Τρίτη, 1 Μαΐου 2018

Όταν το θυμικό πυρπολεί τη λογική- Για το μυθιστόρημα του Βαγγέλη Ραπτόπουλου «Ο άνθρωπος που έκαψε την Ελλάδα» (εκδ. Κέδρος).

  

«Στο βάθος, θα έλεγε κανείς ότι αυτό το μυθιστόρημα υπήρξε προϊόν του φόβου που βίωσα το 2012 –όταν τα δικά μου έσοδα μηδενίστηκαν και η εφημερίδα όπου δούλευε η γυναίκα μου έκλεισε– ότι, εάν μείνει άστεγη η μεσαία τάξη όπως εμείς, τότε θα καεί η Ελλάδα.
Έμπνευσή μου υπήρξαν, επίσης, η νεύρωση της Αριστεράς (εάν όχι η ψύχωσή της, για να θυμηθούμε τον Αποστολάκη) με τις λαϊκές εξεγέρσεις, η πολύτιμη έκφρασή μας “πυρ και μανία”, αλλά και το απωθημένο σχεδόν όλων των Νεοελλήνων να καούν όλα, “πουτάνα όλα!”. Ή όπως θα το έθεταν οι αρχαίοι ημών πρόγονοι “γαία πυρί μειχθήτω”».
Έμπνευσή μου υπήρξαν, επίσης, η νεύρωση της Αριστεράς (εάν όχι η ψύχωσή της, για να θυμηθούμε τον Αποστολάκη) με τις λαϊκές εξεγέρσεις, η πολύτιμη έκφρασή μας “πυρ και μανία”, αλλά και το απωθημένο σχεδόν όλων των Νεοελλήνων να καούν όλα, “πουτάνα όλα!”.
Σ’ αυτές τις δύο παραγράφους απ’ το σημείωμα του Βαγγέλη Ραπτόπουλου στο νέο του βιβλίο Ο άνθρωπος που έκαψε την Ελλάδα εμπεριέχονται οι βασικές πρώτες ύλες που χρησιμοποίησε για να συνθέσει αυτό το μυθιστόρημά του. Ένα μυθιστόρημα που εξελίσσεται και ολοκληρώνεται τόσο μέσα από τις αφηγήσεις τριών προσώπων-κεντρικών ηρώων, του «εμπρηστή» της Ελλάδας Δημήτρη Αποστολάκη, της συμβίας του και του στενού φίλου του, όσο και από σχετικά σπαράγματα δημοσιευμάτων που αλίευσε ο συγγραφέας σε διάφορες εφημερίδες και ενημερωτικές ιστοσελίδες, αλλά και στα social media. Έτσι ο Ραπτόπουλος πετυχαίνει αφενός να δώσει έναν γρήγορο ρυθμό στο κείμενό του και αφετέρου να το «ανοίξει» σε μεγάλο βαθμό, στην προσπάθεια που κάνει να αποτυπώσει τη δική του οπτική –και φυσικά την αγωνία και τον φόβο του, όπως ομολογεί κι ο ίδιος– για την πολύχρονη κρίση της χώρας μας που, δυστυχώς, ακόμα καλά κρατεί, και τις επιπτώσεις της, ιδιαίτερα στη μεσαία τάξη.
Η σύγχρονη και ρέουσα γλώσσα που χρησιμοποιεί συμβάλλει στο να σχηματιστούν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο εικόνες που άλλοτε προκαλούν χαμόγελα στον αναγνώστη, άλλοτε τον προβληματίζουν και ενίοτε τον σοκάρουν. Σε καμιά περίπτωση πάντως δεν τον αφήνουν αδιάφορο. Ειδικά όταν περιγράφει τη ζωή των αστέγων της Αθήνας, ο συγγραφέας με τα παραδείγματα που επιλέγει, τα οποία δεν είναι αποκυήματα της φαντασίας του αλλά αφορούν πραγματικούς ανθρώπους, εκτός του ότι φωτίζει μια απ’ τις υπαρκτές συνέπειες της κρίσης, από εκείνες που ενδεχομένως να μην απασχόλησαν ή να μην απασχολήσουν ποτέ τους περισσότερους από μας, μας οδηγεί και στο να συνειδητοποιήσουμε πόσο εύκολο είναι τελικά να κυλήσει κανείς από το ένα επίπεδο στο άλλο. Από τη βεβαιότητα της καθημερινότητας που του προσφέρει μια δουλειά, ένα σπίτι, μια οικογένεια, στον ανελέητο αγώνα της επιβίωσης στο πεζοδρόμιο, ανάμεσα στις στοίβες των σκουπιδιών και στα καταλύματα από χαρτόκουτα και βρόμικα στρωσίδια, ανταγωνιζόμενος μέρα νύχτα ανθρώπους που δεν έχουν να περιμένουν και να ελπίζουν τίποτα.

