Τρίτη, 12 Μαΐου 2015

Τ’ απομεινάρια μιας εποχής

Στην Τασίτσα, τη μάνα μας, παιδί και κυρά μιας άλλης εποχής, που η μνήμη της είναι διαρκώς παρούσα.   
  
Φωτογραφία Αλέκου Βρεττάκου

Ήτανε κάτι σπίτια, που τα 'βλεπες και θαρρούσες πως είχαν καταφέρει να ξεγελάσουν το χρόνο και να ξεφύγουν από την ακόρεστη ανθρώπινη ματαιοδοξία, που θυσιάζει την ομορφιά και τη φαντασία στο βωμό του κέρδους και την ευκολία της τυποποίησης.  Όρθωναν πεισματικά το μικρό τους ανάστημα, χτυπητή παραφωνία ανάμεσα στα σύγχρονα οικοδομήματα των πολλών διαμερισμάτων όπου συνωστίζονται άνθρωποι, οι γνωστοί και άγνωστοι του χθες και αδιάφοροι του σήμερα, που ανακαλύπτουν, σχεδόν καθημερινά, πόσο μόνος μπορεί να αισθάνεται κάποιος, ακόμη και όταν δίπλα του, μόλις μια δρασκελιά πιο πέρα, υπάρχουν και άλλες ανθρώπινες ανάσες.

Ήτανε κάτι σπίτια και κάθε φορά που πλησίαζες κοντά τους σε τύλιγαν και σε κλείναν μέσα στα δίχτυα τους, τα υφασμένα από την απλότητα των σχεδίων τους, τη φωτεινότητα των χρωμάτων και τα αρώματα των κήπων τους. Αυτά τ' αρώματα που ξετυλίγονταν σαν τον καπνό που ξεπηδάει χορεύοντας μέσα από τη φωτιά και ανέβαιναν με προκλητική αναίδεια ανάμεσα  απ΄ τα τείχη του τσιμέντου που τα ΄χαν περιχαρακώσει, αφήνοντας πάνω τους μια φρέσκια πνοή, αχνή πινελιά γήινων αποχρώσεων.

Ήτανε κάτι σπίτια όπου τα χαμόγελα ανθίζαν μαζί με τα λουλούδια και σου τα σερβίραν μαζί μ' έναν καφέ, ή ένα ουζάκι, άνθρωποι που ήξεραν ν' απολαμβάνουν το χρόνο, χωρίς να βιάζονται να σβήσουν από το σημειωματάριο τους μια ακόμη καθημερινή τους υποχρέωση.  Που κοιτούσαν τον ήλιο κατάφατσα, χωρίς ποτέ ν' αναγκαστούν να αναζητήσουν την πιο μικρή αχτίδα του, που μετά από χίλιες δύο περιπέτειες μέσα από ακάλυπτους και μουντούς χώρους, ίσα που θα κατάφερνε να ζεστάνει λίγο τα πρόσωπα τους.
Ήτανε κάτι σπίτια απομεινάρια μιας εποχής, μιας άλλης εποχής, μιας άλλης πόλης. Ένα μικρό κομμάτι της Κοζάνης που ΄χε πάνω του χαραγμένες παλιότερες χρονολογίες και αρνιόταν να ενταχθεί στο άχρωμο και απρόσωπο σήμερα, στο οποίο είχε προσχωρήσει, συνθηκολογώντας χωρίς όρους, το υπόλοιπο και μεγαλύτερο κομμάτι της πόλης, με γέρικα και αδύναμα κορμιά, που δεν άντεξαν στο απρόσμενο χτύπημα του Εγκέλαδου, ένα Σάββατο εκείνου του δροσερού Μάη του 1995. Ταρακουνήθηκαν, ράγισαν, γονάτισαν σαν να ήθελαν να μυρίσουν την ανοιξιάτικη γη που τα δημιούργησε και παραδόθηκαν σκορπώντας ολόγυρα τους πέτρες και θραύσματα κεραμιδιών που ΄χαν όλα πάνω τους χαραγμένο κάποιο όνομα απ΄ τη μνήμη της πόλης.
Ήτανε κάτι σπίτια κι οι κόκκινες ταινίες που τα περιχαράκωσαν τα έβγαλαν εκτός κάθε εποχής και τα σύνδεσαν με μια σκληρή μοίρα, να περιμένουν τον ήχο της μπουλντόζας που θα τα μετατρέψει σε μια άμορφη μάζα από πέτρες και ξύλα και θα λιώσει κάτω από τις ερπύστριες της τα αρώματα και τα χρώματα που ξεδίπλωναν τα πέταλα των αφελών και ανυποψίαστων λουλουδιών τους, όσων είχαν απομείνει όρθια και ανέπαφα να κοιτούν γύρω τους απορημένα.
Ήτανε και η κυρά Δέσποινα που τις ηλιόφωτες μέρες της όψιμης άνοιξης, όλου του καλοκαιριού και του πρώιμου φθινοπώρου, μόλις οι δείκτες του ρολογιού έδειχναν πως η ώρα είχε πάει πέντε το απόγευμα, έβγαινε από την κουζίνα του σπιτιού της και κατευθυνόταν σε μια γωνιά του χαμηλού μαντρότοιχου της μικρής αυλής, εκεί όπου είχε κρεμασμένο το λάστιχο πάνω στο σκουριασμένο πλατυκέφαλο καρφί, όμορφα και προσεκτικά τυλιγμένο σε κύκλο. Το ξεκρεμούσε, έλυνε προσεκτικά τον κόμπο από το σχοινάκι που το κρατούσε σφιχτά, το μάζευε προσεκτικά για να μην το χάσει και το έχωνε στην τσέπη της ποδιάς της και ύστερα συνέδεε το λάστιχο στη βρύση που βρισκόταν στο μέσον της αυλής.
Το νερό ξεπηδούσε ασυγκράτητο και απλωνόταν στο πλακόστρωτο δρομάκι που γεφύρωνε την εξώθυρα με την πόρτα του σπιτιού, καλύπτοντας μ' ένα δροσερό στρώμα τις πλάκες που είχαν δεινοπαθήσει από τις αχτίδες του ήλιου που τις σφυροκοπούσαν αδιάκοπα από το πρωί. Σιγουρευόταν πως οι πλάκες είχαν πάρει όσο νερό χρειαζόταν για ν' ανασάνουν όταν τα ρουθούνια της γέμιζαν από τη μυρωδιά της νοτισμένης πέτρας και η σκόνη κρυβόταν φοβισμένη από το νερό που την είχε πάρει στο κατόπι, και τότε μόνο γυρνούσε το λάστιχο προς τα λουλούδια που τεμπέλιαζαν στα παρτέρια που έζωναν από άκρη σε άκρη την αυλή. Πολύχρωμες γιρλάντες που τις συνέθεταν σκυλάκια, ντάλιες, μολόχες, πασχαλιές, τριανταφυλλιές και φίκοι, όλα φυτεμένα και αναστημένα απ΄ τα χέρια της. Τα φυτά αιφνιδιασμένα απ΄ το πρώτο άγγιγμα του νερού, όρθωναν το ανάστημα τους και έστρεφαν το κεφάλι τους δεξιά και αριστερά απορημένα, μέχρι να το νιώσουν να εισχωρεί στα ηλιοκαμένα τους κορμιά,  αναζωογονώντας τα και πλημμυρίζοντας τα ηδονή. Και τότε, άνοιγαν κάθε πόρο στο σώμα τους για να απελευθερωθεί η αψιά μα γλυκιά μυρωδιά της φρέσκιας γης, πριν στρέψουν το κεφάλι τους προς την κυρά της αυλής και της χαμογελάσουν ανοίγοντας τα πέταλα και τεντώνοντας τους μίσχους τους, για να της ανταποδώσουν όσα απλόχερα τους είχε χαρίσει.
Η κυρά Δέσποινα τελείωνε και παντού στην αυλή λαμπύριζαν μικρές σταγόνες, ίδια διαμαντάκια, που στόλιζαν και ομόρφαιναν έναν μικρό, ταπεινό, χώρο, που όμως για κείνη την ώρα φάνταζε σαν μια απαστράπτουσα αίθουσα  ενός παλατιού, του παλατιού του δικού της βασιλείου. Έκλεινε το νερό, μάζευε το λάστιχο με αργές, μετρημένες κινήσεις, περνούσε το σπαγγάκι ολόγυρα του, το έδενε σφιχτά και το κρεμούσε στη θέση του. Έριχνε γύρω της μια ματιά και αν διαπίστωνε κάπου να έχει σχηματίσει λιμνούλα το νερό, έπαιρνε γρήγορα την ψάθινη σκούπα της και το άπλωνε μέχρι να το απορροφήσει εντελώς το μουσκεμένο χώμα, μην πατήσει κανείς απρόσεκτος και βραχούν τα πόδια του.
Εντάξει. Όλα ήταν εντάξει και έτσι ήθελε να 'ναι πάντα η κυρά Δέσποινα, που της άρεσε να προσέχει την κάθε λεπτομέρεια. Όπως πρόσεχε και κάθε τι που υπήρχε στο μικρό, αλλά περιποιημένο της σπίτι, αγαπώντας όχι τα αντικείμενα μα τον κόπο, τις στερήσεις και τις λαχτάρες που πέρασαν ο άνδρας της κι αυτή για να τα αποκτήσουν, και τον αγώνα που ΄διναν χρόνια τώρα, ήσυχα και σιωπηλά, για να διατηρήσουν αυτό το κεραμίδι πάνω απ΄ τους κεφάλι τους. Ένα κεραμίδι που δεν το μετρούσαν σαν μια  ψυχρή και άψυχη ιδιοκτησία που η μόνη της αποτίμηση μπορούσε να γίνει σε χρήμα, αλλά το λογάριαζαν σαν να ΄ταν άνθρωπος δικός τους, μέλος της φαμίλιας, όχι απλώς ίσο και όμοιο με τα άλλα, αλλά και κάτι παραπάνω αφού αυτό είχε σταθεί και είχε στεγάσει χαρές και πίκρες ολονών.        
Ο άντρας της μόλις άκουγε πως σταμάτησε το κελάρυσμα του νερού, περίμενε δύο, τρία λεπτά, να στραγγίξει με τη σκούπα της η κυρά Δέσποινα και τις λιμνούλες, γιατί ήταν απρόσεκτος και χωρίς να το θέλει όλο και σε κάποια θα χωνόταν το πόδι του, κι ύστερα έπαιρνε την πάνινη πολυθρόνα του, αντάμα με το μικρό ξύλινο τραπεζάκι και ερχόταν να καθίσει στην αυλή.
Κουβέντες δεν άλλαζαν πολλές. Αρκούσαν τα βλέμματα. Και η κυρά Δέσποινα ετοίμαζε αμέσως τον καφέ, βάζοντας πάντα παραπάνω ποσότητα στο μπρίκι γιατί όλο και κάποιος γείτονας θα περνούσε να τους καλησπερίσει και θα ρουφούσε μ' ευχαρίστηση ένα φλιτζάνι. Μα όση ποσότητα και να 'βαζε στο μπρίκι, ποτέ δεν έφτανε. Κι έψηνε κι άλλο, κι άλλο καθώς οι φωνές στην αυλή πύκνωναν και μέχρι να νυχτώσει για τα καλά είχαν περάσει σχεδόν όλοι οι γειτόνοι από 'κει.
Ποτέ δεν την πείραζε που όλο σηκωνόταν να φέρει τη μια φορά καφέ, την άλλη μια πολυθρόνα ή ένα καρεκλάκι. Τους ένιωθε όλους τόσο δικούς της, τόσο κοντινούς της, σαν να ΄ταν κι αυτοί της οικογένειας. Τους περίμενε πάντα να περάσουν και ό,τι τους έδινε, τους το 'δινε μ' ευχαρίστηση. Δεν περίμενε να της το ανταποδώσουν, μα της το ανταπέδιδαν. Μ' ένα χαμόγελο, μια ζεστή κουβέντα, μ' ένα χωρατό που την έκαναν να αισθάνεται πάντα πως βρίσκεται ανάμεσα σε δικούς της ανθρώπους.
Κι οι γειτόνοι, όμως, δε δίσταζαν ποτέ να πάνε στην αυλή της, όπως δε δίσταζαν να πάνε σε όλες τις αυλές των διπλανών σπιτιών. Έτσι όπως ήταν. Ακόμη και με τις πιτζάμες. Χωρίς να ντραπούν, χωρίς να νοιαστούν αν ήταν και μπαλωμένες. Και γιατί να ντραπούν; Τι είχαν να κρύψουν; Τι τους χώριζε; Οι συζητήσεις που κάναν ακόμη και μέσα στις κρεβατοκάμαρες τους, ξεγλιστρούσαν από το παράθυρο τους, περνούσαν από τα παράθυρα των γειτόνων και έφταναν στ' αυτιά τους πεντακάθαρα, χωρίς να χάνεται ούτε μια λέξη. Όπως αναλλοίωτες έφταναν στις μύτες όλων οι μυρωδιές από τα φαγητά που ετοιμάζονταν στις κουζίνες. Κι αν οι μυρωδιές τους τρυπούσαν τη μύτη, δεν είχαν παρά ν' απλώσουν το χέρι από το ανοικτό παράθυρο και να πάρουν ένα μεζεδάκι από το πιάτο με το αχνιστό φαί που περίμενε δίπλα στο νεροχύτη τους νοικοκυραίους να στρωθούν στο τραπέζι τους και να το απολαύσουν. Όχι, δεν είχαν τίποτα να ντραπούν και τίποτα να χωρίσουν. Ήταν τόσα πολλά αυτά που τους ένωναν που ακόμη και αν παρουσιαζόταν κάτι που μπορούσε να τους χωρίσει, το άφηναν να πνιγεί μέσα στο φλιτζανάκι του καφέ, καθώς τον ρουφούσαν καθισμένοι στις πάνινες πολυθρόνες με το ξύλινο σκελετό και τις ψάθινες καρέκλες. Όσο κοντά ήταν τα παράθυρα τους, άλλο τόσο κοντά ήταν κι οι καρδιές τους και ήξεραν καλά -και να μην το ήξεραν το είχαν καταλάβει με τα χρόνια- πως αν χαλούσε η καρδιά του διπλανού, αργά ή γρήγορα θα χαλούσε κι η δική τους.
Αυτά τα σπίτια είχαν φωνή και δική τους προσωπικότητα κι ας ήταν μικρά και ας μην τα ΄πιανε το μάτι σου. Τα 'βλεπες και  ένιωθες πως ανάσαιναν με την ανάσα αυτών που τα κατοικούσαν. Μέσα από τ' ανοιχτά τους παράθυρα έλαμπαν τα μάτια των νοικοκυραίων τους και καθώς περνούσες από μπροστά τους άνοιγαν οι βαριές ξύλινες πόρτες τους για να ξεχυθεί από μέσα ένα απαλό χαμόγελο που σε καλησπέριζε, ακόμη και αν τους ήσουν ολότελα άγνωστος.
 Αυτά τα σπίτια που ΄χανε μια κυρά Δέσποινα  που έμενε πάντα πιστή στο ραντεβού της με το λάστιχο, το σπαγγάκι και το νερό,  κάθε που οι δείκτες του ρολογιού έδειχναν πέντε το απόγευμα.
Αυτή την κυρά Δέσποινα που ξεκρέμασε και πάλι το λάστιχο, έλυσε το σπαγγάκι και το σύνδεσε στη βρύση. Το νερό πετάχτηκε ξανά  κελαρυστό, αλλά  μάταια  αναζήτησε τις πλάκες για να τις δροσίσει.  Θαμμένες πια  κάτω από ένα παχύ στρώμα χώματος, όσο και αν τις αναζητούσε δεν κατάφερνε να τις εντοπίσει, όπως δεν μπορούσε και η κυρά Δέσποινα να δει το σπίτι της και τ' άλλα σπίτια που έστεκαν δίπλα του και το συντρόφευαν όλα αυτά τα χρόνια.
Τα σπίτια δεν ήταν πια εδώ. Μόνο η κυρά Δέσποινα ήταν. Ο Εγκέλαδος ήταν η αιτία, αλλά ίσως και η αφορμή, για να σωριαστούν κάτω αυτά τ' απομεινάρια μιας εποχής. Μιας άλλης εποχής.
 Έστρεψε το κεφάλι της αργά-αργά δεξιά και αριστερά. Τίποτα. Μόνο τα αχνάρια τους είχαν μείνει. Είχαν μείνει, αλλά για πόσο; Πόσο θα μπορούσαν ν' αντισταθούν στη σκόνη που είχαν σηκώσει οι μπουλντόζες καθώς ποδοπατούσαν και ζύμωναν με τις ερπύστριες τους χώμα και τα ξύλα, κομμάτια απ' τα κορμιά τους, φτιάχνοντας ένα χαρμάνι που θα δεν έβρισκε θέση ούτε καν σε μια μάντρα με την επιγραφή «πωλούνται οικοδομικά υλικά»;
Το νερό, χωρίς κέφι πια, συνέχιζε να τρέχει από το λάστιχο. Έστρεψε το βλέμμα της προς την απέναντι πολυκατοικία. Δεν την είχε προσέξει ποτέ ιδιαίτερα και ας θα ΄χαν περάσει πάνω από πέντε χρόνια που την είχαν σηκώσει. Ίσως γιατί τη φόβιζε.  Χωρίς να ξέρει το λόγο. Μπορεί λόγω του ύψους και του όγκου της. Ή επειδή δεν της άρεσαν τα χρώματα με τα οποία ήταν βαμμένη. Μουντά, χλωμά. Λες και δεν μπήκε κανείς στον κόπο να τα διαλέξει, να τα συνταιριάσει, αλλά απλώς τα πήρε και τα πέταξε πάνω της για να καλύψει το σοβά της.  
Στον δεύτερο όροφο της μια ηλικιωμένη κυρία, συνομήλικη της μάλλον, καθόταν στο μπαλκόνι και κοιτούσε με βλέμμα σβησμένο προς το δρόμο. Έκανε να την χαιρετίσει. Το χέρι της κυρά Δέσποινας έμεινε μετέωρο. Αναστέναξε. Πώς δεν την είχε προσέξει τόσο καιρό; Θα ΄χε βρει τρόπο να την προσεγγίσει. Είχε τον τρόπο της. Να της ψήσει έναν καφέ. Να πουν δύο κουβέντες... 
Στον τρίτο όροφο κάποιο ραδιόφωνο έπαιζε πολύ δυνατά μουσική. Ένας κύριος πρόβαλε στο μπαλκόνι. Κάτι είπε προς την ανοιχτή μπαλκονόπορτα απ΄ όπου ερχόταν η μουσική. Ένα χέρι από μέσα έκλεισε με δύναμη τα παντζούρια και τα ασφάλισε. Η μουσική έσβησε, χάθηκε. Εγκλωβίστηκε στο διαμέρισμα. Ο κύριος ακούμπησε πάνω στο κάγκελο ενώνοντας τα χέρια του και ατένιζε τον καθαρό ουρανό.   
Η κυρά Δέσποινα  γύρισε το βλέμμα της στο λάστιχο. Είχε κρατήσει για πολύ ώρα το νερό πάνω από ένα σημείο και είχε κάνει λιμνούλα, αλλά οι πλάκες δεν έλεγαν να φανούν. Έκλεισε το νερό, μάζεψε προσεκτικά το λάστιχο, το έδεσε αλλά δεν είχε πια πού να το κρεμάσει. Μόνο αυτό είχε απομείνει και η βρύση. Το πέρασε απαλά γύρω απ΄ το μεταλλικό λαιμό της. Ας έκαναν τουλάχιστον το ένα παρέα στην άλλη. Γνωρίζονταν καλά, τα ΄χαν βρει εδώ και χρόνια, τώρα θα τα χαλούσαν;
Ο άνδρας της λίγα μέτρα πιο πέρα. Με την πάνινη πολυθρόνα περασμένη απ΄ το δεξί του ώμο και στο χέρι το τραπεζάκι. Στο αριστερό κρατούσε το μπρίκι της. Κοντοστάθηκε μπροστά του και έβγαλε ένα βαθύ αναστεναγμό.
- Μη σκας, της είπε εκείνος.

Τον κοίταξε για μια στιγμή ίσια στα μάτια και διέκρινε αμέσως πως ήταν υγρά. Πήρε απ΄ το χέρι του το μπρίκι και ξεκίνησε. Την ακολούθησε αμίλητος...   

2 σχόλια:

  1. Το διήγημα αυτό γράφτηκε το 1995, λίγες μέρες μετά το σεισμό των 6,6 ρίχτερ που έπληξε στις 13 Μάη 1995 τις περιοχές της Κοζάνης και των Γρεβενών.
    Συμπεριλήφθηκε στην πρώτη συλλογή διηγημάτων μου που κυκλοφόρησε με το γενικό τίτλο «Τα κουβάρια της σιωπής» (εκδόσεις ΚΟΝΤΕΟΣ) τον Οκτώβρη της ίδιας χρονιάς.
    Με αφορμή τη συμπλήρωση είκοσι χρόνων από το απρόσμενο εκείνο γεγονός που σημάδεψε τη γενέτειρα μου, το αναδημοσιεύω, έχοντας διορθώσει κάποια σφάλματα που είχαν διαφύγει της προσοχής μας στην πρώτη έκδοση.
    Ευχαριστώ θερμά το φίλο Αλέκο Βρεττάκο, εξαίρετο φωτογράφο, που μου παραχώρησε αυτή τη φωτογραφία απ΄ την προσωπική του συλλογή.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Αυτό το σχόλιο αφαιρέθηκε από τον συντάκτη.

    ΑπάντησηΔιαγραφή