Κυριακή 3 Νοεμβρίου 2019

Το “ΠΙΚΑΝΤΙΛΛΥ” και τα μπρατίμια.


Το γαμήλιο ταξίδι. Το ταξίδι στην Κέρκυρα. Η μάνα δεν μας έλεγε λεπτομέρειες. Λιγομίλητη πάντα. Όταν έβλεπε την αδερφή μου και μένα να σκαλίζουμε την παλιά της τσάντα με τα μακριά χερούλια όπου φύλαγε τις οικογενειακές φωτογραφίες και να ανασύρουμε εκείνες τις μικρές ασπρόμαυρες με τις κυματιστές άκρες, περισσότερο χαμογελούσε παρά αφηγούνταν.
Ο μπαμπάς λόγω δουλειάς δεν προλάβαινε να πει πολλά. Αν είχε χρόνο θα έλεγε. Είχε τον τρόπο να ελαφραίνει ακόμα και το δραματικό. Εκμαίευε το γέλιο με το τίποτα, με το λίγο. Χαμογελούσε κι εκείνη, πάντα χαμογελούσε, κουνώντας το κεφάλι. Δεν ήταν πως συμφωνούσε απόλυτα. Ήταν πως θυμόταν.
Το ταξίδι στην Κέρκυρα. Σύμφωνα με τον μπαμπά δεν το δικαιούνταν λόγω οικονομικής δυσχέρειας. Όπως και πολλά άλλα που τα τόλμησε και δεν έχασε. “Όποιος έχει θα χάσει”, συνήθιζε να λέει και δεν βγήκε χαμένος. Ήταν ο τολμηρός. Η μάνα όμως κρατούσε τα ίσα. Αν δεν τον ενθάρρυνε πάντα, φρόντιζε να του στέκεται όταν εκείνος κλονιζόταν.    
 Το γαμήλιο ταξίδι. Με δανεικά και ένα μαγαζί που πριν λίγο καιρό είχε ανοίξει. Το “ΠΙΚΑΝΤΙΛΛΥ” στο νούμερο 4 της οδού Χαρισίου Μούκα στην Κοζάνη. Πώς και γιατί τέτοιο όνομα, μυστήριο που δεν λύθηκε ποτέ. Δεν χρειάστηκε όμως ν’ απαντηθεί το ερώτημα ποιοι ήπιαν την κάβα του μαγαζιού κατά την διάρκεια του γαμήλιου ταξιδιού. Τα μπρατίμια! Τα πρώτα ξαδέρφια και στενοί φίλοι μια ζωή του μπαμπά που έμειναν στο πόδι του. Ο γάμος πήγε καλά. Το μαγαζί σχόλασε. Χωρίς κάβα, έχασαν την αξία τους κι οι καρέκλες και τα τραπέζια. 


Τυχαία, πριν χρόνια, ξεφυλλίζοντας την εφημερίδα ΘΑΡΡΟΣ έπεσα σε ένα φύλλο του 1960. Ώπα, και διαφήμιση!
ΠΙΚΑΝΤΙΛΛΥ
ΟΛΑ ΤΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΚΑΘΑΡΙΟΤΗΣ- ΠΕΡΙΠΟΙΗΣΙΣ

Έτρεξα σπίτι με τη φωτοτυπία. Έβαλε τα γυαλιά του, την είδε γέλασε. Θυμήθηκε το ταξίδι, τα παιδιά που ‘πιαν την κάβα. Κοίταξε στο πλάι την άδεια καρέκλα. Η μάνα είχε φύγει πριν χρόνια (11-4-2009). Άφησε κάτω το χαρτί. Χαμογελούσε αλλά ο νους του ταξίδευε. Πριν φύγει, πέρυσι, τέτοιες μέρες (14-11-2019) πολλές φορές θυμόταν παλιές ιστορίες και πριν τις αφηγηθεί ρωτούσε: Σας το είπα αυτό;
Προσποιούμασταν πως το ακούγαμε για πρώτη φορά και ξεκινούσε. Δίπλα μας, το ίδιο έκανε κι η μάνα. Άκουγε κι εκείνη χαμογελαστή. Όπως πάντα. 


Τρίτη 27 Αυγούστου 2019

Ο κυρ Νικολάκης (Δελιαλής) των βιβλίων μας...


Θαυμάζω τους ανθρώπους που είναι ταγμένοι σ’ έναν σκοπό. Όχι αφοσιωμένοι απλώς. Ταγμένοι. Τους θαυμάζω και ταυτόχρονα τους ζηλεύω. Στα μάτια μου φαντάζουν γεμάτοι, ολοκληρωμένοι, στο βαθμό που μπορεί να είναι ένα ανθρώπινο ον, χάρη στο σκοπό που ορίζει τη ζωή τους και καθορίζει την ύπαρξη τους.