O φανταστικός Αποστολάκης, στην ουσία είναι ο πραγματικός, καθημερινός άνθρωπος αυτής της χώρας που αγανακτισμένος, με ή χωρίς εισαγωγικά, λόγω της κρίσης που τον γονάτισε και εξανέμισε ό,τι έκτιζε για χρόνια, δεν μπορεί να σκεφτεί τίποτα άλλο παρά μόνο πώς θα καταστρέψει όσα υπάρχουν γύρω του.
Στήνοντας τον μύθο του ο Ραπτόπουλος αποδίδει στον πρωταγωνιστή του υπερφυσικές δυνάμεις καθώς μόνο έτσι θα καταφέρει να πετύχει τον στόχο του, να κάψει όλη την Ελλάδα. Να πραγματώσει, δηλαδή, αυτό που εύστοχα ο ίδιος αναφέρει στο σημείωμά του πως αποτελεί το απωθημένο σχεδόν όλων των Νεοελλήνων. Ένα απωθημένο που εκφράστηκε πολλές φορές στις μέρες μας, κυρίως μέσω συνθημάτων, χωρίς να λείψουν δυστυχώς και οι αληθινές φωτιές που στοίχισαν μάλιστα τη ζωή σε κάποιους άτυχους συνανθρώπους μας, χωρίς να προσμετρήσουμε τις πάμπολλες υλικές ζημιές. Έτσι, ο φανταστικός Αποστολάκης, στην ουσία είναι ο πραγματικός, καθημερινός άνθρωπος αυτής της χώρας που αγανακτισμένος, με ή χωρίς εισαγωγικά, λόγω της κρίσης που τον γονάτισε και εξανέμισε ό,τι έκτιζε για χρόνια, δεν μπορεί να σκεφτεί τίποτα άλλο παρά μόνο πώς θα καταστρέψει όσα υπάρχουν γύρω του. Το ότι καταστρέφει τελικά και τον ίδιο του τον εαυτό είναι η απάντηση του συγγραφέα στο «απωθημένο», πως σε μια τέτοια περίπτωση ο θύτης, ακόμα και αν διαθέτει υπερφυσικές δυνάμεις, αργά ή γρήγορα θα μετατραπεί σε θύμα. Μια αλήθεια που, δυστυχώς, πολλές φορές τη συνειδητοποιούμε όταν πλέον είναι αργά.
Το μυθιστόρημα του Ραπτόπουλου, αν και φαίνεται να επικεντρώνεται και να περιστρέφεται γύρω απ’ τα προσωπικά αδιέξοδα του «εμπρηστή» Αποστολάκη, καταγράφοντας βήμα βήμα το πώς οδηγήθηκε στο να κάψει την Ελλάδα, καταφέρνει εξίσου να φωτίσει μέσω των σκέψεων, των επιθυμιών και της στάσης της συμβίας του και του στενού του φίλου, το πώς βιώνει ένα άλλο, κάθε άλλο παρά μικρό, κομμάτι της κοινωνίας μας την κρίση. Παρά την επώδυνη και για τους δύο απώλεια συζύγου και φίλου, απ’ τη στάση και τα λεγόμενά τους δημιουργείται η εντύπωση πως δεν κατανοούν απόλυτα τι τον οδήγησε αρχικά να μετατραπεί σε άστεγο και στο τέλος σε εμπρηστή.
Αυτοί οι δύο μοιάζουν να αντιπροσωπεύουν όλους εκείνους που δεν κατάφεραν ή δεν προσπάθησαν να κατανοήσουν τα πραγματικά αίτια της κρίσης και που είναι απλώς έτοιμοι να συνεχίσουν τη ζωή τους, αλλάζοντας μόνο όσα τους επιβάλλονται και όχι όσα θα έπρεπε από μόνοι τους ν’ αλλάξουν, έχοντας αναγνωρίσει και κατανοήσει και τα δικά τους λάθη που συντέλεσαν στο να φτάσουμε ως εδώ. Που προσπερνούν σχετικά εύκολα τα όποια θύματα της κρίσης, ακόμα και αν τα μνημονεύουν διαρκώς, και ακόμη κι αν δεν το παραδέχονται λειτουργούν εντελώς κυνικά, μην αφήνοντας να πάνε χαμένες οι όποιες δυνατότητες ανοίγονται μπροστά τους εξαιτίας του αφανισμού κάποιων άλλων. Γι’ αυτό είναι έτοιμοι να ξαναχτίσουν πάνω στις στάχτες χωρίς να τις σκαλίσουν, χωρίς να αναρωτηθούν για τυχόν ελαττώματα και αδυναμίες των υλικών που χρησιμοποιήθηκαν για να χτιστούν όλα εκείνα που κάηκαν και εξανεμίστηκαν τόσο εύκολα, εκτιμώντας πως το μόνο που χρειάζονται είναι απλώς μια καινούργια αρχή, ακόμα και αν αυτή έρθει χωρίς, ουσιαστικά, να έχει γραφτεί το τέλος όσων προηγήθηκαν.
Ο Βαγγέλης Ραπτόπουλος θέλησε να μιλήσει στο μυθιστόρημά του για την κρίση και το έκανε με επιτυχία χάρη σε μια εύστοχη επιλογή του. Περιγράφοντας πώς ο Έλληνας την αντιμετωπίζει και τη διαχειρίζεται περισσότερο με το θυμικό του παρά με τη λογική του. Και έτσι μάλλον κατάφερε να δώσει μια απάντηση στην εύλογη και συνεχώς επαναλαμβανόμενη ερώτηση πολλών, γιατί, ενώ οι άλλοι που βρέθηκαν σε ανάλογη θέση με μας βγήκαν από την κρίση, εμείς συνεχίζουμε ακόμα να ταλαιπωρούμαστε. Ίσως γιατί το θυμικό μας πυρπολεί μονίμως τη λογική μας…
Υ.Γ. Η κριτική δημοσιεύτηκε την 1η Μάη 2018 στο bookpress.gr https://www.bookpress.gr/kritikes/elliniki-pezografia/raptopoulos-baggelis-kedros-o-anthropos-pou-ekapse-tin-ellada-pitenis

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

“Ξέφωτο… ”

Έφευγα. Ολόγιομο, κιτρινωπό το φεγγάρι προπορεύονταν και μου ‘στρωνε φωτεινό μονοπάτι. Μπροστά μας δάσος πυκνόφυτο. Σύρθηκε πάνω απ’ τ...