Τετάρτη, 30 Νοεμβρίου 2016

Ανιχνεύοντας την πορεία του Νίκου Ζαχαριάδη

Μπορεί, άραγε, ο κινηματογράφος να γεννήσει λογοτεχνία; Μ' αυτό το ερώτημα ξεκινά ο Κώστας Κουτσομύτης τον πρόλογό του στο βιβλίο Το κόκκινο τανγκό, που συνέγραψε με τον Ευάγγελο Μαυρουδή, ελπίζοντας να απαντηθεί, μέσω του κειμένου που ακολουθεί, το οποίο είναι αφιερωμένο σ' ένα μεγάλο διάστημα της ζωής μιας αμφιλεγόμενης ιστορικής προσωπικότητας, του Νίκου Ζαχαριάδη. Του ανθρώπου που από ίνδαλμα και λατρεμένος αρχηγός του ΚΚΕ, κατέληξε με το στίγμα του προδότη και του ενόχου για μια σειρά από λανθασμένες αποφάσεις με ολέθρια αποτελέσματα, εξόριστος στο Σουργκούτ της Σιβηρίας, όμηρος του Κ.Κ. Σοβιετικής Ένωσης.
Το ερώτημα ήταν προφανώς ρητορικό καθώς ο Κουτσομύτης γνώριζε πάρα πολύ καλά πως η σχέση κινηματογράφου λογοτεχνίας ήταν και παραμένει αμφίδρομη. Ο πρώτος πήρε και παίρνει πολλά απ' τη λογοτεχνία, έδωσε όμως και δίνει κι εκείνος πολλές ευκαιρίες έμπνευσης τις οποίες αξιοποίησαν με εξαιρετικό τρόπο διάφοροι συγγραφείς. Εξάλλου, ένα καλό πρωτότυπο κινηματογραφικό σενάριο μπορεί να θεωρηθεί και ως λογοτεχνικό κείμενο.
Στα 17 τηλεοπτικά σήριαλ που πρόλαβε να μας αφήσει ως πολύτιμη παρακαταθήκη ο Κουτσομύτης, φρόντισε να «διαβάσει» πολύ καλά τα λογοτεχνικά έργα στα οποία βασίστηκαν αυτά τα σήριαλ και να αναδείξει σχεδόν όλες τις πτυχές τους.
Ο ίδιος ενόσω ζούσε μας έδειξε με τον καλύτερο δυνατό τρόπο πώς ο λόγος γεννά εικόνα, και μάλιστα υψηλής ποιότητας και έμπλεη νοημάτων, αλλά και ότι η εικόνα ενίοτε πυροδοτεί τη φαντασία που καταφεύγει στις λέξεις για να ενσαρκωθεί. Στα 17 τηλεοπτικά σήριαλ που πρόλαβε να μας αφήσει ως πολύτιμη παρακαταθήκη ο Κουτσομύτης, φρόντισε να «διαβάσει» πολύ καλά τα λογοτεχνικά έργα στα οποία βασίστηκαν αυτά τα σήριαλ και να αναδείξει σχεδόν όλες τις πτυχές τους. Μπορεί από ορισμένους να θεωρήθηκε ότι αυθαιρέτησε, κινηματογραφική αδεία, δίνοντας βαρύτητα σε κάποιες λεπτομέρειες που ίσως ο συγγραφέας να μην είχε τονίσει ιδιαίτερα και διευρύνοντας κάποιους ρόλους που απέκτησαν υπόσταση στην εικόνα και ας ήταν απλή αναφορά στο κείμενο, επί της ουσίας όμως απλώς άσκησε έτσι το δικαίωμα να βάλει και τη δική του υπογραφή σε κάτι που πλέον είχε και τη σφραγίδα του.   
Σε μια πρόσφατη συνέντευξή του (εφημ. των Συντακτών) ο έτερος συγγραφέας του Κόκκινου τανγκό Ευάγγελος Μαυρουδής είπε πως «ό,τι ήταν ο Μίκης Θεοδωράκης για την ποίηση, ήταν ο Κουτσομύτης για τη λογοτεχνία. Όπως ο Μίκης με τη μουσική του έκανε όλο τον κόσμο να τραγουδάει ποίηση, έτσι και ο Κουτσομύτης κατόρθωσε με την κάμερα και το ταλέντο του να μας μάθει την καλή λογοτεχνία». Δεν πρόκειται για υπερβολή. Κάθε Έλληνας μυθιστοριογράφος θα 'θελε να επιλέξει το βιβλίο του ο Κουτσομύτης και ας διαφωνούσε με το τελικό αποτέλεσμα, γιατί όπως σωστά έλεγε ο πρόσφατα εκλιπών σκηνοθέτης «ακόμα και αν εγώ κάνω ένα κακό σήριαλ, το βιβλίο δεν πρόκειται να πάθει τίποτα». Αντιθέτως, τα βιβλία γίνονταν γνωστά σε μεγαλύτερο κοινό και έμπαιναν στις λίστες των ευπώλητων.

Κακά σήριαλ φυσικά δεν έκανε αφού δίνοντας σημασία ακόμα και στην παραμικρή λεπτομέρεια, μπορεί να ξέφευγε λίγο ή περισσότερο απ' το βιβλίο, το τελικό αποτέλεσμα, όμως, ήταν μια αρμονική σύνθεση μεταξύ λόγου, εικόνας, μουσικής και υποκριτικής. Με τα σήριαλ που παρήγαγε στην ελληνική τηλεόραση ο Κουτσομύτης, μαζί φυσικά με κάποιους άλλους, εξίσου σημαντικούς σκηνοθέτες, που προηγήθηκαν ή ακολούθησαν, για να μην αδικήσουμε κανένα, έγραψαν ιστορία και συνέθεσαν τις καλύτερες σελίδες της ελληνικής τηλεόρασης, έστω και αν ατυχώς και δυστυχώς δεν ήταν οι περισσότερες. Θα είναι σίγουρα αυτές που θα μείνουν.
Από την κάμερα στο στυλό
Μετά, λοιπόν, από τόσα σήριαλ ο σκηνοθέτης ενδύεται το ρόλο του συγγραφέα και αφήνει πίσω του, ως κύκνειο άσμα, ένα βιβλίο, το οποίο συνέγραψε με τη συνδρομή του γιατρού και καλού του φίλου Ευάγγελου Μαυρουδή, ο οποίος είχε ήδη δοκιμαστεί με επιτυχία στην ιστορική έρευνα και τη συγγραφή (τέσσερα έργα του κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Κέδρος).
Μια πολυσχιδής προσωπικότητα που δεν έχει διερευνηθεί και αποσαφηνιστεί ακόμα όσο θα έπρεπε, καθώς οι αποφάσεις του σε μια κρίσιμη περίοδο της πρόσφατης ιστορίας μας υπήρξαν καθοριστικές πρωτίστως για τη χώρα μας και δευτερευόντως για το κόμμα του.
Πρωταγωνιστής του Κόκκινου τανγκό ο Νίκος Ζαχαριάδης, για άλλους δαίμονας και για άλλους Θεός, όπως σημειώνει ο Κουτσομύτης στον πρόλογο του. Σίγουρα πάντως μια πολυσχιδής προσωπικότητα που δεν έχει διερευνηθεί και αποσαφηνιστεί ακόμα όσο θα έπρεπε, καθώς οι αποφάσεις του σε μια κρίσιμη περίοδο της πρόσφατης ιστορίας μας υπήρξαν καθοριστικές πρωτίστως για τη χώρα μας και δευτερευόντως για το κόμμα του. Βλέποντας το συγκεκριμένο έργο μέσα απ' αυτή τη σκοπιά, αντιλαμβάνεται κανείς τις δυσκολίες και τους κινδύνους που κρύβει το όλο εγχείρημα. Κάτι που προφανώς οι συγγραφείς του είχαν συνειδητοποιήσει και προσπάθησαν να τις αντιπαρέλθουν με την εκτεταμένη έρευνα που πραγματοποίησαν, καταφεύγοντας σε μαρτυρίες και συνεντεύξεις κάποιων εκ των όσων τον γνώρισαν, καθως και σε αρχεία και ιστορικά ντοκουμέντα. Παράλληλα, αξιοποίησαν και την προσωπική τους εμπειρία καθώς κατέγραψαν και οι ίδιοι μια πορεία στον ευρύτερο χώρο της Αριστεράς.
Η ανάγνωση του κειμένου μαρτυρά τον πλούτο του συγκεντρωμένου υλικού, που η διαχείρισή του μόνο εύκολη δεν ήταν, καθώς απ' τη μια μεριά φαίνεται καθαρά πως ήθελαν να σεβαστούν τους κανόνες μιας μυθιστορηματικής ψυχογραφίας και από την άλλη να φωτίσουν ένα ιστορικό πρόσωπο που αν και δεν χάνεται στα βάθη της ιστορίας είναι απ' τα λιγότερο γνωστά στις νεότερες γενιές και από εκείνα που σχεδόν ξεχάστηκαν και απ' τις παλιότερες, για διάφορους λόγους.
Για να το πετύχουν αυτό, εκτός απ' το ίδιο το πρόσωπο-πρωταγωνιστή έπρεπε να αναπαραστήσουν και το κλίμα της εποχής και ιδιαίτερα του πολιτικού χώρου στον οποίο κινούταν. Ένα χώρο που θύμιζε κινούμενη άμμο τόσο λόγω των πολλών και αιφνίδιων αλλαγών που συνέβαιναν ακόμα και από τη μια μέρα στην άλλη, όσο και επειδή κατάπινε συχνά πυκνά και τους ίδιους τους πρωταγωνιστές του. Γι' αυτό επέλεξαν κάτι που ίσως σε ορισμένους φανεί κουραστικό, να επιμείνουν στη λεπτομερή εξιστόρηση ορισμένων γεγονότων, ακόμη και καθημερινών, επιλογή που τελικά λειτουργεί υπέρ του συνολικού αποτελέσματος.
 Στην όλη προσπάθειά τους οι συγγραφείς εκτός απ' τα ιστορικά πρόσωπα και τα γεγονότα, χρησιμοποίησαν και κάποιους ήρωες-προϊόντα μυθοπλασίας, που δεν αλλοιώνουν ούτε παραχαράζουν τα αληθινά στοιχεία, αλλά βοηθούν στην εξέλιξη της αφήγησής τους. 
Μια αφήγηση που επιλέγει να εστιάσει σε τρεις κρίσιμες περιόδους της ζωής του Ζαχαριάδη. Η πρώτη ξεκινά με την επιστροφή του απ' το Νταχάου, όπου ήταν φυλακισμένος των Ναζί και φτάνει μέχρι το τέλος του Εμφυλίου· η δεύτερη περιγράφει τα πρώτα μετεμφυλιακά χρόνια στη Ρουμανία με τις ανακατατάξεις-ξεκαθάρισμα λογαριασμών στο κόμμα· και η τρίτη αναφέρεται στα χρόνια της πτώσης και του εκτοπισμού του στη Σιβηρία. Μια πορεία 28 χρόνων (1945-1973) που ξεκινά με την αποθέωση και τη λατρεία για να καταλήξει στην πλήρη απαξίωση και την απομόνωση.
Μόνος κι απομονωμένος
Ο «αρχηγός», ο αγαπημένος όλων «Νίκος», μόνος και έρημος στο μακρινό και παγωμένο Σουργκούτ προσπαθεί μέσω άρθρων, επιστολών και εκκλήσεων προς πρώην συντρόφους, αλλά και απεργιών πείνας, να αποκατασταθεί το όνομα του. Μάταια.
Ο «αρχηγός», ο αγαπημένος όλων «Νίκος», μόνος και έρημος στο μακρινό και παγωμένο Σουργκούτ προσπαθεί μέσω άρθρων, επιστολών και εκκλήσεων προς πρώην συντρόφους, αλλά και απεργιών πείνας, να αποκατασταθεί το όνομά του. Μάταια. Από την ημέρα της αποκαθήλωσής του μέχρι το τραγικό του τέλος δεν είχε μαζί του ούτε καν την παρηγοριά ότι τον άκουγαν και πολύ περισσότερο πως τον πίστευαν. Ο Ντοστογιέφκσι στους Δαιμονισμένους γράφει: «Οι μικροί φανατικοί δεν μπορούν να υπηρετήσουν μια ιδέα παρά μόνο αν τη συνταυτίσουν με το πρόσωπο που, κατά την αντίληψη τους, την εκπροσωπεί».
Όπως φαίνεται και απ' το Κόκκινο τανγκό, ο Ζαχαριάδης επεδίωξε και πέτυχε στα μάτια όλων που κάποτε τον στήριζαν και τον ακολουθούσαν πιστά να ταυτιστεί με την ιδέα, για την οποία όλοι αγωνίζονταν. Μόλις έπαψε αυτό να ισχύει, καθώς η μοίρα του ανταπέδωσε όσα και ο ίδιος έκανε σε άλλους, ξεχάστηκε απ' τους πολλούς και έμεινε ως ένα πρόβλημα για τους λίγους, εκείνους που έκαναν πια κουμάντο, το οποίο αργά ή γρήγορα θα 'πρεπε να λυθεί.  
Το βιβλίο κλείνει με ένα κεφάλαιο που έχει ως ημερομηνία 28 Δεκεμβρίου 1991. Την ημέρα που η σωρός του Ζαχαριάδη έρχεται, 18 χρόνια μετά την αυτοκτονία του, για να ταφεί στην Ελλάδα. Αν ο Κώστας Κουτσομύτης ζούσε και κατάφερνε να μετουσιώσει το βιβλίο σε σήριαλ, όπως ήταν και ο αρχικός του στόχος, τολμώ να υποθέσω πως αυτή θα ήταν η εναρκτήρια σκηνή. Και η πιο δυνατή.  
Ο φανατισμός στον οποίο οδηγεί η τυφλή πεποίθηση πως το δίκιο είναι σταθερά με το μέρος μας, έστω και αν η ιστορία μας έχει διαψεύσει, είναι πάντα παρόν και έχει μεταλαμπαδευτεί και στις νέες γενιές.
Δεκαοκτώ χρόνια μετά, με τεράστιες αλλαγές στον κόσμο και τη χώρα μας, που γκρέμισαν τείχη και απομυθοποίησαν ιδεολογίες και συστήματα, η σκηνή αυτή καταδεικνύει πως μπορεί οι παλιές σφοδρές αντιπαλότητες και η μισαλλοδοξία να έχουν καταλαγιάσει, δεν εξέλιπαν όμως. Ο φανατισμός στον οποίο οδηγεί η τυφλή πεποίθηση πως το δίκιο είναι σταθερά με το μέρος μας, έστω και αν η ιστορία μας έχει διαψεύσει, είναι πάντα παρόν και έχει μεταλαμπαδευτεί και στις νέες γενιές. Ίσως επειδή: «ο φανατισμός είναι ένα διαρκές συστατικό της ανθρώπινης φύσης. Είναι κάτι σαν ένα κακό γονίδιο», όπως είπε κάποτε ο ισραηλινός συγγραφέας Άμος Οζ. Ένα γονίδιο που φαίνεται πως δεν καταφέραμε να το εξαλείψουμε ούτε στις μέρες μας.
Η σκηνή όμως με τον ουσιαστικότερο συμβολισμό είναι εκείνη στην οποία περιγράφεται το τανγκό που χορεύει ο Ζαχαριάδης με τη δεύτερη γυναίκα του, τη Ρούλα, τη βραδιά του γάμου τους, εν μέσω του εμφυλίου, στην περιοχή των Πρεσπών. Το ζεύγος λικνίζεται πάνω στην παγωμένη λίμνη υπό τους ήχους του ακορντεόν που παίζει το τραγούδι «κόκκινο τανγκό». Άγνωστο αν πρόκειται για γεγονός ή μυθοπλασία. Μπορούμε πάντως να εικάσουμε πως μ' αυτή οι συγγραφείς θέλησαν να μας υπενθυμίσουν πως σε μια εμφύλια σύρραξη, σαν αυτή που κόστισε τόσες ζωές στην πατρίδα μας, υπάρχουν πάντα δύο μέρη. Όπως και στο τανγκό που χορεύεται υποχρεωτικά από δύο. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η... δική μας θεία Λένα.

Σημειώσεις επί προσωπικού Τη συνάντησα για πρώτη φορά ένα από τα καλοκαίρια της παιδικής μου ηλικίας, μεταξύ 8 και 12 χρονών, που ένα μ...