Κυριακή, 28 Φεβρουαρίου 2016

"Τα πρόσωπα κι οι εικόνες της πόλης μου της Κοζάνης στο μέχρι τώρα λογοτεχνικό μου έργο"

"Πάντα ήθελε να γυρίζει πίσω. Ακολουθώντας την ίδια διαδρομή. Απ΄ τα ίδια σοκάκια, μπροστά απ΄ τις ίδιες ασπρισμένες αυλές. Αναζητώντας τα ίδια, γνώριμα, πρόσωπα, τους ίδιους ήχους, τις ίδιες μυρωδιές.
Ελάχιστα έβρισκε απ΄ αυτά που αναζητούσε. Τα σοκάκια, ασφαλτοστρωμένοι δρόμοι πια. Πεζοδρόμια, εκεί όπου κάποτε οι μεγάλες πέτρες έκαναν η μια παρέα στην άλλη, προσμένοντας την ώρα που θα ΄ρχονταν οι κυράδες τους, να στρώσουν πάνω τους ένα χαλάκι και να καθίσουν, δίπλα, δίπλα για να στήσουν το χωρατά της γειτονιάς μέχρι αργά. Με τα χέρια τους να ρίχνουν βελονιές στα κεντήματα τους  ή πόντους στο πλεκτό τους και να συναγωνίζονται σ΄ αντοχή τα στόματα τους που δεν έβαζαν γλώσσα μέσα, τιτιβίζοντας ασταμάτητα και σχολιάζοντας όποιον περνούσε, αφού πρώτα τον χαιρετούσαν  εγκάρδια. Κι οι αυλές… Όσες είχαν απομείνει, σφηνωμένες ανάμεσα στις νεόδμητες ομοιόμορφες πολυκατοικίες, έδειχναν ανήμπορες ν΄ ανασάνουν, απογοητευμένες, ξέροντας πως δεν θ΄ αργούσε η σειρά τους. 

Συνέχιζε όμως. Γύριζε πίσω, όποτε το μπορούσε, την ίδια περίπου ώρα. Λίγο πριν πέσει η νύχτα. Και ήταν όλοι και όλα εκεί. Τα σοκάκια, οι αυλές, οι νοικοκυραίοι...". 
Μ΄ αυτές τις φράσεις ξεκινά το μυθιστόρημα μου "Οι κόρες της Αφροδίτης" (εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ- 2006), αποκαλύπτοντας τη διαδρομή που ακολουθώ σχεδόν πάντα στο λογοτεχνικό μου έργο. 
 "Η πόλις θα σε ακολουθεί. Στους δρόμους θα γυρνάς τους ίδιους". Διαβάζω για πρώτη φορά τους στίχους αυτούς του Καβάφη στο υπέροχο ποίημα του "Η Πόλις" και τους προσπερνώ. Μόνη δικαιολογία μου η εφηβική πεποίθηση πως "Θα πάγω σ’ άλλη γη, θα πάγω σ’ άλλη θάλασσα. Μια πόλις άλλη θα βρεθεί καλλίτερη από αυτή".   
          Μ΄ αυτούς τους στίχους ταξιδεύω. Περούτζια της Ιταλίας για σπουδές, Θεσσαλονίκη για σπουδές και εργασία, είναι οι άλλες πόλεις, οι άλλες θάλασσες. Καλύτερες σίγουρα απ΄ την Κοζάνη από πολλές απόψεις. Πιο ανοιχτές, περισσότερο ενδιαφέρουσες. 

          Η δική μου πόλη όμως είναι η Κοζάνη και η επιστροφή σ΄ αυτή μετά από οκτώ και πλέον χρόνια δε σημαίνει τη συνθηκολόγηση των εφηβικών ανησυχιών ή την απόρριψη ανώριμων ονείρων, όσο και αν την έχουν επιβάλει οι συνθήκες και η συγκυρία. Γιατί ακόμα και αν πρέπει να αρχίζω να σπάω την πέτρα σ΄ αυτή την "Πέτρινη πόλη" όπως εύστοχα τη χαρακτήρισε σ΄ ένα απ΄ τα μυθιστορήματα του ο αείμνηστος Μιχάλης Παπακωνσταντίνου, το κάνω με τη σιγουριά πως όλο και κάποιος θα βρεθεί να καλύψει τα νώτα μου, όταν αποφασίζω να εκτεθώ και να εκθέσω μέσα απ΄ την πρώτη εμφάνιση μου στη λογοτεχνία.
 "Τα κουβαριά της σιωπής" το 1995, είναι πραγματικά το βάπτισμα του πυρός, κι ας έχει προηγηθεί η πρώτη δημόσια εμφάνιση μου μ΄ ένα θεατρικό έργο το 1993, καθώς εισέρχομαι σ΄ ένα οιονεί πεδίο βολής όπου συγγραφέας και κείμενο αναμετρώνται πρόσωπο με πρόσωπο με τον αναγνώστη. Τον αναγνώστη που για όσους συγγράφουν ζώντας στις μεγαλουπόλεις είναι συνήθως κάτι απροσδιόριστο και μακρινό, αλλά για εμάς που ζούμε σε πόλεις όπου σχεδόν τα πάντα και οι πάντες είναι ευκολότερα μετρήσιμα και αναγνωρίσιμα είναι αυτός που μπορεί να σταθεί απέναντι σου, σε οποιοδήποτε χώρο, μια ανύποπτη ώρα και στιγμή για να σου πει και αυτό που όχι απλώς δεν θα σ΄ αρέσει, μα που μπορεί ακόμα και να σε πληγώσει.     
Σ΄ αυτή την πρώτη συλλογή των 11 διηγημάτων η πόλη ονομάζεται μόνο στο τελευταίο, "Τα απομεινάρια μιας εποχής" που γράφτηκαν κυριολεκτικά λίγες ώρες μετά το μεγάλο σεισμό των 6,6 ρίχτερ του 1995 που έπληξε την περιοχή. Φαίνεται όμως πως τα στοιχεία που υπάρχουν και στα άλλα 10 διηγήματα, αποκαλύπτουν την ταυτότητα του τόπου και εν μέρει των ηρώων τους, κάνοντας με να συνειδητοποιήσω πως την ώρα που γράφω δεν είμαι μπροστά σε κάποιο πληκτρολόγιο, αλλά η πόλη με κρατά απ΄ το χέρι και με σεργιανά στους δρόμους της παροτρύνοντας με να κοιτάξω ακόμα και πίσω από κλειστές πόρτες και παράθυρα. Όχι για να κρίνω ή να σχολιάσω. Για να δω και να καταγράψω, την καρδιά και τον παλμό αυτής της πόλης. Τους ανθρώπους της. Χωρίς συγκεκριμένα κριτήρια και με δική μου πρωτοβουλία, αφού οι ήρωες μου είναι που με διαλέγουν και εκείνοι αποφασίζουν να μου εμπιστευτούν τις ιστορίες τους καθοδηγώντας με αναλόγως. Άνθρωποι που μπορεί να κυκλοφορούν αθέατοι για τους περισσότερους και επιλέγουν να ¨αποκαλύψουν¨ το ιδιαίτερο ή το ξεχωριστό ενδιαφέρον τους σε κάποιον που γράφει. Κάτι που δεν ξέρεις αν είναι τελικά ευχή ή κατάρα, καθώς ορισμένες φορές αισθάνεσαι πως το βάρος είναι δυσβάσταχτο.
Οι χαρακτήρες, λοιπόν, με επιλέγουν και αυτό συμβαίνει τόσο στη δεύτερη συλλογή διηγημάτων μου του 1998, με το γενικό τίτλο "Μην ενοχλείτε τον Πρίγκιπα", όσο και στα μυθιστορήματα που θα ακολουθήσουν.  
Στον "Πρίγκιπα", τα 14 διηγήματα της συλλογής είναι και πάλι εικόνες της πόλης που κάποιες έρχονται από την παιδική μου ή εφηβική μου ηλικία και άλλες απ΄ το παρόν, αποκαλύπτοντας εν μέρει την προσωπική εσωτερική μου διαδρομή στο χρόνο.
Η θεματολογία, όσο και ο τρόπος με τον οποίο προσπαθώ να τη χειριστώ συγγραφικά, προοιωνίζεται και τα βήματα που μέλλεται να ακολουθήσω όταν επιχειρήσω να κάνω την τρίτη εμφάνιση μου στη λογοτεχνία με τη φόρμα ενός μυθιστορήματος.      
