Κυριακή, 16 Νοεμβρίου 2014

Ας σιωπούσαν μια φορά…


Ξεπέρασε, εδώ και χρόνια, κάθε όριο υποκρισίας και πλέον δοκιμάζει και τα όρια της γελοιότητας αυτή η έκδοση μηνυμάτων και ψηφισμάτων επ΄ αφορμή την επέτειο του Πολυτεχνείου. Έκδοση, με ρυθμό βιομηχανικής παραγωγής και περιεχόμενο- φασόν, επειδή “η μέρα το απαιτεί” και όσοι λείψουν θα προσμετρηθούν στους απόντες των πολιτικών και κοινωνικών αγώνων. Και που ήταν και είναι “παρόντες”, τι;
Με φράσεις όπως “τιμή και δόξα” και “τα οράματα και οι αξίες εκείνων θα μας οδηγούν και θα μας εμπνέουν”, καθαρίζουν και στέκονται στο ύψος των ημερών, κάθε χρόνο, κάθε τέτοια μέρα. Φράσεις πομπώδεις όσο και ρηχές, ενοχλητικές όσο και αποκρουστικές πια στ΄ αυτιά μας.
Οδηγούν και εμπνέουν!
Για να οδηγείς πρέπει να βλέπεις πιο πέρα απ΄ τη μύτη σου, αλλά θέλει θάρρος και δύναμη ψυχής για να το παραδεχτείς όταν δεν μπορείς.
Για να εμπνέεσαι είναι απαραίτητο να βγάλεις τα χαλινάρια απ΄ το μυαλό σου και να το αφήσεις να τρέξει ακόμα και εκεί όπου θα βουλιάξει ίσα με το γόνατο στη λάσπη. Αν η έμπνευση σου αξίζει να τη μοιραστείς και μ΄ άλλους, θα ξεκολλήσει. Μπορεί ν΄ αργήσει αλλά θα ξεκολλήσει.
Αν σιωπούσαν, έστω για μια χρονιά, για μια φορά, ίσως να απέδιδαν πραγματική τιμή και στο Πολυτεχνείο και τους πρωταγωνιστές του και σε κάθε στιγμή απ΄ αυτές της ιστορίας που αξίζει να θυμόμαστε και να κρατούμε διαρκώς ένα κερί της μνήμης αναμμένο προς χάριν τους.
Ας σιωπούσαν μια φορά για να ακουστεί ο ποιητής, όχι γιατί μόνο οι ποιητές κατέχουν την αλήθεια, μα επειδή τους κατατρέχει άγνοια κινδύνου και την εκφράζουν:
“Η ΜΕΓΑΛΗ ΕΞΟΔΟΣ
ΤΙΣ ΗΜΕΡΕΣ ἐκεῖνες ἔκαναν σύναξη μυστική τά παιδιά καί λάβανε την ἀπόφαση, ἐπειδή τά κακά μαντάτα πλήθαιναν στην πρωτεύουσα, να βγοῦν ἔξω σε δρόμους καί σε πλατεῖες με το μόνο πρᾶγμα πού τους εἶχε ἀπομείνει: μια παλάμη τόπο κάτω ἀπό τ’ ἀνοιχτό πουκάμισο, με τις μαῦρες τρίχες και το σταυρουδάκι τοῦ ἥλιου. Ὅπου είχε κράτος κι εξουσία ἡ Ἄνοιξη.
Καί ἐπειδή σίμωνε ἡ μέρα πού το Γένος εἶχε συνήθειο να γιορτάζει τον ἄλλο Σηκωμό, τη μέρα πάλι ἐκείνη ὁρίσανε για την Ἔξοδο. Καί νωρίς ἐβγήκανε καταμπροστά στον ἥλιο, με πάνου ὡς κάτου ἁπλωμένη την ἀφοβιά σά σημαία, οἱ νέοι με τά πρησμένα πόδια πού τους έλεγαν ἀλῆτες. Καί ἀκολουθούσανε ἄντρες πολλοί, καί γυναῖκες, καί λαβωμένοι με τον ἐπίδεσμο καί τά δεκανίκια. Ὅπου έβλεπες ἄξαφνα στην ὄψη τους τόσες χαρακιές, πού ‘λεγες είχανε περάσει μέρες πολλές μέσα σε λίγην ὥρα.
Τέτοιας λογῆς ἀποκοτιές, ὡστόσο, μαθαίνοντες οἱ Ἄλλοι, σφόδρα ταράχθηκαν. Καί φορές τρεῖς με το μάτι ἀναμετρῶντας το ἔχει τους, λάβανε την ἀπόφαση να βγοῦν ἔξω σε δρόμους καί σε πλατεῖες, με το μόνο πρᾶγμα πού τους εἶχε ἀπομείνει: μια πήχη φωτιά κάτω ἀπ’ τά σίδερα, με τις μαῦρες κάνες και τά δόντια τοῦ ἥλιου. Ὅπου μήτε κλῶνος μήτε ἀνθός, δάκρυο ποτέ δεν ἔβγαλαν. Καί χτυπούσανε ὅπου να ‘ναι, σφαλῶντας τά βλέφαρα με ἀπόγνωση. Καί ἡ Ἄνοιξη ὁλοένα τους κυρίευε. Σαν να μην ἤτανε ἄλλος δρόμος πάνω σ’ ὁλακέρη τη γῆ, για να περάσει ἡ Ἄνοιξη παρά μονάχα αὐτός, και να τον εἶχαν πάρει ἀμίλητοι, κοιτάζοντας πολύ μακριά, περ’ ἀπ’ την ἄκρη τῆς ἀπελπισιᾶς, τη Γαλήνη πού έμελλαν να γίνουν, οἱ νέοι με τά πρησμένα πόδια πού τους έλεγαν ἀλῆτες, καί οἱ ἄντρες, καί οἱ γυναῖκες, καί οἱ λαβωμένοι με τον ἐπίδεσμο και τά δεκανίκια.
Καί περάσανε μέρες πολλές μέσα σε λίγην ὥρα. Καί θερίσανε πλῆθος τά θηρία, καί άλλους ἐμάζωξαν. Καί την άλλη μέρα ἐστήσανε στον τοῖχο τριάντα”.
Οδυσσέας Ελύτης
“ΤΟ ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ”
Ανάγνωσμα τρίτο  

“… οἱ νέοι μέ τά πρησμένα πόδια πού τούς έλεγαν ἀλῆτες”. Οξύμωρο, μα αληθινό. Οι νέοι που μπαίνουν μπροστά στην εποχή τους για να την αλλάξουν, είναι οι αλήτες των ημερών και οι ήρωες των κατοπινών χρόνων. Πού να ξέρεις τι σκέφτονταν τις ώρες εκείνες και αν φαντάζονταν πως “τη Γαλήνη που έμελλαν να γίνουν” θα την τάραζε η αμετροέπεια και η υποκρισία κάποιων κατοπινών…   

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Ο Θανάσης Μαρκόπουλος «διαβάζει» 12 Έλληνες ποιητές

Για τη συλλογή δοκιμίων του Θανάση Μαρκόπουλου «Ματιές ενόλω ΙΙ» (εκδ. Μελάνι). Το έργο δώδεκα ποιητών, τριών της πρώτης γενιάς του μετα...