Παρασκευή 19 Ιουνίου 2020

“Η ΙΤΑΛΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΗ ΕΠΙΡΡΟΗ ΣΤΗΝ ΚΟΖΑΝΗ”- Του Ηλία Σπυριδωνίδη

 “Η ΙΤΑΛΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΗ ΕΠΙΡΡΟΗ ΣΤΗΝ ΚΟΖΑΝΗ”, Οι μεταφράσεις της κοινοτικής βιβλιοθήκης κατά την Οθωμανοκρατία (15ος αι.- 1912) τιτλοφορείται το βιβλίο του εξαιρετικού φίλου και συμπατριώτη Ηλία Σπυριδωνίδη (εκδόσεις   Società Dante Alighieri Comitato di Salonicco), προϊόν της έρευνας του στους θησαυρούς που υπάρχουν στη Βιβλιοθήκη μας.


Ένα βιβλίο που θεωρώ πως  συμβάλει και αυτό στο να γνωρίσουμε ένα ακόμα σημαντικό κομμάτι μιας πολύτιμης και ιδιαίτερα σημαντικής πολιτιστικής κληρονομιάς που φυλάσσεται στην ΚΔΒΚ και που είναι κρίμα να μην αναδειχθεί και να μην γίνει γνωστή σε όλο της το εύρος.   
Ο συγγραφέας του βιβλίου στο κεφάλαιο του Προεκτάσεις και προοπτικές σημειώνει ότι   “…Η Κοβεντάρειος Δημοτική Βιβλιοθήκη Κοζάνης αποδείχθηκε ότι αποτελεί ως βιβλιοθήκη μια τράπεζα δεδομένων με ένα πλούσιο πολιτισμικό κεφάλαιο κειμένων ελληνικών, λατινικών και ξενόγλωσσων. Η ξενόγλωσση συλλογή παλαιών εντύπων της ΚΔΒΚ αποτελείται κυρίως από εκδόσεις στη γαλλική, γερμανική, ιταλική και αγγλική γλώσσα. Στην παρούσα έκδοση μελετήθηκε το ιταλικό αποτύπωμα στη βιβλιοθήκη των εντύπων εκδόσεων και η ιταλική πολιτισμική επιρροή των μεταφράσεων. Αντίστοιχα, θα μπορούσαν να πραγματοποιηθούν ανάλογες έρευνες για την αγγλική, γερμανική ή γαλλική πολιτισμική επιρροή των μεταφράσεων όπως και για το γαλλικό ή γερμανικό πολιτισμικό αποτύπωμα στην ΚΔΒΚ. Οι επιμέρους μελέτες γεωπολιτισμικής επιρροής των μεταφράσεων των κεντρικών πολιτισμικών συστημάτων στον ΠΕ της Τουρκοκρατούμενης Κοζάνης, μπορούν να οδηγήσουν σε μια συνολική συγκριτική των πολιτισμικών επιρροών στην ΚΔΒΚ.”
Γνωρίζω πως υπάρχουν πολλοί άξιοι επιστήμονες που θα μπορούσαν να αναλάβουν ένα τέτοιο έργο υιοθετώντας τα όσα προτείνει ο Ηλίας Σπυριδωνίδης. Ίσως κάποιοι να το κάνουν κιόλας. Μακάρι. Σε κάθε περίπτωση, καλό είναι να τους ενθαρρύνουμε και να βρουν την υποστήριξη που είναι απαραίτητη σε τέτοιες περιπτώσεις.  
Τέτοιου είδους έρευνες δεν θ’ αποκαλύψουν μόνο σε μας το τι πραγματικά κρύβει η Βιβλιοθήκη μας, αλλά με συγκεκριμένη στόχευση, τον κατάλληλο χειρισμό και την ανάλογη οργάνωση μπορούν να «βγάλουν» την Βιβλιοθήκη μας και εκτός συνόρων και να την κάνουν περισσότερο γνωστή.     



Τρίτη 5 Μαΐου 2020

Με τον τρόπο του Θανάση Μαρκόπουλου.


Πόσο εύκολο είναι να μιλάς για την ποίηση των άλλων όντας ο ίδιος ποιητής; Δεν έχει σημασία η απάντηση. Ο καθένας με τον τρόπο του, εξάλλου. Ο Θανάσης Μαρκόπουλος με το δικό του.
Πολυάριθμη η λίστα των ποιητών που πάνω στο έργο τους έχει σκύψει, μετρώντας το βηματισμό τους στην ποίηση, ακολουθώντας τους και εξερευνώντας τους θαρρείς λέξη λέξη. Εξ ου και οι εννέα μελέτες, δοκίμια και ανθολογήσεις του, καρποί μιας αδιάλειπτης και αδιατάρακτης σχέσης του με την λογοτεχνία που κρατάει χρόνια.
Το εννιά όμως δεν είναι ο τελικός αριθμός καθώς το νούμερο δέκα κάνει ήδη τα πρώτα του βήματα και στα στοιχεία της ταυτότητας του γράφει “Η εύφορη λύπη του Μιχάλη Γκανά”- Δοκιμιακές ανιχνεύσεις (εκδόσεις Μελάνι).
Η πρώτη εντύπωση για το νέο πόνημα του Θανάση Μαρκόπουλου δεν είναι λανθασμένη. Απ’ την αρχή νιώθεις πως λες κι έχεις απέναντι σου τον ίδιο τον Μιχάλη Γκανά που σου μιλά για το έργο του, χωρίς να κρύψει κάτι. Αισθάνεσαι πως τώρα τον γνωρίζεις. Ανακαλύπτεις πραγματικά τον ποιητή. Τον δημιουργό.
Πολλές φορές ζηλεύω τους ποιητές καθώς μ’ έναν και μόνο στίχο τους καταφέρνουν να μπουν στο μυαλό μας και να μείνουν εκεί. Δυστυχώς στις περισσότερες περιπτώσεις για τους δικούς του, διαφορετικούς, λόγους ο καθένας, δεν μπορούμε, αντικειμενικά, να τους γνωρίσουμε πραγματικά όλους όσους θα θέλαμε. Να πάρουμε κι άλλα απ’ αυτούς. Ώσπου έρχονται άνθρωποι σαν τον Θανάση Μαρκόπουλο να κάνουν όλη αυτή τη δουλειά για μας. Να μας δείξουν όλες τις πτυχές του έργου διάφορων δημιουργών. Κι αυτό ούτε εύκολο είναι, ούτε λίγο. Χρειάζεται όμως εκτός απ’ τον κόπο του και τον τρόπο του κι ο Θανάσης Μαρκόπουλος έχει τον δικό του.

Τρίτη 21 Απριλίου 2020

Η ατομικότητα στη διαλεκτική της σχέση με το οικογενειακό πλέγμα: η περίπτωση της «Μετέωρης Γυναίκας» του Μ. Πιτένη – της Αγνής Γ. Παπακώστα

