Σάββατο, 24 Ιανουαρίου 2015

Κατάλληλο ρούχο.

           Θα ΄θελα να ζήσω γνωρίζοντας μόνο το επόμενο βήμα μου. Με φοβίζει λιγότερο το να μην ξέρω τι μου ξημερώνει, απ΄ το να είναι όλα σε τάξη και προκαθορισμένα. Κάτι τέτοιο μου θυμίζει τη ντουλάπα μου, όπου όλα έχουν τη σειρά και τη θέση τους. Σακάκια, παντελόνια, πουκάμισα… Ρούχα που ενδύονται οι σκιές τις νύχτες και  κόβουν βόλτες στο δωμάτιο μου, όταν εναγωνίως αναζητώ τη ζεστασιά μιας συντροφιάς και θαμπώνω με το χνώτο μου το τζάμι του παραθύρου για να σχηματίσω πάνω του ένα ερωτηματικό. Πώς έκανα έτσι τη ζωή μου; Γέμισα μια ντουλάπα ολάκερη και άφησα την ψυχή μου άδεια…
Δεν είμαι ονειροπαρμένος, ούτε αλαφροΐσκιωτος. Δεν πιστεύω στ΄ αλήθεια πως  βλέπω τα ρούχα μου να παρελαύνουν εμπρός μου. Είναι οι εικόνες που πιέζω το μυαλό μου να δημιουργήσει, για να συνθέσουν όλες μαζί το παραμύθι που θα με νανουρίσει.
           Δεν κοιμάμαι εύκολα. Ούτε πολλές ώρες. Κουράζομαι. Όχι λόγω ηλικίας, ή δουλειάς. Καταπονούμαι απ΄ τις ώρες που περνούν, αλλά δε γεμίζουν.
Στέκομαι μπροστά στην ανοικτή ντουλάπα μου και μετρώ με το βλέμμα τα ρούχα που εμπεριέχει. Είναι πολλά και χωράει και άλλα για να γεμίσει ασφυκτικά. Αν γεμίσει ποτέ…

Για την ψυχή μου ξέρω πως γεμίζει με το τίποτα. Αρκούν, μια κουβέντα που μπορεί και να μην σημαίνει ό,τι εγώ φαντάζομαι, ένα βλέμμα που περικλείει υπόσχεση που δεν θα εκπληρωθεί ποτέ, ένα άγγιγμα που ίσως και να ΄ναι τυχαίο μα του αποδίδω τη σκοπιμότητα που λαχταρώ. Είναι οι πρώτες ύλες για ν΄ αρχίσει η φαντασία να υφαίνει όνειρα που μοιάζουν τόσο ζωντανά σαν εκείνα που βλέπω στον τελευταίο ύπνο και με το που θ΄ ανοίξω τα μάτια τα ΄χω διαρκώς μπροστά μου. Όλη μέρα. Όπου κι αν πάω. Ό,τι κι αν κάνω. Δεν υπάρχει καλύτερη και πιο πιστή συντροφιά απ΄ τα δικά μου όνειρα. Στατιστικά στοιχεία εκπλήρωσης τους δεν υπάρχουν, ίσως γιατί είχα την πρόνοια να τα διαφυλάξω απ΄ την ωμότητα των αριθμών. Δεν επιδεικνύω όμως την ίδια πρόνοια και στην παραγωγή νέων. Κρύβομαι πίσω απ΄ τη δικαιολογία μιας σκληρής καθημερινότητας και της έλλειψης χρόνου. Είμαι αφελής ή τον παριστάνω, ως ασπίδα ή έσχατο καταφύγιο για ν΄ αποφύγω τις ευθύνες μου. Ο χρόνος…  Ο χρόνος δεν τιθασεύεται, δεν υπακούει στα θέλω μας. Κυλάει μέσα απ΄ τις χούφτες μας σαν την άμμο. Ό,τι μένει, μικροί κόκκοι που κόλλησαν πάνω στις παλάμες μας, οι στιγμές που μας έκαναν να αγαπήσουμε το χρόνο κι ας έφυγε.
Κάθε φορά που κοιτάζω τα χέρια μου, τις ψηφίδες διάφορων μορφών  βλέπω. Τις αγγίζω απαλά με το δάχτυλο και αναδύεται το άρωμα τους, γλυκιά, δροσερή αύρα που μ΄ αγκαλιάζει γύρω απ΄ τους ώμους.
Οι μέρες που πέρασαν δεν χάθηκαν. Είναι τα κεφάλαια της μνήμης που ΄χουν διάφορα ονόματα.
Είναι η προσδοκία πως αυτές που θα ΄ρθουν θα τις λαχταρώ μόνο και μόνο για ν΄ ακούσω ξανά αγαπημένες φωνές.
Ο χρόνος δεν θα επαναληφθεί. Το ξέρω. Κι είναι αυτός ένας ακόμα απ΄ τους φόβους που θέλω να ξορκίσω, όπως και αυτόν που μου δημιουργεί η γεμάτη και σε απόλυτη τάξη ντουλάπα.     
Μα τι τα θες όμως. Όσο και αν προσποιούμαι τον ανήξερο, δικό μου έργο και αυτό και όσο και αν ισχυρίζομαι το αντίθετο, ποτέ δεν προσπάθησα καν να κάνω την καθοριστική κίνηση. Να κλείσω τη ντουλάπα, να κλειδώσω και να εξαφανίσω το κλειδί της. Το ξέρω πως λένε ότι για να γλιτώσουμε απ΄ τους φόβους μας πρέπει να τους αντιμετωπίσουμε. Αυτός όμως είναι ο κανόνας και γω θέλω να ΄μαι απ΄ τις εξαιρέσεις, ακολουθώντας άλλη τακτική. Να πάψω να ασχολούμαι με τους φόβους μου, γιατί έχω καταλήξει στο συμπέρασμα πως υπάρχουν γι΄ αυτόν ακριβώς το λόγο. Επειδή ασχολούμαι μαζί τους.
Πάλι στα ρούχα γύρισα και στη ντουλάπα, ενώ είχα αρχίσει να σκέφτομαι την ψυχή. Τις τελευταίες μέρες ένιωθε όμορφα. Γεμάτη. Όχι πανέμορφα. Ούτε εντελώς γεμάτη. Μ΄ αρέσει πάντα να μένει χώρος και για κάτι περισσότερο. Σαν την τελευταία μπουκιά του φαγητού που μοιάζει σαν υπόσχεση πως θα ξαναβρεθείς στο ίδιο τραπέζι. Πως η συνεύρεση αυτή δεν ολοκληρώθηκε. Και κάπως έτσι ξεκίνησε. Από μια… ατελή συνεύρεση. Δε γνωρίζω με βεβαιότητα αν είναι δόκιμος ως όρος. Και αδιαφορώ επίσης. Αυτή, όμως, η μία, η ατελής συνεύρεση ήταν το έναυσμα για έναν ολόκληρο κύκλο φαντασιώσεων.
Θαυμάζω και υποκλίνομαι μπρος στη δύναμη αυτών των λίγων στιγμών της ατελούς συνεύρεσης που ως σπόροι εμφυτεύτηκαν στο μυαλό μου και ποτισμένοι απ΄ το χείμαρρο των αισθημάτων μου άνθισαν, σχηματίζοντας ολόγυρα μου έναν κήπο που σφύζει από ζωή, χρώματα και ευωδιές.
Δεν είναι εύκολο όμως να συντηρηθεί εσαεί με μια ανάμνηση. Χρειάζεται και την προσδοκία που μουδιάζει γλυκά κορμί και καρδιά . Έχει ανάγκη την αλήθεια. Και η αλήθεια είναι αποτυπωμένη στα χείλη μας, όταν αχόρταγα θα αλληλοσπαράσσονται, ενεργοποιώντας το κρυμμένο μέσα μας. Ό,τι κρύβει ο φόβος της φυγής απ΄ την καθημερινότητα, τον οποίο διαιωνίζουμε όσο δεν αποφασίζουμε το επόμενο βήμα.
Λαχταρώ την αλήθεια. Αυτήν που αποκάλυψε η ατελής συνεύρεση. Μπορώ να λειτουργώ εν τη απουσία της αλλά χάρη στην παρουσία της. Παρόλη τη μοναξιά που εμπεριέχουν οι στιγμές που μοιράζεσαι μ΄ αυτόν που λείπει ενώ θα ΄θελες να σε συντροφεύει,  δε γεύεσαι το κενό.  Αλλά και ονειρεύεσαι, πως δεν θα μείνεις στον αέρα μονίμως, όπου και βρίσκεσαι.
 «Εσύ όμως αποφασίζεις…». Η ακροτελεύτια φράση μας.
«Εσύ όμως αποφασίζεις…». Δεν έχει σημασία ποιος την είπε πρώτος και ποιος απλώς την επανέλαβε. Η επανάληψη θύμισε περισσότερο ηχώ παρά φράση ειπωμένη από άλλα χείλη.  
          Μέτρησε αυτό στην απόφαση. Σίγουρα μέτρησε και ο τόπος και ο χρόνος ορίσθηκαν. Άρα, γι΄ αυτό στέκομαι μπρος στην ανοιχτή ντουλάπα μου. Για να βρω κατάλληλο ρούχο. Δυσκολεύομαι να επιλέξω. Μετανιώνω στη στιγμή και οι στιγμές δεν μπορεί να ΄ναι άπειρες.
           Ανοίγω το παράθυρο και βγάζω το χέρι έξω. Φυσάει. Μαζεύονται σύννεφα. Ίσως και να βρέξει. Δεν θέλω να βρέξει. Μ΄ αρέσει η βροχή μα όχι για τώρα. Αν βρέξει, θα χαλάσει την εικόνα που πλάστηκε για τους δύο μας γι΄ αυτή την πρώτη ολοκληρωμένη μας συνάντηση. Για μια συνάντηση χωρίς χρόνο και προαπαιτούμενα. Να περπατούμε ο ένας δίπλα στον άλλο και ο χρόνος να απουσιάζει.   
            Δεν το πιστεύω. Μακάρι να ΄ναι παραίσθηση. Η πρώτη στάλα βροχής απλώνεται στη δεξιά παλάμη μου. Αναζητώ επιπλέον πειστήρια επιστρατεύοντας και την αριστερή. Δεν προλαβαίνω να μετρώ σταγόνες.
            Καταφέρνω να συρθώ μέχρι το κρεβάτι. Καθιστός βλέπω την ανοιχτή πόρτα της ντουλάπας να με χλευάζει. Προσποιούμαι πως δεν είδα. Δεν κατάλαβα. Επιμένει. Η υπομονή μου εξαντλείται. Ανεξέλεγκτος και αλλόφρων αρπάζω τα ρούχα και τα σκορπώ ολόγυρα μου. Χοροπηδώ πάνω τους, συντονισμένος στη μουσική που ηχεί στ΄ αυτιά μου. Τώρα δεν με χλευάζει. Σαστισμένη, ίσως και τρομοκρατημένη, απλώς παρακολουθεί.
            Αισθάνομαι διαφορετικά. Σίγουρα ατημέλητος, οπωσδήποτε πρόχειρα ντυμένος, αλλά ανάλαφρος. Βγαίνω  χτυπώντας δυνατά την πόρτα πίσω μου. Το κατάλληλο ρούχο ίσως να κείτεται στο πάτωμα. Μπορεί και να μην ήταν καν μέσα στη ντουλάπα μου. Δεν έχει πια καμιά σημασία. Γνωρίζω ποιο θα ΄ναι το επόμενο βήμα μου. Μόνο το επόμενο και αυτό αρκεί.  
            Βιάζομαι. Το πόδι μου κλωτσά το τσαλακωμένο σα μια μικρή μπάλα χαρτί. Σηκώνεται στον αέρα.  Μου μοιάζει σα ρόδι που σκάει σκορπώντας ολόγυρα μικρά κόκκινα σπυριά. Μα δεν είναι καρποί ροδιάς. Είναι μαύρα γράμματα που υπήρχαν πάνω στο τσαλακωμένο χαρτί.   
«Η αναμονή είναι πολλές φορές καλύτερη και προτιμότερη απ΄ την άφιξη. Κρύβει μέσα της την προσδοκία, την αγωνία, την υπομονή, την επιμονή. Είναι φτιαγμένη από υλικά που τροφοδοτούν τη φαντασία. Δεν είναι δυνατόν να ΄ναι παντοτινή…
 Μπορείς να σκεφτείς πώς θα ήταν αν απλώς ζούσαμε και δεν φανταζόμασταν; Όπως αν φανταζόμασταν αλλά δεν ζούσαμε. Δεν αρκεί να εξασφαλίσεις μόνο το εισιτήριο στο χέρι, αν δεν πλάσεις όπως ποθείς τον προορισμό σου. 
Σε περίμενα πολλές φορές και σε διαφορετικά μέρη. Άκουσα τον ήχο του τηλεφώνου που ειδοποιούσε για δική σου εισερχόμενη κλήση και ας μην με κάλεσες ποτέ. Δεν θύμωσα, δεν στεναχωρήθηκα, δεν σε κατηγόρησα. Προσπαθώ μόνο να κατανοήσω…
Οι εικόνες του μυαλού, ό,τι κι αν τις δημιουργεί, δεν έχουν ανάσα, ούτε σκιά. Το σώμα δεν είναι το παν μα είναι το όχημα. Η ακινησία το φθείρει πραγματικά. Το ταξίδι το συντηρεί, το ανανεώνει.     
Να αγαπάς τα μακρινά ταξίδια, αλλά όχι τα ατέλειωτα. Να κατεβαίνεις στο σταθμό ακόμα και αν αυτός είναι ο ενδιάμεσος και κινδυνεύεις να υπερβείς τα δέκα λεπτά της στάσης και να ξεμείνεις εκεί. Ακόμα και αν αργήσει θα έρθει το επόμενο τρένο. Αρκεί να κοιτάς προς τη σωστή κατεύθυνση. Το ποια είναι η σωστή θα το μάθεις όταν τη βρεις πραγματικά. Αντίο…».
Ημερομηνία κάτω απ΄ την υπογραφή. Δε μετράω τις μέρες  που πέρασαν. Συντρίβομαι καθώς ξέρω πως εγώ τσαλάκωσα το χαρτί.   
Γυρίζω στο δωμάτιο. Τα ρούχα έχουν επιστρέψει στη ντουλάπα και η τάξη έχει αποκατασταθεί. Γελάστηκα. Πίστεψα πως αρκούσε απλώς να ξέρω το επόμενο  βήμα και δεν έδωσα τη σημασία που έπρεπε στο σωστό χρόνο. Το χρόνο που θα άφηνε έστω και λίγους κόκκους στις άδειες πια παλάμες μου…
Η καταρρακτώδης βροχή έχει θαμπώσει τα τζάμια του παραθύρου. Πάνω τους γράφω. «Συγγνώμη. Δεν είχα κατάλληλο ρούχο».

Κάθομαι στο κρεβάτι και κοιτώ τις λέξεις. Όσο περισσότερο τις κοιτώ, τόσο και απελπίζομαι. Έπρεπε να τις είχα γράψει ανάποδα πάνω στο θάμπος για να μπορέσει να τις διαβάσει αν τυχόν περάσει απ΄ έξω. Ήθελα να τις διαβάσει και τελικά τις έγραψα για να τις διαβάσω μόνο εγώ… 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου