Κυριακή, 14 Φεβρουαρίου 2016

“Όλες οι λύπες αντέχονται, αν τις βάλεις σε μια ιστορία… ”

Το νέο  βιβλίο του Γ. Ξανθούλη (ΔΙΟΠΤΡΑ) ως ένας καθρέπτης του χθες και του σήμερα της κοινωνίας μας.
 “Κάθισε μεν δίπλα στο παράθυρο, αλλά ανάποδα προς τη φορά του τρένου. Δεν ήθελε να βλέπει τα πράγματα να έρχονται αλλά να φεύγουν”.
Αυτή τη θέση επιλέγει ο βασικός ήρωας του Γιάννη Ξανθούλη στο τελευταίο του βιβλίο «Την Κυριακή έχουμε γάμο»- εκδόσεις ΔΙΟΠΤΡΑ, θέση που δεν ταιριάζει σε  έναν ανήλικο που, λογικά, θα έπρεπε να λαχταρά να δει ό,τι υπάρχει μπροστά του, ό,τι έρχεται. Όχι όμως ο Ιορδάνης που πριν καλά καλά μπει στην εφηβεία μέσα σε λίγες μόλις μέρες θα «γεράσει», εξαναγκαζόμενος από μια σειρά αναπάντεχων γεγονότων να διανύσει μια διαδρομή που άλλοι ίσως να μην την έκαναν σ΄ όλη τους τη ζωή. Τι πιο λογικό, λοιπόν, για ένα παιδί απ΄ το να τραπεί σε φυγή και να θελήσει να βλέπει τα πράγματα να φεύγουν;

“Όλες οι λύπες αντέχονται, αν τις βάλεις σε μια ιστορία… ” έγραψε η διασωθείσα Εβραία θεία Εσθήρ που ζούσε στη Δανία σ΄ ένα γράμμα της προς τον επίσης διασωθέντα ανιψιό της Νταβίκο που ως μουσικός συμμετέχει στην κομπανία που διασκεδάζει τους καλεσμένους του γάμου της Μακρινής, ενός χωριού της Αλεξανδρούπολης, στον οποίο ο Ιορδάνης είναι ο κουμπαράκος στα μέσα της δεκαετίας του ’50. Του γάμου που στο μυθιστόρημα λειτουργεί ως το κλειδί που θα ξεκλειδώσει το παρελθόν για να απεγκλωβιστούν απ΄ αυτό οι βασικοί ήρωες, μάνα και γιος, απ΄ ό,τι στοιχειώνει τη ζωή τους. Την παραπάνω  φράση το παιδί δεν θα την ακούσει ούτε θα τη διαβάσει ποτέ, αλλά θα μάθει την αξία και τη χρησιμότητα της στην πράξη καθώς αυτό τελικά κάνει. Βάζει τις δικές του λύπες σε μια ιστορία. Μια ιστορία όπου η πραγματικότητα μπερδεύεται με τη φαντασία για να γίνει, χρόνια μετά, το αγαπημένο αφήγημα της εγγονής του Ιορδάνη, της Βενετίας, που τρομάζει την κολλητή της συμμαθήτρια και εκνευρίζει τους μεγάλους αφού γι΄ αυτή ο παππούς Ιορδάνης, που ο ίδιος φρόντισε να καταγραφεί στο παιδικό της υποσυνείδητο ως ένα πρόσωπο, περίπου, μυθικό έχοντας κάνει πράματα και θάματα, δε χάνεται με το θάνατο του, αλλά ταξιδεύει αενάως αλλάζοντας τρένα και σταθμούς.
Έχει δίκιο η Βενετία κι ας την κοιτούν άλλοι καχύποπτα και άλλοι επιτιμητικά. Ο Ιορδάνης από εκείνο το πρώιμο καλοκαίρι που όντας ακόμα παιδί επέστρεψε για λίγο στη γη της Αλεξανδρούπολης που έζησε για μερικά χρόνια ο άφαντος μετά το Β΄ παγκόσμιο πόλεμο πατέρας του, απ΄ τον οποίο ελάχιστα θυμάται, μέχρι τα γεράματα του συνεχώς πάνω σ΄ ένα τρένο βρίσκεται και ταξιδεύει. Αναπαράγει και ανασκευάζει τις ίδιες πάντα ιστορίες, κατασκευάζει και προσθέτει καινούργιες για να συνθέσει μία και μοναδική, αυτή που θα χωρέσει όλες του τις λύπες. Τις δικές του μα και της αγαπημένης μάνας του που μαζί βίωσαν και μοιράστηκαν μια ουτοπία. 
Στο μυθιστόρημα του ο Γιάννης Ξανθούλης συνθέτει και πάλι, με την ιδιαίτερη συγγραφική μαεστρία που τον διακρίνει, μια ακόμα εικόνα της ελληνικής κοινωνίας. Επιστρέφει σε γνώριμους και αγαπημένους τόπους και σε χρόνια που πολλές φορές μοιάζουν ακίνητα και διαρκώς παρόντα, λες και κάποιος τα εγκλώβισε σ΄ ένα κάδρο και τα κρέμασε στον τοίχο των σπιτιών μας. Γι΄ αυτό οι ιστορίες του Ξανθούλη μας μοιάζουν πάντα τόσο οικείες και μας δημιουργούν το εύλογο ερώτημα, "τι μας θυμίζουν;".  
Στο «γάμο» του όμως που γράφεται στις μέρες μας και με τις εξελίξεις  να ακολουθούν καταιγιστικούς ρυθμούς, ο συγγραφέας επιλέγοντας ως πρωταγωνιστή του ένα παιδί που πάνω του πέφτουν ξαφνικά περισσότερα δεινά απ΄ όσα μπορεί ν΄ αντέξει ακόμα και ένας μεγάλος, είναι σαν να σκιαγραφεί το σύνολο της κοινωνίας μας που μπήκε στη μεγαλύτερη, ίσως, κρίση της πρόσφατης ιστορίας της ανυποψίαστη και ανέμελη. Όπως ακριβώς θα έκανε ένα παιδί που την Κυριακή ήξερε πως θα πάει σε γάμο.
Η αντίδραση του παιδιού δικαιολογημένη. Απόλυτα. Της κοινωνίας όμως;
Στο βιβλίο δεν υπάρχει συγκεκριμένη απάντηση και καλώς δεν υπάρχει. Γιατί ένα καλό βιβλίο δε γράφεται για να δώσει απαντήσεις, αλλά για να θέσει ερωτήματα. Να λειτουργήσει ως ένας ακόμα καθρέπτης. Αν θα τον κοιτάξουμε κατάματα για να δούμε την πραγματική εικόνα είναι καθαρά προσωπική επιλογή.

Η επιλογή του συγγραφέα είναι να στήσει τον καθρέπτη απέναντι μας και ο Ξανθούλης στο "γάμο" του αυτό πετυχαίνει. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η... δική μας θεία Λένα.

Σημειώσεις επί προσωπικού Τη συνάντησα για πρώτη φορά ένα από τα καλοκαίρια της παιδικής μου ηλικίας, μεταξύ 8 και 12 χρονών, που ένα μ...