Δευτέρα 20 Ιανουαρίου 2020

«Είναι οι άνθρωποι ερημιά κι ο τόπος κρύος»

E-mailΕκτύπωση
Jason deCaires Taylor sculpture 700Για την ποιητική συλλογή του Βαγγέλη Τασιόπουλου «Αχερουσία η θάλασσα» (εκδ. Γκοβόστη).
Του Μιχάλη Πιτένη
Απ’ άκρη σ’ άκρη μια γριούλα το νυφικό της περιφέρει, 
κρατά τα ξεφτισμένα στέφανα
τα δίνει δώρο, λέει, ψάχνει για κάποια
ανύπαντρη φτωχιά να το προσφέρει.
«Η λευκή της ιστορία»
(Αχερουσία η θάλασσα)
Το απόσπασμα που παραθέτουμε από τη νέα ποιητική συλλογή του Βαγγέλη Τασιόπουλου Αχερουσία η θάλασσα είναι ένα χαρακτηριστικό δείγμα του προβληματισμού και της ανησυχίας που κατακλύζουν τον ποιητή για τα όσα συμβαίνουν γύρω μας, δίπλα μας, στις δικές μας θάλασσες, στις δικές μας ακτές, με πρωταγωνιστές χιλιάδες ανθρώπους που προσπαθούν να ξεφύγουν απ’ την όποια κακή τους μοίρα. Ενός προβληματισμού που ξετυλίγεται και εκφράζεται μέσα από τα τριάντα οκτώ ποιήματα της συλλογής που είναι εικόνες τού σήμερα, οι οποίες, όμως, συνδέονται με το χθες και το πιθανότερο είναι πως θα τις δούμε και αύριο.
Η ποίηση του Τασιόπουλου γεμάτη σωσίβια επιπλέοντα, απομεινάρια από τσακισμένες βάρκες, άδειες βαλίτσες, σώματα χωρίς ζωή κι ελπίδα, υγρά και σκληρά χώματα που από πάνω τους πασχίζουν να γαντζωθούν τρυφερά χέρια παιδιών ή ροζιασμένα δάχτυλα γερόντων. Ποίηση που εμπνέεται από ειδήσεις της σημερινής μέρας, αλλά τροφοδοτείται και από τις ειδήσεις της χθεσινής προαναγγέλλοντας ταυτόχρονα και εκείνες της επόμενης.

Αν σιωπήσεις την κρίσιμη ώρα, αν αντί να σταθείς στο ύψος των περιστάσεων περάσεις σερνάμενος από κάτω, πώς θα κοιτάξεις το πρόσωπό σου στον καθρέπτη; Μια λύση είναι να τον πετάξεις ή να τον σπάσεις, αλλά πόσους καθρέπτες θα σπάσεις τελικά και από πόσους θα κρυφτείς;
«Αχερουσία η θάλασσα» μας λέει ο ποιητής συνδέοντας ένα σκληρό παρόν για πολλούς συνανθρώπους μας με το μυθικό παρελθόν της αποξεραμένης απ’ τη δεκαετία του ’60 αχερουσίας λίμνης, θέλοντας να δείξει πως, αν σε κάτι εξελίχθηκε η ανθρωπότητα, δεν είναι στο να διαμορφώνει τις ίδιες, ή περίπου τις ίδιες, συνθήκες διαβίωσης για όλους, αλλά στο να εξολοθρεύει όλο και περισσότερους. «Αχερουσία η θάλασσα» του Τασιόπουλου κι αν αφορμή είναι η δική μας θάλασσα, ή οποιαδήποτε άλλη θάλασσα κοντά μας, ως «αχερουσίες» λειτούργησαν από κτήσεως κόσμου –και, δυστυχώς, θα συνεχίσουν να λειτουργούν– τόσες θάλασσες.
Ο ποιητής φυσικά διαμαρτύρεται, κραυγάζει, μοιρολογεί. Λέει αυτό που βλέπει στις μέρες του και άλλον τρόπο δεν έχει απ’ το να το αποτυπώσει στο χαρτί. Και λοιπόν; Δεν έχει λοιπόν. Αν σιωπήσεις την κρίσιμη ώρα, αν αντί να σταθείς στο ύψος των περιστάσεων περάσεις σερνάμενος από κάτω, πώς θα κοιτάξεις το πρόσωπό σου στον καθρέπτη; Μια λύση είναι να τον πετάξεις ή να τον σπάσεις, αλλά πόσους καθρέπτες θα σπάσεις τελικά και από πόσους θα κρυφτείς; Τα ποιήματα του Τασιόπουλου γροθιά. Στο στομάχι, στο πρόσωπο. Όπου σε βρουν. Ακόμα και αν γυρίσεις να φύγεις θα στοχεύσουν στην πλάτη σου και θα σε πετύχουν. Ξένος πόνος, γιατί να τον κουβαλάς; Είναι μια άποψη κι αυτή. Μα και πώς να διαλέξεις τις εικόνες που θέλεις να βλέπεις, τις φωνές που θέλεις ν’ ακούς;
Οι λέξεις που επιλέγει –ή τον επιλέγουν– στα ποιήματά του δεν είναι λειασμένες, βγαλμένες από κάποιο καλούπι έτοιμες προς χρήση. Είναι τραχιές, γεμάτες εξογκώματα και αιχμηρές άκρες. Σκαλώνουν στη γλώσσα, «τρυπούν» το μυαλό, σε κάνουν να αισθάνεσαι πως περπατάς ξυπόλυτος πάνω σ’ ένα χαλικόστρωτο δρόμο που δεν πατήθηκε ποτέ από κάποιο βαρύ μηχάνημα για να τον «μαλακώσει», που δεν τον εξομάλυναν άλλα πόδια. Κι όμως είναι ο ίδιος δρόμος που βαδίζει ο κόσμος μας από την ημέρα που ο πηλός έγινε ζωή. Που τα μάτια είδαν το φως και άρχισαν έκτοτε να αναζητούν την ελπίδα.
Γι’ αυτό γαντζώνεσαι απ’ τις λέξεις του κι ελπίζεις μήπως και με τη δική σου κραυγή δυναμώσει η ποίηση κι η ευαισθησία της, αν δεν αλλάξει αυτόν τον κόσμο, τουλάχιστον να τον μαλακώσει λίγο.
Με τα ποιήματα του Τασιόπουλου δεν ξεμπλέκεις εύκολα και η ανάγνωσή τους δεν είναι προς τέρψη και εφησυχασμό. Ούτε εξαντλούνται με την πρώτη φορά. Σε κάνουν να νιώσεις οδοιπόρος, καταδιωκόμενος, ανέστιος, απελπισμένος, λες κι είσαι και συ «Στον καταπέλτη όρθιος προσδοκά ό,τι του έταξαν», όπως λέει στο «επιμύθιό του», πριν διαπιστώσεις πως «είναι οι άνθρωποι ερημιά κι ο τόπος κρύος» (από το ποίημα «Είναι στο χώμα να πατάς το διαυγές μια διέξοδος»). Θα γίνει κάτι; Θα αλλάξει, άραγε, η μοίρα τόσων ανθρώπων; Απαισιόδοξος ο ποιητής που κρίνει ως «θεριό ανήμερο του ανθρώπου τη βουλιμία». Και πώς να του δώσεις άδικο; Δαμάζεται αυτό το «θεριό»; Γι’ αυτό γαντζώνεσαι απ’ τις λέξεις του κι ελπίζεις μήπως και με τη δική σου κραυγή δυναμώσει η ποίηση κι η ευαισθησία της, αν δεν αλλάξει αυτόν τον κόσμο, τουλάχιστον να τον μαλακώσει λίγο.
«Βελτιωμένος απόψε ο καιρός. Μίκρυναν οι αποστάσεις κι ο ουρανός αρκέστηκε στην επιτήρηση. Εκτός απροόπτου θα βγω από το θυμό να περπατήσω τα βήματα του κόκκινου αετού. Επενδύοντας στην τρυφερότητα παραπλανάς ευκολότερα και το αποτέλεσμα είναι επιτυχές συνήθως. Εξ όνυχος τον δράκοντα λοιπόν. Θεριό ανήμερο του ανθρώπου η βουλιμία. Στους τοίχους το σύνθημα σαν πόθος αναμάρτητος κρύβει τα μάτια των αγγέλων. Κι έτσι, με το κενό στην όραση κάνεις ό,τι βρεις. Από λεκέδες άλλο τίποτε η ζωή».
(«Πράξεις αναμονής»)
* Ο ΜΙΧΑΛΗΣ ΠΙΤΕΝΗΣ είναι συγγραφέας. 
Τελευταίο του βιβλίο, το μυθιστόρημα «Μετέωρη γυναίκα».
Δημοσιεύτηκε στη bookpress.gr στις 20-1-2020

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

«Γιαλάν Ντουνιάς» του Μιχάλη Πιτένη, εκδόσεις Γράφημα Της Δήμητρας Καραγιάννη (περ. ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ, τ. 211-212, χειμώνας 22-23)

Ο Μ.Π. είναι από τις διακριτές πνευματικές οντότητες της πόλης, της περιοχής και όχι μόνο. Συγγραφέας πολλών μυθιστορημάτων, τα οποία όχι άδ...