οι μέρες στο νοσοκομείο κυλούσαν γρήγορα. Δε θυμόταν από πότε βρισκόταν εκεί. Την είχαν συμπαθήσει και οι νοσοκόμες αφού δε χρειαζόταν καμιά άλλη φροντίδα εκτός από ένα πιάτο φαί.
Ένα πρωί, όταν άκουσε τη φωνή του γιου της, άρχισε να μαζεύει τα πράγματα της. Είχε τελειώσει και αυτό το διάλειμμα. Μέχρι να βολέψει στη σακούλα τα κουβάρια, μπήκε στο δωμάτιο και της ανήγγειλε, ότι από εδώ και πέρα δεν επρόκειτο να ταλαιπωρηθεί ξανά.
Η γκαρσονιέρα, δυο ορόφους πιο πάνω από το διαμέρισμα του γιου της, είχε ένα μικρό μπαλκονάκι που έβλεπε στον ακάλυπτο. Χωρούσε όμως την μικρή καρέκλα της και αυτό της αρκούσε. Μπορούσε εκεί να κάθεται με τις ώρες. Το μόνο που την απασχολούσε ήταν ότι δεν είχε ένα χώρο να βάλει τα κουβάρια της.
Τα κουβάρια της που καθημερινά γινόταν όλο και περισσότερα. Της είχαν μείνει λίγα πλεκτά. Καθόταν στο μπαλκονάκι της, ξήλωνε και κοίταζε τον τοίχο της διπλανής πολυκατοικίας που της έκρυβε τον ήλιο. Ούτε αυτό την πείραζε. Ώρες ώρες αυτός ο τοίχος έπαιρνε διάφορες μορφές και είχε την εντύπωση πως της μιλούσε. Μορφές δικές της, αγαπημένες, ξεχασμένες, που είχε χρόνια να τις δει και ν' ακούσει τη φωνή τους. Στην αρχή νόμισε πως έχει παραισθήσεις. Παραισθήσεις; Μιλάνε οι παραισθήσεις; Άρχισε να στήνει κουβέντα μαζί τους. Αυτή στο μπαλκονάκι της και όλοι οι άλλοι απέναντι στον τοίχο. Και ποιός δεν πέρασε από εκεί... Όλοι, κανένας δεν έλειψε και ας νόμιζε ότι τους είχε χάσει για πάντα. Και κοίτα τους, ίδιοι και απαράλλαχτοι, σαν να μην τους άγγιξε ο χρόνος, σαν να μην τους πρόσθεσε ή να τους αφαίρεσε τίποτα. Και πόσα είχαν να πουν... Δεν τέλειωναν ποτέ, δεν έφευγαν έτσι μ' ένα ξερό καλησπέρα. Ερχόταν να κάτσουν μαζί της, ν' αλλάξουν δυο κουβέντες, να πουν έστω και τα ίδια... Κάθε που έφευγαν θυμόταν πως δεν είχε ούτε ένα γλυκό του κουταλιού να τους κεράσει, κάτι τέλος πάντων να βάλουν στο στόμα τους, μη στεγνώσει το σάλιο τους και δεν μπορούν να μιλήσουν... Να 'χε τουλάχιστο λίγο καρυδάκι, από κείνο το καλό που της έφερνε παλιά ένας ανιψιός της από τα Γιάννενα. Πού ήταν αυτός αλήθεια, καιρό είχε να μάθει νέα του... Αν περνούσε έπρεπε να του το πει, να μην ξεχάσει την επόμενη φορά να της φέρει ένα βαζάκι, να 'χει κάτι, να μην ντροπιάζεται...
Αυτές τις επισκέψεις τις κράτησε μυστικές. Δεν το είπε σε κανένα. Όχι, δεν ήθελε να την περάσουν για τρελή. Από το γιο της ζήτησε μόνο κάτι για να μαζέψει τα κουβάρια της, να μην τρέχουν από εδώ και από εκεί.
Της έφερε ένα μικρό ψυγείο. Παλιόπαιδο, σκέφτηκε. Πάντα λάθη έκανε σε ότι του έλεγε. Δεν του κρατούσε όμως κακία. Τον συγχωρούσε αμέσως, για ότι κι αν έκανε. Παιδί της ήταν, πως μπορούσε να του κρατήσει κακία; Ευτυχώς δεν του έκανε κουβέντα για γλυκό καρυδάκι. Ποτέ του δεν της είχε φέρει κάτι τέτοιο, αν του το ζητούσε τώρα, σίγουρα θα της έφερνε κάποιο που δε θα έκανε για κέρασμα... Εξάλλου το παιδί δεν είχε ασχοληθεί ποτέ του με γλυκά και ότι έτρωγε παλιά, ήταν όλα φτιαγμένα από τα χέρια της, με υλικά που η ίδια διάλεγε...
Άνοιξε το ψυγείο και κάθισε μπροστά του και το χάζευε. Δεν ήξερε τι να το κάνει. Δεν είχε και τι να βάλει μέσα. Το μόνο που είχε ήταν τα κουβάρια της.
Άρχισε να μαζεύει τα κουβάρια από το πάτωμα. Μόλις τα μάζεψε όλα στάθηκε προσπαθώντας να θυμηθεί. Τι θα τα κάνω όλα αυτά τα κουβάρια; Προσπάθησε πολύ ώρα, αλλά δεν τα κατάφερε. Δε θυμόταν τι θα τα έκανε τα κουβάρια της. Άνοιξε την πόρτα του ψυγείου και τα τακτοποίησε μέσα. Τα ποιο αγαπημένα της τα έβαλε στην κατάψυξη. Θα θυμηθώ, είπε στον εαυτό της και πήρε κουράγιο, Θα θυμηθώ.
Το ψυγείο ήταν μικρό και δε χωρούσε πολλά κουβάρια. Γι' αυτό άρχισε να ξηλώνει όλο και πιο αργά. Έβλεπε ότι τελείωναν και τα πλεκτά της και αυτή ακόμη δεν είχε θυμηθεί γιατί τα ξήλωνε. Ρώτησε και τους αγαπημένους της στον απέναντι τοίχο. Ούτε αυτοί όμως θυμόταν...
Η κηδεία της έγινε όπως έπρεπε. Έστησαν το νεκροκρέβατό της στο μεγάλο σαλόνι του μεγάλου διαμερίσματος που βρισκόταν δυο ορόφους πιο κάτω. Έγιναν όλα όπως έπρεπε.
Τη συνόδεψε, για τελευταία φορά, πολύς κόσμος. Είπαν πολλά και καλά γι' αυτήν.

Καλά λόγια είπαν και όλα τα παιδιά της. Μέχρι κι η νύφη της μίλησε για τη Μελπομένη. Βρήκε πολύ χαριτωμένο, το χιούμορ της μαμάς που είχε διαλέξει την κατάψυξη για τα κουβάρια της.

Σχόλια

  1. Το διήγημα αυτό είναι το πρώτο από την ομότιτλη συλλογή διηγημάτων μου που κυκλοφόρησε το 1995 από τις εκδόσεις ΚΟΝΤΕΟΣ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Αυτό το σχόλιο αφαιρέθηκε από τον συντάκτη.

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Δημοσίευση σχολίου

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Το άλογο και το στχιο.

Υποδεχόμαστε έναν άνθρωπο της τέχνης, το ζωγράφο και συγγραφέα Γιάννη Βούρο.

Ο Κ. Μουρσελάς και ο παραλληλισμός του για τους συγγραφείς…