Στο πρώτο μυθιστόρημα "Τα υγρά ίχνη της μνήμης", που έρχεται το 2002, μια μικρή και κλειστή κοινωνία είναι ο χώρος δράσης, όπου μέσα  σε λίγες μόλις μέρες τα πάντα ανατρέπονται, σαν κάποιος να ΄χε υποσκάψει τα θεμέλια και απλώς περίμενε την κατάλληλη στιγμή για να τραβήξει και το τελευταίο υποστήριγμα.
Στο βιβλίο ο Εβραίος Αβραάμ δεν είναι απ΄ τους ήρωες της πρώτης γραμμής, αλλά για μένα είναι μια γνώριμη και οικεία φιγούρα καθώς έρχεται απ΄ τα χρόνια που η μάνα μου με τραβούσε απ΄ το χέρι προς το σπίτι της γιαγιάς και γω κλωτσούσα κάποιες απ΄ τις πολλές πέτρες των χωματόδρομων που διασχίζαμε. Τον συνάντησα πολλές φορές, να κάνει αυτό ακριβώς που περιγράφω και στο βιβλίο. Να περιποιείται μια κατάκοιτη γηραιά κυρία. Εκεί σταματάει η πραγματικότητα και αμέσως μετά τη σκυτάλη παίρνει ο μύθος με τον οποίο ντύνω το συγκεκριμένο χαρακτήρα. Μήπως όμως όσα λέω έχουν και ψήγματα αλήθειας; Δεν έχω ξεκάθαρη απάντηση. Όταν ήρθε η ώρα να διασταυρώσω την ιστορία του δε ζούσε ούτε ο ίδιος, ούτε και πολλοί άλλοι που ίσως να ήξεραν. Δεν ήταν όμως και απαραίτητο καθώς είχα το βασικότερο στοιχείο που χρειαζόμουν. Πως υπήρξε. Ως πλάσμα της μνήμης μου, ή της πραγματικότητας; Μικρή σημασία έχει. Όπως έχουν πει πολλοί λογοτέχνες, όλοι οι χαρακτήρες της λογοτεχνίας προϋπάρχουν πριν περάσουν στο χαρτί και από εκεί στην αθανασία. Και εφόσον προϋπάρχουν έχουν τη δικιά τους ιστορία, που σε πολλές περιπτώσεις είναι αδύνατον να γνωρίζουμε όλες τις πτυχές και τις λεπτομέρειες της. Ίσως και να μη χρειάζεται. Η φαντασία του συγγραφέα αναλαμβάνει να συμπληρώσει κενά, ενίοτε δε και να κάνει και ορισμένες... διορθώσεις προκειμένου να υπηρετήσει το βασικό στόχο. Να κάνει το έργο του ελκυστικό για τον αναγνώστη.  
Δεν εύκολο, ούτε αυτονόητο. Αν το ταξίδι στο χρόνο παραμένει πάντα γοητευτικό, η κατάδυση στις πτυχές της ανθρώπινης ψυχής κρύβει πολλές φορές δυσάρεστες εκπλήξεις και απαιτείται μεγάλη και δύσκολη προσπάθεια για να τις κατανοήσεις, κρατώντας τις απαραίτητες ισορροπίες και αποστάσεις, σαν να πρόκειται να δεις ψύχραιμα και από μακριά ένα γεγονός που αφορά ξένους προς εσένα ανθρώπους, παρότι οι ήρωες σου είναι και θα παραμείνουν για πάντα "δικοί σου άνθρωποι". 
Όπως δικές σου γίνονται και οι ιστορίες τους, μόνο που αισθάνεσαι πως δεν έχεις το δικαίωμα να τις κρατήσεις για σένα αλλά οφείλεις να τις πεις, να τις διαδόσεις, εκτιμώντας πως αυτός είναι ο καλύτερος φόρος τιμής που μπορείς να αποδώσεις σ΄ όλους αυτούς τους ανθρώπους που στις εμπιστεύτηκαν.
Όταν μου έστειλαν απ΄ τον εκδοτικό οίκο για την τελική έγκριση το σημείωμα που θα έμπαινε στο οπισθόφυλλο του επόμενου μυθιστορήματος μου "Οι κόρες της Αφροδίτης" που κυκλοφόρησε το 2006, απάντησα αμέσως θετικά και χωρίς καμιά παρατήρηση γιατί πολύ απλά στις τελευταίες σειρές του είχε καταφέρει να συμπυκνώσει το νόημα του βιβλίου μου.
"…ο νεαρός πρωταγωνιστής βρίσκει μια νησίδα ελευθερίας: το Σπίτι του Έρωτα, που οι νεαρές και όμορφες ένοικοι του θα σημασιοδοτήσουν με νέο τρόπο τη ζωή του. Κι ανάμεσα τους, ξεχωριστή και απαστράπτουσα, η γυναίκα που, για χρόνια πολλά, θα στοιχειώνει τα όνειρα του.
Στα πόδια της, ύστατος φόρος τιμής, αυτό το βιβλίο".
Όλα ξεκίνησαν γι΄ αυτό το μυθιστόρημα απ΄ το Σπίτι, αυτή τη νησίδα ελευθερίας. Ένα σπίτι θεόρατο στα παιδικά μου μάτια, όπως ακριβώς το περιγράφω, νεοκλασικό με ροζ βαμμένους τους εξωτερικούς τοίχους και ψηλούς, σχεδόν απροσπέλαστους, μαντρότοιχους που συνόρευε με το πατρικό μου σπίτι. Μια νησίδα ελευθερίας έρημη και εγκαταλειμμένη χρόνια, την οποία ο τότε ιδιοκτήτης της είχε μετατρέψει σε αποθήκη πριν τη γκρεμίσει και στη θέση της χτιστεί ένα άχρωμο και χωρίς κανένα ιδιαίτερο χαρακτήρα οικοδόμημα.
Δεν πρόλαβα το σπίτι σε λειτουργία, αλλά παρόλα αυτά μαζί με πολλά απ΄ τα παιδιά της γειτονιάς μοιραστήκαμε τον ίδιο πόθο. Να μπούμε μέσα και να βρούμε να μας περιμένουν τα κορίτσια της κυρίας Αναστασίας. Ένα απόγευμα καλοκαιριού το τολμήσαμε. Στη μεγάλη αλάνα που σήμερα είναι μια ακόμα κακόγουστη πλατεία βρήκαμε οικοδομικά μαδέρια, φτιάξαμε έναν πρόχειρο πολιορκητικό κριό και εφορμήσαμε στη μεγάλη και συμπαγή σιδερένια αυλόπορτα του. Τη γκρεμίσαμε και μαζί μ΄ αυτή και την ουτοπία μας πως η Έφη, η Γαλάτεια και τα άλλα κορίτσια θα ΄ταν εκεί και θα μας περίμεναν, έτοιμες να εκτονώσουν τον άγουρο ακόμα ερωτισμό μας.
Γύρισα πολλές φορές πίσω και ήξερα πως αργά ή γρήγορα θα ΄πρεπε να γράψω γι΄ αυτό το σπίτι. Την αφορμή μου την έδωσε ένα αφιέρωμα του φίλου Γιώργου Δαδαμόγια στους οίκους ανοχής της Κοζάνης που δημοσιεύτηκε σε δύο συνέχειες στην ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ και φυσικά οι πολλές επιπλέον πληροφορίες που μου έδωσε στις κατ΄ ιδίαν συζητήσεις που ακολούθησαν.
Γεγονότα μεταχρονολογήθηκαν, υπαρκτά πρόσωπα άλλαξαν ονόματα, προκειμένου να υπηρετηθεί ο μύθος που κυοφορούνταν στο μυαλό μου. Ένας υπέροχος στίχος του Κώστα Βίρβου μου χάρισε τον τίτλο για ένα βιβλίο για το οποίο άκουσα ουκ ολίγες φορές από διάφορους να με ρωτάνε μεταξύ σοβαρού και αστείου αν θα υπάρξει και συνέχεια.
Ίσως, κάποτε… Η ουσία είναι πως μ΄ αυτό το βιβλίο, στο οποίο δεν αναφέρεται καν η Κοζάνη αλλά οι μεγαλύτεροι σε ηλικία Κοζανίτες που το ΄χουν διαβάσει καταλαβαίνουν αμέσως σε ποιο τόπο διαδραματίζεται, συνειδητοποιώ κάτι που το ΄βλεπα από παλιά, πως τόσο ο συγκεκριμένος οίκος ανοχής όσο και οι άλλοι που υπήρξαν, δεν αντιμετωπίστηκαν ποτέ απ΄ τους περισσότερους κατοίκους και ως οίκοι ενοχής, αλλά ως χώροι απόλυτα ενταγμένοι και εναρμονισμένοι με τον τότε κοινωνικό ιστό της πόλης. Εντυπωσιακό, αν λάβουμε υπ΄ όψιν μας πως μιλάμε για δεκαετίες σκληρές και δύσκολες, με πολλές αγκυλώσεις και περισσότερες προκαταλήψεις.
 Τελειώνοντας με τις κόρες της Αφροδίτης, που όπως και τα υγρά ίχνη της μνήμης έχουν ως τόπο δράσης μικρές και κλειστές κοινωνίες, νιώθω την ανάγκη να ξεφύγω, να ξανοιχτώ, βουτώντας, θέλοντας και μη, σε άγνωστα μέχρι τότε νερά.
Αθεράπευτος λάτρης της ιστορίας, βάζω τον εαυτό μου στη θέση ενός αναγνώστη που συνομιλεί με το συγγραφέα και στο ερώτημα του τι θα ΄θελε να διαβάσει του απαντά "κάτι που θα με ταξιδέψει μακριά".
Και η επιθυμία του γίνεται δεκτή. "Η προφητεία του Μότσαρτ"  δεν είναι απλώς το αποτέλεσμα σκληρής δουλειάς, οι αλλεπάλληλες γραφές, ξανά και ξανά απ΄ την αρχή, οι νοερές περιπλανήσεις σε μέρη που δεν έχω επισκεφτεί και το εγχείρημα της σύνθεσης ιστορικών γεγονότων με μύθους. Είναι πάνω απ΄ όλα ένα προσωπικό στοίχημα πως μπορώ να κάνω αυτό το μακρινό σε χώρο αλλά και χρόνο ταξίδι.
Κάϊρο, Αλεξάνδρεια, Βρυξέλλες, Βιέννη, Μασσαλία, Προβηγκία, Αλσατία- Λοραίνη, Κολμάρ, Στρασβούργο, Αθήνα, οι σταθμοί αυτού του ταξιδιού που στο μυθιστόρημα κρατάει 100 χρόνια. Η Κοζάνη φυσικά δε λείπει και απ΄ εδώ. Ονοματισμένη αυτή τη φορά, καθώς πατώντας στη θρυλούμενη καταγωγή του μακαρίτη Χέρμπερτ Φον Κάραγιανν απ΄ την πόλη μας, φέρνω τον πρωταγωνιστή μου απ΄ τα μέρη μας και απ΄ την ιστορική μας βιβλιοθήκη.
Πολλοί απ΄ όσους διάβασαν το βιβλίο στάθηκαν σ΄ αυτό και με επαίνεσαν. Δε νομίζω πως αξίζω κάποιο έπαινο ή ιδιαίτερη μνεία. Και μόνο που κατάφερα ν΄ αντλήσω τόσα πολλά απ΄ τους ανθρώπους και τις ιστορίες τους που ακόμα δεν εξαντλήθηκαν, αισθάνομαι πως χρωστάω στην πόλη μου ήδη πολλά.
 Στην Απόγονο, το επόμενο και τελευταίο μέχρι στιγμής μυθιστόρημα μου, η Κοζάνη δε λείπει και πάλι έστω και αν η αναφορά σ΄ αυτή είναι   μικρότερη. Τη θεώρησα όμως απαραίτητη καθώς αναφέρεται σε κάτι που αρκετοί, και ειδικά νεότεροι, αγνοούν.  Πώς παρόλο που λέγεται ότι στην Κοζάνη δεν κατάφερε να στεριώσει Εβραίος, όχι μόνο χάριν αστεϊσμού αλλά και για να τονιστεί το εμπορικό δαιμόνιο των ντόπιων, την περίοδο της κατοχής φιλοξενήθηκαν από Κοζανίτες και σώθηκαν απ΄ τους Ναζί αρκετοί Εβραίοι, ερχόμενοι κυρίως απ΄ τη Θεσσαλονίκη. Υπάρχουν φυσικά και αρκετές απόλυτα αξιόπιστες μαρτυρίες.   
Τόσο στην Προφητεία όσο και στην Απόγονο κινήθηκα κυρίως εκτός των συνόρων της πόλης και της περιοχής και επέλεξα ως πρωταγωνιστή το ίδιο πρόσωπο. Δεν είναι όμως τα μόνα κοινά που έχουν αυτά τα βιβλία. Το σημαντικότερο, κατά την προσωπική μου άποψη, είναι πως επιχείρησα να εκφράσω την αγωνία και τον προβληματισμό μου για δύο μεγάλα θέματα των ημερών μας.
Στην προφητεία, που ολοκληρώθηκε το 2009 και κυκλοφόρησε το 2010, το βασικό του θέμα είναι ένα τεράστιο πρόβλημα του σήμερα. Οι μετανάστες, οι πρόσφυγες, αυτοί οι άμοιροι και ταλαίπωροι άνθρωποι που δεν είναι απλώς ένα δυσεπίλυτο πρόβλημα για τη χώρα μας αλλά και μια βόμβα στα θεμέλια της Ενωμένης Ευρώπης, όπως υποστηρίζουν πλέον όλο και περισσότεροι.
Ο Αντρέ Ζιντ έγραψε πως "Το μυθιστόρημα εγκαθίσταται αφηγηματικά σ΄ ένα παρόν και θεάται το μέλλον". Δεν ξέρω αν ισχύει αυτό για την προφητεία του Μότσαρτ. Η απάντηση θα δοθεί προσεχώς.
Ούτε μπορώ να ισχυριστώ πως έχει πραγματική βάση και ο φόβος που εκφράζω στην Απόγονο για την εκ νέου εκκόλαψη του αυγού του φιδιού στη σημερινή Ευρώπη εξ αιτίας της οικονομικής κρίσης. Νομίζω όμως πως δεν μπορούμε και δεν πρέπει να αγνοήσουμε τη ρήση του Γκαίτε πως "η σκιά των γεγονότων που πρόκειται να συμβούν γίνεται ορατή εκ των  προτέρων". Ακριβώς γι΄ αυτές τις σκιές που πληθαίνουν ολόγυρα μας και γίνονται ολοένα και πιο απειλητικές θέλησα να μιλήσω στην Απόγονο και επέλεξα το δρόμο και τον τρόπο του συγγραφέα. Την ύφανση ενός δικού μου μύθου που όσο και αν μοιάζει αληθινός δεν παύει να ΄ναι δημιούργημα της φαντασίας μου, αν και χρησιμοποιήθηκαν ως υλικά παλιότερα αλλά και πρόσφατα γεγονότα.
Κλείνοντας, θα ΄θελα να θέσω ένα ερώτημα. Υπάρχει ουσιαστικός λόγος και πραγματική ανάγκη να μιλήσει ένας συγγραφέας για το έργο του ή πρέπει ν΄ αφήσει το ίδιο το έργο να το κάνει;
Δεν έχω ξεκάθαρη απάντηση.  
Σέβομαι και τιμώ όσους ασχολήθηκαν μέχρι σήμερα με τα βιβλία μου γράφοντας κριτική ή εκφράζοντας μου προφορικά τη γνώμη τους. Τους ευχαριστώ ακόμα και αυτούς που βρήκαν αρνητικά σημεία και ελαττώματα. Με βοήθησαν πάρα πολύ γιατί τα έλαβα σοβαρά υπ΄ όψιν μου και με προβλημάτισαν, άσχετα αν τα θεώρησα τελικά σωστά ή λάθος.
Αποφάσισα να πω κάποια πράγματα για το μέχρι τώρα έργο μου ελπίζοντας πως έτσι θα βοηθήσω και όσους ασχοληθούν μελλοντικά μ΄ αυτό. 
Σε ό,τι με αφορά, έχοντας συνειδητοποιήσει πως η προσωπική μου πορεία στο χώρο της γραφής δεν ολοκληρώνεται με την τελευταία τελεία που βάζω σε κάθε νέο μου κείμενο, αλλά λειτουργεί σαν το κλειδί που μου ανοίγει μια νέα πόρτα, περνάω με λαχτάρα το κατώφλι της, όντας σίγουρος πως όσο και αν κουραστώ, όσα και αν στερηθώ, το τελικό αποτέλεσμα θα μου αφήνει πάντα μια γλυκιά γεύση και μια ανείπωτη ευχαρίστηση.
Υ.Γ. Η εισήγηση αυτή έγινε στο λογοτεχνικό συμπόσιο που διοργάνωσε το περιοδικό ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ 26-28 Φεβρουαρίου στην Κοζάνη. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου