Δευτέρα, 4 Ιουλίου 2016

«ΤΟ ΜΙΚΡΟ ΠΑΡΙΖΙΑΝΙΚΟ ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ» της Nina George (εκδόσεις ΚΛΕΙΔΑΡΙΘΜΟΣ) Ύμνος στα βιβλία και τις λέξεις.

“…ένα μυθιστόρημα μοιάζει με κήπο στον οποίο ο αναγνώστης πρέπει να αφιερώσει χρόνο προκειμένου να ανθίσει”. Ο βιβλιοπώλης Ζαν Περντί,  πρωταγωνιστής του βιβλίου της Nina George «ΤΟ ΜΙΚΡΟ ΠΑΡΙΖΙΑΝΙΚΟ ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ» - εκδόσεις ΚΛΕΙΔΑΡΙΘΜΟΣ, δεν πουλάει βιβλία αλλά… συνταγογραφεί το κατάλληλο για την περίπτωση του κάθε πελάτη που διαβαίνει τη ράμπα για να βρεθεί από την αποβάθρα του Σηκουάνα στο πλωτό του βιβλιοπωλείο που παραμένει για είκοσι και πλέον χρόνια δεμένο στην ίδια θέση. Το «Λογοτεχνικό φαρμακείο», όπως ονομάζει το βιβλιοπωλείο που έχει στήσει πάνω σε μια παλιά ποταμίσια φορτηγίδα, είναι ουσιαστικά ο δικός του κόσμος που εγκαταλείπει μόνο τα βράδια για να ξημερώσει στο σχεδόν άδειο διαμέρισμα του στην οδό Μοντανιάρ. Ένας κόσμος περιστοιχισμένος και περίκλειστος από βιβλία, που ο ίδιος διαβάζει μανιωδώς και αχόρταγα για να ΄ναι σίγουρος πως στον κάθε πελάτη του θα προτείνει το κατάλληλο καθώς πιστεύει ότι είναι εσφαλμένη “η κοινή αντίληψη ότι οι βιβλιοπώλες φροντίζουν τα βιβλία. Τους ανθρώπους φροντίζουν ”.        
Διαβάζει μέρα νύχτα χωρίς όμως να τολμήσει να ανοίξει και να διαβάσει το γράμμα που μένει σφραγισμένο και κλεισμένο σ΄ ένα συρτάρι τραπεζιού ενός δωματίου που δεν χρησιμοποιείται ποτέ. Το γράμμα που είναι τελικά το σημαντικότερο κείμενο για τη δική του ζωή, αφού αποστολέας του ήταν ο μεγάλος και ανολοκλήρωτος έρωτας της ζωής του, η Μανόν, που φεύγοντας ξαφνικά πριν είκοσι ένα χρόνια δεν έκλεισε απλώς την πόρτα πίσω της αλλά και τον ίδιο τον Περντί σ΄ ένα αδιέξοδο απ΄ το οποίο δεν θέλει ο ίδιος να βγει.
Ένα απρόσμενο γεγονός φέρνει στα χέρια του το γράμμα και βρίσκοντας το κουράγιο να το διαβάσει, λύνει τους κάβους για να ξεκολλήσει η φορτηγίδα- βιβλιοπωλείο απ΄ την αποβάθρα και μαζί της και η ζωή του απ΄ το τέλμα.

Προορισμός του ο γαλλικός Νότος, ο τόπος στον οποίο ανήκε η Μανόν, και πυξίδα του το βιβλίο που τον σημάδεψε περισσότερο απ΄ όσα διάβασε μέχρι τότε , «Τα φώτα του Νότου». 
Το βιβλίο της Nina George, πολυδιαβασμένο ήδη σε πολλές χώρες και μεταφρασμένο σε 33 γλώσσες, δεν εκπλήσσει με την πρωτοτυπία του θέματος του. Εκπλήσσει με την αισιοδοξία που αποπνέει. Σε μια εποχή που ο δείκτης της απογοήτευσης είναι κολλημένος στο κόκκινο και το βιβλίο φαίνεται να χάνει καθημερινά έδαφος, ιδιαίτερα στον τόπο μας, έρχεται ένα μυθιστόρημα όπως αυτό να μας εξηγήσει, ή να μας υπενθυμίσει, πως οι λέξεις είναι πάντα ικανές να μας οδηγήσουν στο να βιώσουμε μια μικρή ευτυχία, όπως ακριβώς συμβαίνει με μια πελάτισσα του παριζιάνου βιβλιοπώλη. “…Οι σφιγμένοι ώμοι της χαλάρωσαν, οι αντίχειρες της ξεδιπλώθηκαν από τις κλειστές γροθιές της. Το πρόσωπο της μαλάκωσε.
Διάβαζε.
Ο κύριος Περντί παρατηρούσε πως οι λέξεις που διάβαζε διαμόρφωναν την εμφάνιση της. Έβλεπε ότι η Αννά ανακάλυπτε μέσα της ένα αντηχείο που αντιδρούσε στις λέξεις. Ήταν πλέον ένα βιολί που μάθαινε να παίζει μόνο του.
Ο κύριος Περντί αναγνώρισε τη μικρή ευτυχία που βίωνε η Αννά εκείνη τη στιγμή… ”.
Η George ξεδιπλώνει την ιστορία της με μικρά ήρεμα βήματα, χωρίς να εκβιάζει την εξέλιξη της με άσκοπες ανατροπές και ανούσιες εκπλήξεις, καθώς φαίνεται να επιδιώκει να κερδίσει το ενδιαφέρον του αναγνώστη όχι μέσω της αγωνίας για το τι πρόκειται να συμβεί, αλλά πώς πρόκειται να συμβεί αυτό που έχει ήδη πολύ καλά καταλάβει. Η γραφή της λειτουργώντας ως ένα αξιόπιστο μικροσκόπιο που οι φακοί του είναι οι λέξεις, μας δίνει τη δυνατότητα να δούμε τη μετάλλαξη και τη μετεξέλιξη των ηρώων της, τόσο του βασικού Περντί όσο και εκείνων που τον συνοδεύουν και τον συνδράμουν.
Το ταξίδι που περιγράφει διασχίζει “τον ενδιάμεσο κόσμο που υπάρχει ανάμεσα σε κάθε τέλος και σε κάθε καινούργια αρχή” και καταφέρνει να μην παρασυρθεί σε μελοδραματισμούς ή αδιέξοδες αναλύσεις ακόμα και όταν μιλά για πράγματα που πονάνε. Και τον Περντί πονά πάντα ο έρωτας του για τη Μανόν που αναπολεί τις κοινές τους στιγμές λέγοντας πως  “Τις νύχτες, μόνο η αναπνοή της γέμιζε την απόλυτη σιωπή κάτω από τον έναστρο ουρανό. Η γλυκιά, κανονική, βαθιά αναπνοή της Μανόν. Η Μανόν ήταν η ανάσα του κόσμου ”. Μετρημένη μα δυνατή δόση λυρισμού που αποδεικνύει πως το εύρος και το βάθος του έρωτα μπορεί να εκφραστεί χωρίς κραυγές και υπερβολές. Στοιχεία που διακρίνουν και χαρακτηρίζουν το μυθιστόρημα της Nina George από την αρχή μέχρι το τέλος, με τη συγγραφέα να καταφέρνει να υφάνει μια ιστορία με χαμηλούς τόνους  που σε κερδίζει αμέσως, αναγκάζοντας σε να σκύψεις όσο περισσότερο γίνεται για να μη χάσεις ούτε λέξη. Γιατί μπορεί το θέμα να μην είναι ό,τι πιο πρωτότυπο θα μπορούσε να διαβάσει κάποιος, το κείμενο όμως ξεχωρίζει χάρη στον τρόπο με τον οποίο έχουν κτιστεί οι φράσεις του και οι συλλογισμοί της συγγραφέως γύρω από μια σειρά ζητήματα που αφορούν την καθημερινότητα μας και την καθορίζουν σε μεγάλο ή μικρό βαθμό. Έτσι που σε πολλά σημεία αισθάνεσαι πως συνομιλεί απ΄ ευθείας μαζί σου, καθισμένη απέναντι σου σαν να είστε δύο φίλοι που μοιράζεστε τους προβληματισμούς σας.   
Η Nina George έχει γράψει πάρα πολλά βιβλία μέχρι σήμερα. Τη γνώρισα με «ΤΟ ΜΙΚΡΟ ΠΑΡΙΖΙΑΝΙΚΟ ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ». Επηρεασμένος απ΄ το θόρυβο των εξελίξεων μιας ρευστής και δύσκολης καθημερινότητας που βιώνουμε όλοι μας, εξ αιτίας των οποίων πολλές φορές επιλέγουμε και ανάλογα αναγνώσματα, πήρα στα χέρια μου το βιβλίο και το ξεφύλλισα με διάθεση να το αφήσω στην άκρη για μια άλλη φορά. Ευτυχώς δεν το έκανα. Απ΄ τη μια πρόταση στην άλλη, περνώντας απ΄ τη μια σελίδα στην επόμενη, τόσο περισσότερο συνειδητοποιούσα πόσο ανάγκη είχα, όπως όλοι μας φαντάζομαι, να χωθώ και να χαθώ μες αυτό τον ήσυχο  και πολύχρωμο «κήπο» που η συγγραφέας έφτιαξε με απλά υλικά, για να μας υπενθυμίσει πως ένα καλό βιβλίο μπορεί πραγματικά να μας κάνει να χαμογελάμε, για όσο τουλάχιστον το κρατάμε στα χέρια μας.

Η κ. Χριστίνα Σωτηροπούλου πρόσθεσε μια επιτυχημένη και πάλι μετάφραση στο ενεργητικό της και οι εκδόσεις ΚΛΕΙΔΑΡΙΘΜΟΣ μια ακόμα προσεγμένη έκδοση. 

1 σχόλιο: