Δευτέρα, 11 Ιουλίου 2011

Κριτικές - Παρουσιάσεις για την Προφητεία

Μιχάλη Πιτένη, «Η προφητεία του Μότσαρτ»,

μυθιστόρημα, Σύγχρονοι Ορίζοντες, 2010, σελ. 508

Του Παναγιώτη Γούτα, συγγραφέα.

Η γυναίκα μέσα στους αιώνες. Η θηλυκή ομορφιά που ζει σε όλες τις εποχές, που ταξιδεύει από δεκαετία σε δεκαετία αλώβητη κι ατσάκωτη από τα βλέμματα των ανδρών. Η Θερμουχαρίν, η Χαρίν, η Σαφί, η Σοφί, η Γκαμπριέλ των πινάκων του Ρενουάρ είναι η γυναικεία προβολή ανά τους αιώνες, η αινιγματική, μυστηριώδης, σαγηνευτική και ανεξήγητη γυναίκα. Η εκλεκτή της ζωής που ταξιδεύει στα χρόνια, ευωδιάζοντας ρόδο και φορώντας μακρύ κόκκινο φόρεμα.

Ο Μιχάλης Πιτένης, που γεννήθηκε στην Κοζάνη και είναι δημοσιογράφος, τύπωσε ως τώρα έξι βιβλία. Τα δύο προηγούμενα του μυθιστορήματα είχαν άλλο στιλ γραφής και σημείο αναφοράς. Στο Τα υγρά ίχνη της μνήμης (Μεταίχμιο, 2002) έχουμε ίντριγκες, αποκαλύψεις, πάθη, έρωτες, ένα μωσαϊκό της ελληνικής κοινωνίας της δεκαετίας του '80 μέσα από ένα πολυπρόσωπο μυθιστόρημα, ενώ στο Οι κόρες της Αφροδίτης (Μεταίχμιο, 2006) ένας νεαρός στη δεκαετία του '60 βρίσκει διαφυγή, από την αστυνομοκρατούμενη, κλειστοφοβική κοινωνία όπου ζει, στο Σπίτι του Έρωτα, όπου θα γνωρίσει μιαν ανεπανάληπτη γυναίκα που θα τον στοιχειώσει. Στο Η προφητεία του Μότσαρτ (τυπωμένο το 2010 από τους Σύγχρονους Ορίζοντες, σε ωραία, κομψή έκδοση), έχουμε κάτι εντελώς διαφορετικό. Εδώ μιλάμε για ένα μεταφυσικό θρίλερ με κινηματογραφική-σκηνοθετική πλοκή, άφθονο σασπένς, απρόοπτες εξελίξεις, συνεχείς κορυφώσεις, ανατροπές, εναλλαγές σε τόπους και χρόνους, με ένα τέλος μαγικό, μυστηριώδες, ονειρικό, όπως θα άρμοζε σε ένα μυθιστόρημα αυτού του είδους. Μια φράση του βιβλίου μας γεμίζει υποψίες και μας δίνει το στίγμα της ιστορίας, προετοιμάζοντας μας τρόπον τινά για το τι πρόκειται να επακολουθήσει. «Μια νεκρή που παριστάνεται σ' ένα πορτρέτο και που δεν είναι τόσο νεκρή...».

Στο βιβλίο θα συναντήσουμε όλα εκείνα τα στοιχεία που απαιτούνται για τη συγγραφή ενός ευπώλητου βιβλίου τύπου Πεφωτισμένων του Νταν Μπράουν ή ενός σεναρίου τύπου Άλαν Σκοτ στο «Μετά τα μεσάνυχτα» (θα θυμάστε, φαντάζομαι, την εξαιρετική, ατμοσφαιρική ταινία τρόμου με πρωταγωνιστές τον Ντόναλντ Σάντερλαντ και την Τζούλι Κρίστι, που στο ταξίδι τους στη φθινοπωρινή Βενετία, άρχισαν να βλέπουν στους δρόμους και στα στενά της πόλης το νεκρό κοριτσάκι τους). Οι θεοσοφιστές, ο Εμίλ Απέλ και η πολύχρονη παρουσία του στην Αίγυπτο, ένα χαμένο νεκρικό πορτρέτο (φαγιούμ), μια σαρκοφάγος, η Χαρίν που ταξιδεύει στους αιώνες, τα επτά χαρτιά της τράπουλας Ταρώ και ο τέλειος -κατά τους Πυθαγόρειους- αριθμός επτά, ένα παλιό γραμμόφωνο που αγοράζεται σε δημοπρασία, ο Μαγικός αυλός του Μότσαρτ και η προφητεία που αυτός κρύβει, το βιβλίο των νεκρών που τυπώθηκε το 1909 στη Βιέννη, αλλά και δύο φόνοι συνθέτουν το παζλ αυτής της ασυνήθιστης ιστορίας. Βασικοί πρωταγωνιστές ο Τίο


Ρενάρ, ομοφυλόφιλος συλλέκτης και εκτιμητής έργων τέχνης, ο Μαρσέλ Αμπιάτι, παλιός φίλος του Ρενάρ, μουσικολόγος στο επάγγελμα, ο βαθύπλουτος εκδότης και συλλέκτης Ματ Φένλοου, ο Ζακόμπ Καταλίν, ο σκληρός και ρεαλιστής αντιπρόεδρος της Επιτροπής της Ευρωπαϊκής Ένωσης που πασχίζει να βάλει σε τάξη το μεταναστευτικό πρόβλημα της Ευρώπης, και η Σαφί Μπελφίχ, που κυνηγημένη από το Μαρόκο βρέθηκε στη Γαλλία και με πλαστά χαρτιά, εκμεταλλευόμενη ένα τροχαίο δυστύχημα μιας κοπέλας περίπου συνομήλικης της που της έμοιαζε εξωτερικά, έζησε την υπόλοιπη ζωή της ως Σοφί Κοτίλ. Υπάρχει κάπου στην αρχή και ένα εγκιβωτισμένο διήγημα, νουβέλα καλύτερα να λέγαμε, περίπου εκατόν είκοσι σελίδων που τιτλοφορείται «Το χειρόγραφο», το πλέον λογοτεχνικό κομμάτι του βιβλίου. Μια ιστορία του παρελθόντος που νομίζει ο αναγνώστης πως ζωντανεύει στο παρόν, εν έτει 2008, μέσα από άλλα πρόσωπα που φαντάζουν ως μετενσαρκώσεις εκείνων των παλιών πρωταγωνιστών. Σ' αυτήν την εγκιβωτισμένη νουβέλα που προσδίδει μεταμοντέρνο χαρακτήρα στο μυθιστόρημα, έχουμε ωραίες περιγραφές της εξωτικής Αιγύπτιας Χαρίν -η κατατομή της απλής ανατολίτικης ομορφιάς- που την ερωτεύεται ο συνταγματάρχης του διηγήματος, ο Ζακόμπ Φορτιέ. Οι ήρωες βρίσκονται σε ένα συνεχές πήγαινε-έλα που περιλαμβάνει πολλές ευρωπαϊκές πόλεις και πρωτεύουσες κρατών (Βιέννη, Βρυξέλες, Μασσαλία, Στρασβούργο, Αθήνα) -τα ταξίδια έχουν τέτοιο πυρετικό ρυθμό που ο αναγνώστης κάποιες στιγμές μένει με την εντύπωση πως οι ήρωες εξακτινώνονται -, ενώ το μυστήριο συνεχώς γιγαντώνεται. Οι απόγονοι του Εμίλ Απέλ κάτι μαγειρεύουν που ωστόσο παραμένει ανεξιχνίαστο ενώ, σχεδόν μέχρι το τέλος, δεν είναι ξεκάθαρο τι ρόλο παίζουν ο Ρενάρ με τον Φένλοου, ποιος υπονομεύει ποιον, ποιος παρακολουθεί ποιον, και ποιος από τους δύο κρατά στο μανίκι του τα δυνατότερα χαρτιά για τη λύση του μυστηρίου. Και ο μουσικολόγος Μαρσέλ που αγνοεί πρόσωπα και καταστάσεις είναι το πρόσχημα για να μαθαίνουμε χίλια δυο, για μύθους της αρχαίας Αιγύπτου, για δοξασίες αναφορικά με την θεά Ίσιδα, για την ύπαρξη των θεοσοφιστών, για την μετενσάρκωση που πρεσβεύουν. Ο Τίο Ρενάρ είναι ένα είδος σύγχρονου Ηρακλή Πουαρό, που πίνοντας πάντα ακριβά κονιάκ ή ουίσκι πολλών ετών ζύμωσης, και τρώγοντας σε ακριβά εστιατόρια εξιχνιάζει βήμα προς βήμα την υπόθεση, με μαεστρία και υπομονή, λαμβάνοντας κάθε φορά υπόψη του τα νέα δεδομένα. Για την ακρίβεια επιχειρεί να συναρμολογήσει το παρόν μέσα από τα ευρήματα του παρελθόντος ή και το αντίστροφο. Να ζωντανέψει το παρελθόν, τους μύθους και τις δοξασίες του, μέσα από τα θραύσματα και τις ελλείψεις του παρόντος. Τελικά όλα οφείλονται στη μετενσάρκωση ή είναι μια απλή αναπαράσταση καταστάσεων του παρελθόντος; Διαβολικές συμπτώσεις ή ένα καλά προμελετημένο σχέδιο;

Εντύπωση προξενεί που οι πεντακόσιες οχτώ σελίδες του βιβλίου αναφέρονται ουσιαστικά σε ένα χρονικό εύρος λίγων μόλις ημερών (3-27 Δεκεμβρίου 2008) -


αυτός είναι ο πραγματικός χρόνος της ιστορίας- παρότι το μυθιστόρημα διατρέχει τους αιώνες - μυθιστορηματικός χρόνος. Το βιβλίο είναι χωρισμένο σε 53 υποενότητες που συνήθως κλείνουν με ένα σχόλιο, μια ερώτηση που δεν επιδέχεται απάντησης ή μία καίρια παρατήρηση κάποιου εκ των ηρώων, συνήθως του Τίο Ρενάρ, που επιτείνουν το σασπένς, την αγωνία και το μυστήριο της υπόθεσης. Το μεταναστευτικό ζήτημα της Ευρώπης, η δολοφονία του Γρηγορόπουλου στην Αθήνα και η ταραγμένη λόγω εντάσεων Ελλάδα θίγονται μόνο προσχηματικά, αφού πρωτεύων σκοπός του αφηγητή είναι το πλέξιμο της ιστορίας ή καλύτερα το λύσιμο της, βήμα προς βήμα και ο δρόμος προς την προφητεία ή τέλος πάντων σε κάποια αρχετυπική κατάσταση ή ρήση που θα δίνει πειστικές εξηγήσεις και θα ανοίγει κάποιες κλειστές πόρτες σε ερμηνεία και κατανόηση των όσων συμβαίνουν. Το κλείσιμο του στόρι, που ακροβατεί μεταξύ ονείρου και πραγματικότητας, γίνεται στην Ελλάδα, στον αρχαίο ναό της Ίσιδας, έξω από την Αθήνα κι αφού προηγουμένως οι ήρωες της υπόθεσης οδηγήθηκαν μέχρι την Κοβεντάρειο Δημοτική Βιβλιοθήκη της Κοζάνης (της γενέτειρας του Πιτένη) αναζητώντας ένα πολύτιμο χειρόγραφο, την Βίβλο των νεκρών. Τα λόγια του Τίο Ρενάρ ως επιμύθιο του στόρι κρύβουν όλο το ζουμί, όλο το απόσταγμα του μύθου. «Οι μεγαλύτερες αλήθειες κρύβονται μέσα στους μύθους, γιατί μόνον έτσι μπορεί να τις αντέξει ο ανθρώπινος νους».

Η προφητεία του Μότσαρτ του Μιχάλη Πιτένη μου άφησε θετικές εντυπώσεις. Παρότι το βιβλίο απευθύνεται σε ένα κοινό μαζικής κουλτούρας (ωστόσο εξασκημένο και υπομονετικό, για να μην χαθεί στην δαιδαλώδη πλοκή και στα δεκάδες πρόσωπα που παίζουν στο στόρι), το βρήκα έξυπνο, ευρηματικό, καλοστημένο, μυστηριώδες, σαγηνευτικό. Μέσα από τις σελίδες του ταξίδεψα μέσα στους αιώνες σε άλλους πολιτισμούς, σε άλλες εποχές, σε δοξασίες και μύθους αλλά και θρησκείες άλλων λαών. Η προφητεία του Μότσαρτ είναι ένα γοητευτικό ταξίδι στο χρόνο και στην ιστορία, απαιτεί συγκέντρωση και προσοχή από τον αναγνώστη και του ανταποδίδει αυτήν του την προσήλωση με έναν καταιγισμό ανατροπών και αποκαλύψεων. Κομίζει μια αύρα κοσμοπολιτισμού και μυστηρίου, ενώ η σκόνη των μύθων και της ιστορίας θαρρεί κανείς πως, από την έρημο της αρχαίας Αιγύπτου, επικάθεται στο δέρμα μας, διευρύνοντας τις γνώσεις μας, τη συνείδηση, την εσωτερική μας όραση. Το βιβλίο έχει δομή αστυνομικής περιπέτειας ή ταινίας θρίλερ. Τα φλας μπακ που κάνει ο συγγραφέας λειτουργούν σωστά και επεξηγούν τα γεγονότα. Όλο το κουβάρι του στόρι ξετυλίγεται μέχρι τις τελευταίες σελίδες του. Το στοίχημα του Πιτένη με το αναγνωστικό κοινό πιστεύω πως δεν έχει να κάνει τόσο με την λογοτεχνικότητα του κειμένου και την αφηγηματική πρωτοτυπία του (που και σ' αυτά δεν υστερεί) αλλά με το αν κρατά αμείωτο και αδιάπτωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη μέχρι την τελευταία σελίδα. Κι αυτό το στοίχημα, πιστεύω, πως έχει κερδηθεί από τον συγγραφέα, και με το παραπάνω.


Της Αγνής Παπακώστα, φιλολόγου.

Η παρουσίαση ενός βιβλίου, ιδίως επειδή απευθύνεται σ' ένα εν δυνάμει αναγνωστικό κοινό, το οποίο δεν έχει μυηθεί ακόμα στο λογοτεχνικό σύμπαν του και με την προοπτική να το παρακινήσει να το εξερευνήσει, είθισται να περιστρέφεται με διθυραμβικό τρόπο γύρω από τον μύθο και την ιστορία του, ώστε να αποτελέσει μια γέφυρα επικοινωνίας ανάμεσα στο δημιουργό και τους αναγνώστες του.

Η Προφητεία του Μότσαρτ του Μιχάλη Πιτένη αντιστέκεται σθεναρά σε μια παρόμοια τακτική παρουσίασης, όχι τόσο γιατί ο μύθος είναι πλεγμένος με τέτοιο τρόπο, ώστε να είναι δύσκολο να αποδοθεί με μια αφηγηματική, αναδιηγηματική διάσταση, αλλά κυρίως επειδή κάτι τέτοιο θα στερούσε πολλά από τη δυναμική του ίδιου του βιβλίου που επιβάλλεται με περισσότερους και ουσιαστικότερους τρόπους απ' ό,τι η υπόθεση, ο μύθος του. Με άλλα λόγια, το βιβλίο προκρίνει άξονες λογοτεχνικούς και θεωρητικούς που το καταξιώνουν αισθητικά και εδραιώνει ουσιαστικά τη λογοτεχνική του υπόσταση μέσα από ένα μωσαϊκό αναφορών και διακειμενικών επιδράσεων, τις οποίες θα συνοψίσω στο δίπολο αυτοαναφορικότητα αφενός και ο ρόλος της γυναίκας συμβόλου αφετέρου.

Η αυτοαναφορικότητα ως εργαλείο προσέγγισης που προσφέρει η θεωρία της λογοτεχνίας για το ξεκλείδωμα του λογοτεχνικού κειμένου συνίσταται στην άμεση ή έμμεση παραπομπή στον τρόπο με τον οποίο δομείται το ίδιο το κείμενο και σ' ένα δεύτερο επίπεδο, ευρύτερα, στο σύνολο των αναφορών που το καθιστούν δίαυλο επικοινωνίας του συγγραφέα με άλλες μορφές τέχνης στη διαχρονική τους διάσταση.

Το καταπληκτικό με την Προφητεία του Μότσαρτ είναι το γεγονός ότι, με βάση τον παραπάνω απλουστευτικό ορισμό ενός σύνθετου όρου της λογοτεχνικής θεωρίας, η αυτοαναφορικότητα καθίσταται η κυρίαρχη εντύπωση που αποκομίζει ο αναγνώστης απ' τις πρώτες σελίδες του βιβλίου και η αίσθηση αυτή, όσο προχωρά η ανάγνωση εδραιώνεται, καθώς για την επίτευξη της συνεργάζονται όλα τα επιμέρους δομικά στοιχεία του ίδιου του κειμένου: ο μύθος με ό,τι τον απαρτίζει (πρόσωπα, χρόνος, χώρος), η αφηγηματική τεχνική, η προοδευτική αποκάλυψη, η σταδιακή και με προσεκτικά βήματα δόμηση της ιστορίας, το σπαραγματικό στοιχείο, η εγκιβωτισμένη αφήγηση και οι επίμονες αναφορές με διεισδυτική, λεπτομερή παράθεση στοιχείων που καλύπτουν διάφορους τομείς του επιστητού και της αισθητικής με κυρίαρχη την ποιοτική υπεροχή της μουσικής της οποίας ο κομβικός ρόλος θ' αναλυθεί στη συνέχεια σε συνάφεια με τον τίτλο του βιβλίου.

Η αναλυτικότερη παρουσίαση των παραπάνω σημείων και η στενή παρακολούθηση του τρόπου με τον οποίο συμπλέκονται και διαπλέκονται θα οδηγούσε αβίαστα στη διαπίστωση πως το πιο προκλητικό και ώριμο στοιχείο του βιβλίου αποτελεί η αφηγηματική του τεχνική. Μέσα από μια τριτοπρόσωπη αφήγηση ενός παντογνώστη


αφηγητή με καθολική εποπτεία στο χώρο, το χρόνο και τα πρόσωπα στη μυθική, μυθοπλαστική ή ιστορική τους διάσταση ξετυλίγεται με σπειροειδή τρόπο η ιστορία με την πολύτιμη συνδρομή του διαλόγου που φωτίζει καλύτερα τις πράξεις, τις προθέσεις, τις σκέψεις και τα συναισθήματα των ηρώων. Κι ενώ η πρακτική αυτή τηρείται ευλαβικά και δεν ανατρέπεται ουσιαστικά ποτέ σ' όλο το εύρος της ιστορίας, ο μύθος δραστικά κυριαρχείται και κατατρύχεται από τη δυναμική του χρόνου, υπονομεύοντας έτσι την επίφαση της συνέπειας της τριτοπρόσωπης αφήγησης. Η αντικειμενικότητα του ουδέτερου, εξωτερικού παρατηρητή φορτίζεται έντονα και φαλκιδεύεται από τη συμβολή της χρονικής διάστασης που κατακερματίζει τον ενιαίο αφηγηματικό ιστό σε επιμέρους σπαράγματα ιστοριών που μ' έναν εκπληκτικό τρόπο συνδέονται στο τέλος του μυθιστορήματος.

Ο μύθος, λοιπόν, σε άμεση συνάφεια με το χρόνο (βασικό συστατικό στοιχείο της αφήγησης) κινείται σε δύο επίπεδα: ένα παρελθοντικό που καλύπτει περίπου τη δεκαετία 1909-1919 κι ένα παροντικό ως προς το χρόνο αφήγησης που εκτείνεται στο διάστημα των τελευταίων μηνών του 2008.

Το παρελθόν διεκδικεί ισότιμη θέση με το παρόν ποσοτικά και κυρίως ποιοτικά και το σταδιακό ξεδίπλωμα του, όχι απλά βοηθά στην κατανόηση των παροντικών εξελίξεων, αλλά δημιουργεί διαλεκτικά ζεύγη καταστάσεων, προσώπων και συσχετισμών που ενώνονται αδιόρατα και καθοριστικά από μια πανάρχαια μοίρα της οποίας τα νήματα κινεί μεθοδικά και με τέχνη ο συγγραφέας. Η παρελθοντική χρονική διάσταση δομείται γύρω από δύο επίπεδα και οριοθετείται με μια διπλή τακτική: εισβάλλει δυναμικά στην αρχή του βιβλίου, τοποθετώντας τη δράση στο Ελ Φαγιούμ της Αιγύπτου το 1909, δημιουργώντας άμεσα το συνειρμό προς τα εξαιρετικής αισθητικής νεκρικά πορτρέτα Φαγιούμ, παραπομπή που επαληθεύει ο μύθος στη συνέχεια, για να συμπληρωθεί και να κλειδωθεί μ' όλα τα μυστικά, τα κενά και τα αναπάντητα ερωτήματα που εγείρει μέσα σε μια εκτενή, εγκιβωτισμένη αφήγηση- εν είδει χειρογράφου που έχει φτάσει στα χέρια των ηρώων που κινούνται στο επίπεδο του αφηγηματικού παρόντος.

Η επιλογή της εγκιβωτισμένης αφήγησης, ως ένα είδος υπό-κειμένου, εγγεγραμμένου στο ευρύτερο σύμπαν του βιβλίου, ενισχύει την προοπτική της αυτοαναφορικότητας, καθώς ο τρόπος που επιλέγεται, για να συμπληρωθεί η γνώση των γεγονότων του παρελθόντος, είναι ενδεικτικός της φύσης, της ιδιαιτερότητας του βιβλίου και του τρόπου με τον οποίο αρθρώνεται και διεκδικεί την υπόσταση του. Τίποτα δεν είναι απλό: η αναζήτηση της αλήθειας είναι επίπονη, εναγώνια, γοητευτική.

Αν τα παραπάνω ισχύουν ως προς την κυρίαρχη λειτουργία του εγκιβωτισμού, υπάρχει, ωστόσο, και η πιο έμμεση και διεισδυτική, καθώς αυτή η πολυδύναμη, παρένθετη αφήγηση λειτουργεί και ως γέφυρα


μετάβασης στο άλλο χρονικό επίπεδο, αυτό του παρόντος. Για δεύτερη φορά σημειώνεται η τάση το φανερό, το οφθαλμοφανές να οδηγεί με μια προσεκτικότερη ματιά στο εσώτερο, το πιο ουσιαστικό, υπονομεύοντας πάντα την αρχική εντύπωση. Επομένως, το κείμενο παρέχει, από την αρχή ακόμα, ενδείξεις και υπαινιγμούς για τον τρόπο σύνθεσης και δόμησης του, τάση καθαρά αυτοαναφορική, που εξηγείται επιπλέον και από το γεγονός ότι, παρακολουθώντας ακόμα και αριθμητικά τις σελίδες του βιβλίου, το παρελθόν παρουσιάζεται αρχικώς υπαινικτικά, αποσιωπάται προκλητικά σε ένα σημαντικό κομμάτι του μύθου μέχρι να φτάσει κανείς στον εγκιβωτισμό, όπου και ολοκληρώνεται ως προς το ιστορικό του μέρος.

Απ΄ την άλλη, το παρόν, παρουσιασμένο με μια σχετικά πιο ευθύγραμμη, ομαλή πορεία, με πρόσωπα που συνεχώς εμπλουτίζουν την υπόθεση και με παράλληλες ιστορίες ανθρώπων τυπικά άσχετων μεταξύ τους, δεν μπορεί ν1 αποκτήσει καμιά ουσιαστική χρονική ή αφηγηματική ταυτότητα, αν δεν συσχετιστεί με τον προεξάρχοντα παρελθοντικό μύθο που λειτουργεί αρχετυπικά, ως μήτρα του λογοτεχνικού υλικού.

Κατά συνέπεια, το ποσοτικά υπερισχύον παρόν που παρουσιάζεται αφηγηματικά πιο τακτοποιημένο θα παραμείνει ένδειξη σπαραγματικής δομής, αν δεν συσχετιστεί με το παρελθόν που το έχει στιγματίσει. Οι ανατροπές, λοιπόν, και οι υπονομεύσεις δεν λειτουργούν μόνο ως προς το εξωτερικό επίπεδο, αυτό της υπόθεσης και του μύθου, κάτι που είναι άμεσα αντιληπτό, αλλά επεκτείνονται και στον τρόπο ύφανσης, σ' ένα επίπεδο πιο δυσδιάκριτο και θεωρητικό.

Αν όλα αυτά ισχύουν για το χρόνο με τη συμβατική του σύλληψη (παρελθόν, παρόν, μέλλον) και με τις μυθικές-μεταφυσικές προεκτάσεις που αναπόφευκτα παίρνει στο συγκεκριμένο βιβλίο, τότε διευκολύνεται κανείς να συλλάβει τον πολυδύναμο ρόλο του και ως προς το χωρικό-τοπικό στοιχείο, το οποίο κυριολεκτικά συμπαρασύρει. Οι χρονικές εναλλαγές πυροδοτούν και αλλαγές του τοπικού σκηνικού: η Αίγυπτος με το μυθικό-αινιγματικό πέπλο που την περιβάλλει ως τοπική αφορμή και αφετηρία ξεδιπλώνει μια περιπλάνηση τυχοδιωκτική και αστυνομική στις χώρες της κεντρικής Ευρώπης. Κάθε πόλη συμβολίζει και μια διάσταση της υπόθεσης και ίσως και του πραγματικού ρόλου της: το Ελ Φαγιούμ τον μυστηριώδη αιγυπτιακό πολιτισμό, η Βιέννη τη μουσική, οι Βρυξέλλες το θέατρο των πολιτικών εξελίξεων, το Στρασβούργο την Ευρωπαϊκή Ένωση, η Αθήνα τον πρόθυμο υπηρέτη της Ευρώπη αλλά και την κοιτίδα του πολιτισμού, η Κοζάνη τη βιβλιοθήκη με τα σπάνια χειρόγραφα της.

Η συμπλοκή χώρου-χρόνου γίνεται ευκρινέστερη, αν αντιληφθεί κανείς ότι το μεγαλύτερο μέρος του παρελθόντος εκτυλίσσεται σε συμπαγή σχεδόν χώρο, τη γαλλική επικράτεια,(με εξαίρεση την αναφορά στην Αίγυπτο), ενώ η ουσιαστική εναλλαγή τόπων με κατάληξη το


ελληνικό έδαφος όπου και κλείνει η ιστορία, σημειώνεται στο επίπεδο του παρόντος. Το αραγές και κυρίαρχο παρελθόν διεκδικεί την πρωτοκαθεδρία και ως προς το χώρο, σε αντίθεση με το διασπασμένο αφηγηματικά παρόν που προσπαθεί να συσταθεί μέσω της περιπλάνησης

στον χώρο ή τη διάσταση.

Η διαπραγμάτευση των παραμέτρων του χώρου και του χρόνου υπό το

πρίσμα αυτό οδηγεί στα πρόσωπα, το πολυπληθές σύνολο των ηρώων που και πάλι μας συστήνονται υπό την καταλυτική επίδραση του χρονικού κριτηρίου. Συγκεκριμένα, η βαθμίδα του παρελθόντος προκρίνει ένα βασικό τρίγωνο προσώπων, δύο αντρικών, του Εμίλ Απέλ και του Ζακόμπ Φορτιέ κι ενός γυναικείου, της Χαρίν. Ο Εμίλ Απέλ, η πιο αχνά περιγεγραμμένη φιγούρα του βιβλίου, αλλά παρόλα αυτά καθοριστική, διαδραματίζει διττό ρόλο: φύση τυχοδιωκτική με τάση στην εξερεύνηση αρχαίων μυστηρίων και πολιτισμών είναι παράλληλα και βασικό στέλεχος του κινήματος των θεοσοφιστών που αναζητούν το ζεύγος των εκλεκτών με βάση την κοσμοθεωρία τους. Το γυναικείο μέλος του ζεύγους των εκλεκτών εντοπίζει στο πρόσωπο της Χαρίν, μιας νεαρής Αιγύπτιας, που παρουσιάζει θαυμαστή εξωτερική αντιστοιχία προς μια γυναικεία φιγούρα ενός πορτραίτου Φαγιούμ που ο ίδιος διαισθητικά είχε εντοπίσει στην αφρικανική έρημο. Η μεταφορά της Χαρίν από την Αίγυπτο στη γαλλική επαρχία σηματοδοτεί, μετά το θάνατο του Απέλ, τη μετάβαση της σ' άλλον άντρα προστάτη, τον Φορτιέ, γάλλο αξιωματικό του στρατού στον Α παγκόσμιο πόλεμο, ο οποίος παρασυρμένος από το ερωτικό πάθος γι' αυτή και αγνοώντας το μυστήριο που την καλύπτει και την ιδιαίτερη αποστολή της θα την οδηγήσει στην ιδιαίτερη πατρίδα του, το Ορός της Καβαγιόν, όπου και θα χαθούν με ανεξιχνίαστο τρόπο τα ίχνη και των δυο.

Η παροντική διάσταση του μύθου δομείται γύρω από πρόσωπα που αποτελούν, εν αγνοία τους, ψηφίδες του μωσαϊκού των ηρώων του παρελθόντος, καθώς εμπλέκονται στον αρχέτυπο μύθο, αποτελώντας την προβολή του στο παρόν. Η συμπλοκή των προσώπων αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι στη εξιχνίαση του μυστηρίου και τα νέα στοιχεία που, κατά σατανική σύμπτωση ή από αδήριτη μυθική, θεϊκή αναγκαιότητα παρουσιάζονται, τους εμπλέκουν όλο και πιο βαθιά στην υπόθεση.

Ειδικότερα, ο Τίο Ρενάρ, εκτιμητής έργων τέχνης, εισβάλλει στο μυθικό σύμπαν του βιβλίου και συνδυάζεται με ένα πρόσωπο του παρελθόντος, τον Εμίλ Απέλ, μέσω ενός πορτρέτου Φαγιούμ που είχε ανακαλύψει ο Απέλ έναν αιώνα πριν και τον Ζακόμπ Καταλίν του παρόντος στα χέρια του οποίου φτάνει το πορτρέτο και στέλνεται στον Τίο για αισθητική εκτίμηση.

Ο Μαρσέλ Αμπιάτι, μουσικός, ενσωματώνεται στην ιστορία ως φίλος του Τίο και με την ιδιότητα του εξηγεί το ρόλο του Μαγικού Αυλού του


Μότσαρτ στην αποκωδικοποίηση της μυστηριώδους υπόθεσης. Αποτελεί τη σύγχρονη απεικόνιση του πλανόδιου μουσικού Κερέμ απ' τον οποίο γοητεύτηκε η Χάριν κι ήταν έτοιμη να τον ακολουθήσει στον παρελθοντικό χρόνο.

Ο Ζακόμπ Καταλίν, επίτροπος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, απόγονος του αξιωματικού Φορτιε και συνεχιστής της πολιτικής καριέρας που εκείνος ονειρευόταν, γυρνάει στο παρελθόν διαισθητικά και μοιραία. Μέσω της πολιτικής του ιδιότητας και της μεταναστευτικής πολιτικής που ακολουθεί, θα οδηγηθεί στο ελληνικό Όρος, περιοχή της Πελοποννήσου, απ' όπου ξεκίνησαν αυτοί που αποίκησαν την πατρογονική εστία του προγόνου του Φορτιέ, το Ορός.

Η Σαφί, που για έκτακτους λόγους θα μετονομαστεί σε Σοφί, είναι το αντίστοιχο της Χαρίν, η σύγχρονη εκδοχή της. Το πρόσωπο της θα συνδεθεί με όλους τους άντρες που δρουν στο παρόν. Μ' αυτή θα ταυτίσει ο Τίο τη γυναικεία μορφή του πορτρέτου Φαγιούμ, ο Μαρσέλ θα παθιαστεί μαζί της, όπως ο Φορτιε με τη Χαρίν και θα την κερδίσει εν τέλει με τη μουσική του ιδιότητα, όπως η Χαρίν γοητεύτηκε από τον Κερέμ, ο Ζακόμπ Καταλίν την εντοπίζει και ακολουθεί απεγνωσμένα τα ίχνη της, κυνηγώντας την οπτασία της, ενώ ουσιαστικά την έχει, χωρίς να το γνωρίζει, δίπλα του, στην ίδια υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Μέσω της δραστικής αλληλεπίδρασης των ηρώων και των συσχετισμών που επισημάνθηκαν ολοκληρώνεται το τρίπτυχο χρόνος-χώρος-πρόσωπα και έχει αποδειχθεί, επαρκώς ελπίζω πώς τα συστατικά αφηγηματικά αυτά στοιχεία εξυπηρετούν την κυρίαρχη διάσταση της αυτοαναφορικότητας υπό την καταλυτική επίδραση του χρονικού παράγοντα. Συνοψίζοντας επομένως το σκέλος της αυτοαναφορικής διάστασης του κειμένου, θα μπορούσε κανείς να επισημάνει το γεγονός ότι όλες οι βεβαιότητες που το κείμενο απλόχερα επιβάλλει κατακρημνίζονται υπό το βάρος του παρελθόντος. Η τριτοπρόσωπη αφήγηση υπονομεύεται από τη σπαραγματική δομή και τη βαθμιαία εξέλιξη των χρονικών βαθμίδων, ο τόπος που τόσο εμφατικά προεξαγγέλλεται με τη συνοδεία της ημερολογιακής ένδειξης στην αρχή κάθε σχεδόν κεφαλαίου ότι εστιάζεται στο χώρο της κεντρικής Ευρώπης, καταλήγει να πριμοδοτεί τον ελλαδικό χώρο, καθώς η περιπλάνηση οδηγεί με μια αδήριτη αναγκαιότητα στη λύση του μυστηρίου σε ελληνικό έδαφος. Τέλος, τα πρόσωπα μέσω των μυθικών συσχετισμών τους αποδεικνύουν για άλλη μια φορά ότι δεν αποτελούν πρωταγωνιστές σε δυο παράλληλες ιστορίες, άσχετες μεταξύ τους ιστορίες, αλλά αναγκαίο συμπλήρωμα του ενός ενιαίου μύθου. Το γεγονός ότι οι τελευταίες σελίδες κάνουν προσβάσιμη πια την ιστορία είναι αποκαλυπτικό του ότι ο συγγραφέας, κυριαρχώντας από την αρχή στο αφηγηματικό του υλικό, το έχει συνθέσει με μια τεχνική ανατροπών και


υπονομεύσεων, αφήνοντας το περιθώριο στο ίδιο το κείμενο να μιλήσει για τον εαυτό του.

Το όλο κλίμα του βιβλίου συμπληρώνει, ενισχυτικά προς την κατεύθυνση που παρουσιάστηκε το ποιητικό κλίμα, το μυστήριο, το αίνιγμα που προβάλλεται εντονότερα μέσα από τη συμπλοκή, των μυθοπλαστικών προσώπων και καταστάσεων με ιστορικά πρόσωπα (Μότσαρτ, Ρενουάρ, Κρινασμούρτι, κίνημα θεοσοφιστών) που επενδύονται με αναφορές που τα φωτίζουν. Το κείμενο έτσι, σ' ένα δεύτερο επίπεδο αποτελεί μια προκλητική σύνθεση στοιχείων που επεκτείνονται από τη φιλοσοφία, τη θρησκεία μέχρι τη ζωγραφική και τη μουσική. Η όλη αυτή ιδεολογική και αισθητική περιρρέουσα ατμόσφαιρα τοποθετεί τον αναγνώστη στο επίκεντρο μιας περιδιάβασης στο χώρο της τέχνης και του πνεύματος γενικότερα και θεωρώ ότι μ' αυτή τη διάσταση πρέπει ν' αντιμετωπιστεί το σύνολο αυτών των αναφορών, καθώς η οποιαδήποτε προσπάθεια ν' αποκωδικοποιηθεί η συμβολή τους με λογικό τρόπο θα απέβαινε μοιραίο για το κλίμα και τη λογοτεχνική υπόσταση του βιβλίου. Αν όλη η παραπάνω κριτική προσέγγιση ανέδειξε τη δυναμική του βιβλίου μέσω της προκλητικής αξιοποίησης των συστατικών του στοιχείων, κανείς, διαβάζοντας το, νομίζω δεν μπορεί ν' αντισταθεί στη διαπίστωση πως η απόλυτη, αδιαμφισβήτητη αλήθεια του, αυτή για την οποία ο συγγραφέας δεν μπαίνει ποτέ στον πειρασμό να πειραματιστεί μαζί της, πόσο μάλλον να την υπονομεύσει, είναι το γυναικείο σύμβολο και ο τρόπος που το προβάλλει σε κάθε ευκαιρία.

Μέσα από την ποσοτική υπεροχή των ανδρών που πλαισιώνουν το μύθο η γυναικεία μορφή επιβάλλεται μέσω της ομορφιάς, της ακτινοβολίας και του μυστηρίου που εκπέμπει. Είτε ως η εκλεκτή των θεοσοφιστών Χαρίν είτε ως ιέρεια της Ίσιδας η Χαρίν ή Σοφί, το απαράλλακτο ανά τους αιώνες πρότυπο γυναίκας, παρουσιάζει κοινά χαρακτηριστικά: προέρχεται από εξωτικούς τόπους (Αίγυπτος, Μαρόκο), διαθέτει απαράμιλλη ομορφιά, μαγνητίζει τους άντρες, έχει περιπετειώδη ζωή, συνδέεται με μια ιδιαίτερη αποστολή και προβάλλεται ως μοναδική αιτία για την οποία αρθρώνεται, περιπλέκεται και αποκωδικοποιείται ο μύθος. Πέρα από τους άντρες που την πολιορκούν ο καθένας για το δικό του λόγο μια ομάδα άλλων γυναικείων προσώπων την περιστοιχίζουν: τη Χαρίν η Ελεάνα και η Έλενα (καθόλου τυχαία η ηχητική ταύτιση σχεδόν των ονομάτων) οι οποίες λειτουργούν ως εξιλαστήρια θύματα που πρέπει να παραγκωνιστούν για ν' αναδειχθεί η υπεροχή και γοητεία της μίας και μοναδικής Χαρίν. Την Σαφί- Σοφί περιβάλλουν η Μαρία και η Μυρσίνη, που, αν και μυημένες στο μυστικό, την πλαισιώνουν δορυφορικά, για να σφραγίσουν την απολυτότητα της ύπαρξης της.

Η διάσταση της γυναίκας στο βιβλίο θα μπορούσε να λάβει κι άλλες προεκτάσεις που θα οδηγούσαν σε αναλύσεις μακροσκελείς που δεν είναι της παρούσας περίστασης κι επειδή είμαι επιρρεπής σ' ό,τι αφορά στη


γυναικεία παρουσία στη λογοτεχνία θα το κλείσω εδώ, εστιάζοντας την προσοχή σας στο εκπληκτικό κείμενο στο οπισθόφυλλο του βιβλίου που δίνει περιεκτικά μέσω των ερωτήσεων που θέτε; όλη την ουσία όχι μόνο της γυναικείας συμβολής αλλά και του συνόλου του μυθιστορήματος.

Η μοναδικά ωραία, η εκλεκτή, η μουσική, ο χορός και η ευωδιά του ρόδου στιγματίζουν και σφραγίζουν ανεξίτηλα τη γυναίκα του βιβλίου. Η εκλεκτή που περιπλανάται, που παρουσιάζεται απαράλλακτη από εποχή σε εποχή, η ατίθαση, η αινιγματική είναι το αρχέγονο γυναικείο πρότυπο, η ίδια η μήτρα που δίνει τη ζωή, ό,τι αξίζει να παραμείνει αλώβητο διαχρονικά και υπερτοπικά. Και δεν είναι περίεργο από την άποψη αυτή που η μουσική πάντα τη συνοδεύει, για να κάνει πιο αιθέρια, πιο θηλυκή την ύπαρξη της και να την ταυτίσει με μύθους, προφητείες, δοξασίες, επιθυμίες, απωθημένα συναισθήματα. Γι' αυτό ακριβώς και οι μόνοι άντρες που μπόρεσαν να τη δαμάσουν ήταν αυτοί που είχαν σχέση και εξοικείωση με τη μουσική, γι' αυτό και ο τίτλος: Η προφητεία του Μότσαρτ.

Κυρίες και κύριοι,

Η κριτική ως μια μορφή μεταγλώσσας, δηλαδή απόπειρας άρθρωσης ενός λόγου επί και περί του πρωτογενούς λόγου της λογοτεχνίας έχει την αποστολή αφενός να εμπλακεί και αφετέρου να αποστασιοποιηθεί από το κείμενο, για να μπορέσει με επιστημονικά εφόδια απ' τη μια και υποκειμενικές αναγνωστικές παραμέτρους από την άλλη να τοποθετηθεί επ' αυτού. Το πιο ενδιαφέρον στοιχείο για όποιον επιχειρεί να μιλήσει κριτικά για την Προφητεία του Μότσαρτ του Μιχάλη Πιτένη είναι ότι αντιμετωπίζει τη διττή πρόκληση να μετατραπεί και ο ίδιος σε μια μορφή λογοτέχνη, προκειμένου να συνθέσει μέσα από ένα ενιαίο νήμα το

- - £ ' ''- ^

δομικό υλικό του βιβλίου με τρόπο ώστε να παραγκωνίσει το κοινό και; πολύ σημαντικότερο, να μην αφαιρέσει τίποτα απ' την αδιαμφισβήτητη αισθητική αξία του έργου. Ελπίζοντας πως έχω πετύχει μια ισορροπία ανάμεσα στα δύο...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σεράγεβο, Ιρλανδία, Αφρική: όπου γης και κόλαση

Για το μυθιστόρημα της Edna O’ Brien «Μικρές κόκκινες καρέκλες» (μτφρ. Χριστίνα Σωτηροπούλου, εκδ. Κλειδάριθμος). Στις 6 Απριλίου 2012...