Η Προφητεία του Μότσαρτ και η Μετέωρη Γυναίκα θεωρώ ότι αποτελούν κρίσιμη καμπή στην πεζογραφική διαδρομή του Μ. Πιτένη, καθώς εγκαινιάζουν μια νέα κάθε φορά φάση της λογοτεχνικής του έκφρασης και των θεματολογικών αναζητήσεών του. Απ’ την εξωστρέφεια, την πολυσημία και το παλίμψηστο της Προφητείας, δοκιμή του συγγραφέα σε εκφραστικούς τρόπους και αφηγηματικές διαδρομές στο χώρο και το χρόνο με έκδηλα τα στοιχεία της αυτοαναφορικότητας και της διακειμενικότητας επιχειρείται με τη Μετέωρη Γυναίκα η μετάβαση σ’ ένα λογοτεχνικό κόσμο που χαρακτηρίζεται από έντονη εσωτερικότητα, έκδηλο υποκειμενισμό, βαρύ ψυχικό κλίμα, εσωστρέφεια, ζωές ανεκπλήρωτες, συμπτώσεις δραματικές και καταλυτικές, που αλλάζουν οριστικά και αμετάκλητα την πορεία του προσωπικού βίου και συμπαρασύρουν στο διάβα τους και τις ζωές των άλλων, στοιχεία που παραπέμπουν σε μια ψυχαναλυτική προσέγγιση της διαπλοκής των προσώπων και των σχέσεων που αναπτύσσονται μεταξύ τους.
Ο τίτλος Μετέωρη Γυναίκα υπονοεί το βασικό πρόσωπο και αφηγητή ταυτόχρονα της ιστορίας, τη Δομνίκη, που καταλαμβάνει με τη χειμαρρώδη, εξομολογητική και εκ βαθέων αποκαλυπτική πρωτοπρόσωπη αφήγησή της τα εξελικτικά στάδια μιας ζωής, της δικής της, που κυριαρχείται έντονα από μια αμφιταλάντευση, τη μόνιμη αίσθηση της αναμονής, της εκκρεμότητας και του μετεωρισμού ανάμεσα σ’ αυτό που θέλει να κάνει, να είναι και σ’ αυτό που μονίμως καταλήγει να βιώνει ως μια ύπαρξη κατεστραμμένη, ρημαγμένη ψυχικά και σωματικά που προσπαθεί ν’ αποκοπεί απ’ το παρελθόν και να χτίσει ένα διαφορετικό, πιο υγιές μέλλον.
Η αρχή του βιβλίου παρουσιάζει το τέλος της ιστορίας, τη δραματική μετεξέλιξη μιας πληγωμένης γυναίκας που δε ζήτησε τίποτε άλλο παρά να πάρει τη ζωή της στα χέρια της, τέλος που, όπως υπονοείται, σηματοδοτεί μια νέα αρχή, πάντως σίγουρα την απελευθέρωση της Δομνίκης απ’ τα ασφυκτικά δεσμά του παρελθόντος, την κατάκτηση της αυτοκυριαρχίας της και την αίσθηση ότι έχει πετύχει με τις δικές της εσωτερικές δυνάμεις να ξεφύγει απ’ τις αυταπάτες της.
Το αδιέξοδο και η υπέρβαση των ορίων της Δομνίκης οπλίζουν το χέρι της και το πιστόλι σημαδεύει δύο διαφορετικούς όσον αφορά τη συναισθηματική εμπλοκή της μαζί τους ανθρώπους. Ο ένας είναι ο Ανδρέας, το μόνο ίσως πρόσωπο που πίστεψε ότι μπορεί να τη λυτρώσει, που βασίστηκε πάνω του, που τον εμπιστεύτηκε και αφέθηκε στις ψεύτικες υποσχέσεις του. Και ο άλλος, ο πατέρας της, ο Στρατηγός, όπως υποτιμητικά τον αποκαλεί καθ’ όλη τη διάρκεια της αφήγησης, ο βασικός υπαίτιος που ρήμαξε κυριολεκτικά τις ζωές όλων όσοι τον περιστοίχιζαν.
Η Δομνίκη μέσω μιας αναδρομικής αφήγησης που γυρνά τον αναγνώστη πίσω στην εφηβική της ηλικία προτιμά να συστηθεί ως η Δομνίκη τού τότε, για να αντιληφθεί κανείς όλα τα στάδια της ζωής της και να ερμηνεύσει και γιατί όχι να δικαιολογήσει το απονενοημένο διάβημά της.

Κριτική του Αντώνη Χαριστού για το μυθιστόρημα "Μετέωρη γυναίκα".


Μετέωρη γυναίκα

(Μυθιστόρημα, εκδ. Διάπλαση, Αθήνα 2019)

   «Η μεγαλύτερη ερώτηση που δεν έχει απαντηθεί ποτέ και που κι εγώ δεν έχω κατορθώσει να απαντήσω μετά από τριάντα χρόνια έρευνας, είναι: «τι θέλει μια γυναίκα;» έγραφε ο Ζίγκμουντ Φρόυντ και στο μυθιστόρημα του Μιχάλη Πιτένη μοιάζει να αντιστρέφεται το ερώτημα μεταλλάσσοντας τις λέξεις «θέλω» σε «καθορίζει». «Τι καθορίζει» επομένως τη γυναίκα στο έργο; Δεν θα περιστραφεί η ανάλυση μας γύρω από την πλοκή, την εξέλιξη αυτής, τα στάδια τα οποία μετέρχεται ο συγγραφέας ξεδιπλώνοντας χαρακτήρες και στιγμές. θα στρέψουμε το ενδιαφέρον μας στο ερώτημα που μόλις θέσαμε. Πριν απ’ αυτό θα υπογραμμίσουμε μόνο το εξής: Η αφήγηση εντάσσεται σε ρεαλιστικά και μη ρεαλιστικά επίπεδα και διαδραματιζόμενες σκηνές. Κι ενώ θα ανέμενε ο αναγνώστης αυτού του είδους οι μη ρεαλιστικές σκηνές να καταργούν την αληθοφάνεια και την τεκμηρίωση των εναλλασσόμενων γεγονότων είναι αυτή η ακριβώς η αριστοτεχνική δόμηση της πλοκής που απομαγνητίζει τη σκέψη από την ρεαλιστική αφήγηση. Υποστηρίζω πως ο συγγραφέας Μιχάλης Πιτένης δεν επιδίωκε να σκιαγραφήσει μία τεχνικά ρεαλιστική ιστορία. Δεν αποτέλεσε πρώτιστο στόχο η αλήθεια των περιγραφών, αυτή καθαυτή. Βασικό μέλημα υπήρξε η απογύμνωση μίας πολλαπλότητας ρόλων και περιορισμών τις οποίες υφίσταται η γυναίκα, και όχι συγκεκριμένα η πρωταγωνίστρια, αλλά η εκάστοτε γυναίκα εγκλωβισμένη στην πατριαρχία και τον μηχανισμό αναπαραγωγής αυτής στο σύγχρονο περιβάλλον. Ανέπτυξε με τρόπο ιδιάζοντα την πραγματικότητα των συσχετισμών δύναμης εντός των σχέσεων τις οποίες ετεροκαθορίζουν οι σχέσεις εξουσίας που διέπουν την πατριαρχική κοινωνία. Το έργο του αποτελεί ράπισμα στα κατάστιχα της ανδροκρατούμενης ηθικής και των προεπιλογών τις οποίες η τελευταία ορίζει και αναγνωρίζει ως αποδεκτά εχέγγυα επιβίωσης στην επιφάνεια των πραγμάτων. Είναι η γυναίκα φερέφωνο εντεταλμένων δεσμεύσεων; Μήπως το θύμα είναι παράλληλα και θύτης εντός αυτο-εγκλωβισμού με βασικό πυρήνα αναπαράστασης και αντικατοπτρισμού μία ηθελημένη άρνηση παραδεδεγμένων αληθειών; Άρνηση, η οποία δεν κατευθύνει τις προσπάθειες της στην ανατροπή μίας ατροφικής διεργασίας μαζικού ευνουχισμού συνειδήσεων αλλά στην αποδοχή μίας οριοθετημένης θέσης εντός των ασφυκτικών πλαισίων ελέγχου που το ίδιο το κοινωνικό σύνολο αναγνωρίζει ως κοινά θεμιτούς κανόνες εκπροσώπησης. «Επιστρέφω όμως. Όχι βέβαια για να μείνω. Για να κόψω την αλυσίδα της τελευταίας άγκυρας που με κρατά δεμένη στο παρελθόν» (σελ. 14). Αυτό το παρελθόν η πρωταγωνίστρια το βιώνει έντονα ανάμεσα σε ερωτικά πάθη, ηδονικούς πόθους και ανεκπλήρωτες συναισθηματικές απολήξεις συμπερασμάτων. Είναι ο βάσιμος εντολοδόχος μίας νοσηρής πραγματικότητας η οποία δεν ξεγυμνώνεται ενώπιον της. Αντίθετα, είναι η ίδια η οποία παράλληλα με την καταπιεστική όψη του πατέρα απευθύνεται στην εκάστοτε ανδρική φιγούρα που θα εξέπεμπε αισθηματική γαλήνη καταπραΰνοντας τις δοξασίες μίας εξουσιαστικής σχέσης ιεραρχιών.

Δευτέρα 20 Απριλίου 2020

Θα σε θυμόμαστε Τάκη.


Οι απώλειες ανακαλούν μνήμες. Μνήμες που όσο κι αν έφθειρε ο χρόνος πάντα κάτι κρατούν απ’ τα γεγονότα που τις δημιούργησαν.
Δύο χρόνια περάσαμε με τον Τάκη Πάπιστα, το ‘79 και το ΄80. Ήταν ένας απ’ την σταθερή τριάδα (σ. σ. που την συναποτελούσαν οι Χρήστος Πατιάς κι Αστέρης Χριστοδούλου) που μας προετοίμαζε στο φροντιστήριο για να ανταπεξέλθουμε στην διπλή τότε δοκιμασία των πανελληνίων εξετάσεων, δευτέρας και τρίτης λυκείου.
Τον προσκαλέσαμε και τον προκαλέσαμε πολλές φορές να συνεχίσει μαζί μας τα ανοιξιάτικα και τα καλοκαιρινά μας βράδια, στα τραπεζάκια που ‘χαν αραδιασμένα έξω το El Greco, η Πουλίτσα. Αλλά και το Κουρί, κάποιες φορές.
Τίναζε την σκόνη της κιμωλίας απ’  τα χέρια του, απεκδυόταν τον ρόλο του δασκάλου και μας συντρόφευε. Μου ‘μεινε το γέλιο του. Πλατύ, εγκάρδιο. Λίγο μεγαλύτερος μόλις από μας, αλλά έμπειρος ήδη στο πώς να απορροφά τον εφηβικό ενθουσιασμό και την συνακόλουθη μαχητικότητα. Παρότι ο ίδιος καταρτισμένος, επαρκής και συνεπής πάντοτε στο ρόλο του ως δάσκαλος, δεν αγάπησα την χημεία, ίσως λόγω λανθασμένης δικής μου επιλογής (σ. σ. τι δουλειά είχα εγώ στο πρακτικό…). Χάρη σ’ αυτόν όμως χάρηκα την κουβέντα, απόλαυσα την ένταση της διαφωνίας, της άλλης γνώμης που δεν κοντράρει, αλλά σου δείχνει πως υπάρχει κι άλλος δρόμος, άλλος τρόπος, άλλη γνώμη. 
Άπειρες φορές ανταμώσαμε από τότε. Στο ίδιο τραπέζι ή στο πόδι. Δεν λέγαμε για τα παλιά. Πάντα κάτι νέο είχαμε να πούμε. Δεν θυμάμαι πότε ήταν η τελευταία. Σίγουρα στην κεντρική πλατεία της πόλης. Μου ‘γνεψε από μακριά με το ίδιο χαμόγελο.
Απ’ το κάδρο της εφηβείας μας δεν θα φύγει ποτέ. Θύμηση που θα φέρνει στο μυαλό μας τριμμένη κιμωλία και όνειρα που ξεδιπλώνονταν αναζητώντας χώρο πάνω στα τραπέζια, ανάμεσα  στα ποτήρια του καφέ ή της μπύρας.
Θα σε θυμόμαστε Τάκη.      
Υ.Γ. Η φωτογραφία είναι από το προσωπικό του προφίλ στο facebook και θα πρέπει να είναι από την εποχή που τον πρωτογνωρίσαμε. 

Πέμπτη 9 Απριλίου 2020

Χάλκινοι άνθρωποι.


Κάθε πρωί, την ίδια ώρα, λίγο μετά τις οκτώ, τους έβλεπα να κάθονται έξω απ’ το καφενείο της Κατίνας. Κάθε καλοκαίρι, τις μέρες που έκανα τη θητεία μου στο μανάβικο που ‘χαν τα αδέρφια της μάνας μου στην πλατεία Λασσάνη. 
Δε θυμάμαι να τους μέτρησα ποτέ. Τέσσερις, πέντε… Μπορεί και λιγότεροι. Ίσως και παραπάνω. Στα μάτια μου έχω ακόμα τα πρόσωπα τους. Ή μάλλον ένα πρόσωπο. Αποστεωμένο, με σκαμμένα μάγουλα και λεπτό μουστακάκι. Ένα πρόσωπο, λες και βγήκαν όλοι απ’ το ίδιο καλούπι. Όπως και τα σώματα τους. Αδύνατα, με κυρτούς ώμους και λεπτοκαμωμένα χέρια και πόδια.
Κάθονταν στο καφενείο και περίμεναν. Αμίλητοι, ανέκφραστοι, με το βλέμμα τους καρφωμένο λίγο πιο κάτω, στο κατάστημα με τα σιδερικά και τα είδη οικοδομών του Σκαρκαλά.
Οκτώμιση, εννιά παρά, με τον ήλιο να ξεσκαλώνει απ’ τις λίγες πολυκατοικίες που περίζωναν τότε την πλατεία, ακουγόταν η μηχανή του φορτηγού που ανέβαινε αγκομαχώντας την οδό Ολύμπου. Με το που έφτανε στην πλατεία, που δεν ήταν τίποτα άλλο παρά μόνο μια ασφαλτοστρωμένη μεγάλη αλάνα, με τα πολλά μανάβικα ολόγυρα της, τα δύο μπακάλικα, το φούρνο της κ. Βίκυς και το μισογκρεμισμένο αρχοντικό του Λασσάνη που νόμιζες πως το κρατούσε ακόμα στα πόδια του το περίπτερο του Θανάση που ‘ταν κολλημένο στην πλαϊνή πλευρά του, αυτή που κοίταζε κατά την πλατεία, συνέχιζε για λίγο ακόμα και σταματούσε σαν να ‘θελε να πάρει κι αυτό τις ανάσες του. Κι ύστερα, ακουγόταν ο στριγκός και ανατριχιαστικός ήχος που έκανε η όπισθεν καθώς ο οδηγός προσπαθούσε να την κουμπώσει στο σασμάν του φορτηγού, και ξεκινούσε προς τα πίσω για να κολλώσει ακριβώς μπροστά στο κατάστημα Σκαρκαλά.

Ανεξίτηλες μνήμες γιορτής και πένθους

E-mailΕκτύπωση
altΓια τη συλλογή διηγημάτων του Ηλία Λ. Παπαμόσχου «Η μνήμη του ξύλου» (εκδ. Πατάκη).
Του Μιχάλη Πιτένη
«Η λίμνη, στιλπνό παλίμψηστο όπου το φως
γράφει και σβήνει τις ηλικίες της πόλης
(αντικατοπτρισμών θνησιγενών επαλληλίες,
ενώσεις επουράνιων και γήινων),
μνημειώνει τη μόνη αιωνιότητα, το παρόν».
Για το παρόν μιλά μέσα απ’ τα είκοσι διηγήματα της νέας συλλογής του ο Ηλίας Λ. Παπαμόσχος. Κι ας κυριαρχούν στις αφηγήσεις του εικόνες του χθες, κοντινού και μακρινού, οι μνήμες των εκλιπόντων, «του πατέρα η σκιά», η μάνα ως «φάσμα, της επιθυμίας και της φαντασίας μου πλάσμα», η ωσεί παρούσα αδερφή, ο Νίκος, ο Γιάννης ο λαχειοπώλης, οι καντηλανάφτες. Όλοι τους δικοί του άνθρωποι, συγγενείς, φίλοι ή απλοί γνωστοί. Όλοι τους κομμάτια του δικού του κόσμου, τους κρατά ζωντανούς με τις λέξεις του αποτρέποντας την αδηφάγα λήθη απ’ το να θρυμματίσει την ανάμνησή τους, να τη σκορπίσει. Όλοι τους παρόντες, διαρκώς και αδιάλειπτα, σε τυχαίες και ανύποπτες στιγμές, σε μια καθημερινότητα του παρόντος γεμάτη απ’ το παρελθόν, χωρίς αυτό να συνεπάγεται και οπισθοδρόμηση, υστέρηση ή καθήλωση. Εξάλλου, όπως σημειώνει και ο ίδιος ο Παπαμόσχος στο παραπάνω απόσπασμα, το παρόν είναι η μόνη αιωνιότητα! Και στην αιωνιότητα χωράνε οι πάντες. Και τα πάντα. Έμψυχα και άψυχα. Μονιασμένα και αλληλένδετα. Τα ζώα, η φύση, τα αντικείμενα, στοιχεία βασικά και όχι δευτερεύοντα στο σύμπαν του συγγραφέα. Δεν υποκαθιστούν τους ανθρώπους. Τους θυμίζουν, τους συνδέουν μεταξύ τους. Συνυπάρχουν αρμονικά και τόσο ταιριαστά λες και ένα αντικείμενο φτιάχτηκε αποκλειστικά για να εξυπηρετήσει τις ανάγκες ενός και μόνο προσώπου. Όπως το σαπούνι του πατέρα, στο ομώνυμο διήγημα, που χάθηκε μαζί του.

Πριν τη μεγάλη θλίψη» Μια έκθεση, ένας ακόμα σημαντικός σταθμός στην πορεία του Α. Βρεττάκου.

  Ο Αλέξανδρος Βρεττάκος επέλεξε να δώσει στην τελευταία έκθεση των φωτογραφιών του τον τίτλο «Πριν τη μεγάλη θλίψη» , εμπνεόμενος, όπως σημ...