Γνώρισα λίγους τέτοιους, μετρημένους στα δάχτυλα του ενός χεριού. Διάβασα για πολλούς περισσότερους, άκουσα για κάποιους άλλους.
Για όλους αναρωτήθηκα. Καλή η θετική πλευρά, αλλά η αρνητική; Ταγμένος σημαίνει και μοναχικός, σίγουρα και αποκομμένος, στερημένος οπωσδήποτε. “Κι η πίτα ολόκληρη κι ο σκύλος χορτάτος” δεν πάει λέει η λαϊκή σοφία και αρκεί, άραγε, σ’ έναν άνθρωπο να σιτίζεται, ακόμα και όλη του τη ζωή, με τα ψίχουλα της καθημερινότητας προς χάρη του σκοπού του;
Κοντεύοντας πια έναν χρόνο στην Κοβεντάρειο Δημοτική Βιβλιοθήκη της Κοζάνης, μια απ’ τις σημαντικότερες βραδιές που έζησα ήταν αυτή του αφιερώματος στον Νικόλαο Π. Δελιαλή, τον κυρ Νικολάκη των βιβλίων μας, την Κυριακή 25 Αυγούστου. Το Ν. Π. Δελιαλή, τον άνθρωπο που υπήρξε ταγμένος στα βιβλία.
Πάνε σαράντα χρόνια (1979) από τότε που έφυγε, αλλά το αφιέρωμα που του έκανε η Βιβλιοθήκη δεν ξεκινούσε απ’ αυτό το γεγονός αλλά από εκείνο που είναι πραγματικά μείζον, το ότι έζησε, δηλαδή, για πάνω από σαράντα χρόνια (1930- 1972) προς χάριν των βιβλίων, των κειμηλίων και κάθε είδους αναμνήσεων και υπομνήσεων της τοπικής μας ιστορίας, που με αξιοθαύμαστη επιμονή και υπομονή συνέλεξε και διέσωσε, ως μη όφειλε, αλλά επειδή είχε την ανάγκη να το κάνει.

 Αυτός που “...υπήρξεν άνθρωπος ολιγογράμματος, υπό την έννοιαν ότι δεν έκαμεν ειδικάς σπουδάς, αλλά παρέσχεν απόδειξιν δια του έργου του ότι δεν μόνον τα γράμματα, τα οποία αναδεικνύουν χρήσιμον και ευεργετικόν τον άνθρωπον”*, σύμφωνα με τα όσα έγραψε ο Μακαριστός Μητροπολίτης Σερβίων και Κοζάνης Διονύσιος στον επιμνημόσυνο λόγο που του αφιέρωσε έναn χρόνο, περίπου, μετά την εκδημία του.

Τετάρτη 14 Αυγούστου 2019

Μαθήματα ακορντεόν.

10 ΧΡΟΝΙΑ ΒΙΒΛΙΑ: Ο Μιχάλης Πιτένης γράφει...

E-mailΕκτύπωση
altΠεζογράφοι και ποιητές εύχονται στην Book Press με ένα διήγημα ή ένα ποίημα γραμμένο ειδικά για τους αναγνώστες μας. Μια λέξη τα ενώνει: «δέκα». Σήμερα, ο Μιχάλης Πιτένης.
Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός
Μαθήματα ακορντεόν
Μετρούσε ως το δέκα χτυπώντας ρυθμικά το δεξί πόδι στο πάτωμα. Το κεφάλι σκυμμένο πάνω στο λευκό πετσετάκι που ύφαινε με το τσιγκελάκι της ασταμάτητα. Το μέτρημα διακοπτόταν μόνο όταν ο μαθητής έχανε τις νότες. Το πόδι χτυπούσε νευρικά το πάτωμα, τα παιδικά χέρια κοκάλωναν πάνω στα πλήκτρα κι η ανάσα κοβόταν μέχρι ν’ ακουστεί όλη η παρατήρηση για το λάθος που ‘χε γίνει. «Πάμε πάλι απ’ την αρχή». Το μέτρημα ξανάρχιζε. 
Το παράθυρο, μεγάλο, ξύλινο, σχεδόν ακουμπούσε στο χώμα του δρόμου. Η σίτα που το κάλυπτε συρμάτινη, με μικρές τρύπες. Δεν περνούσε ούτε χαλικάκι. Η δερμάτινη μπάλα ποδοσφαίρου, όμως, που το βάρος της διπλασιαζόταν και τριπλασιαζόταν με τη λάσπη που μάζευε καθώς κυλούσε, είχε αφήσει πάνω στη σίτα τα σημάδια της. «Κατά λάθος» δικαιολογούμασταν κάθε φορά που τραντάζονταν όλο το παράθυρο κι η κυρα-Παναγιώτα σήκωνε το κεφάλι απότομα απ’ το τσιγκελάκι και μας κοιτούσε με άγριο βλέμμα. Λάθος! Τις περισσότερες φορές γινόταν επίτηδες.
Τα παιδιά, τα πιο πολλά κορίτσια, έρχονταν πάντα τα απογεύματα. Ελάχιστα γνωρίζαμε. Έμεναν σ’ άλλες γειτονιές, έξω απ’ την τότε ακτίνα δράσης μας. Όσα κουβαλούσαν μαζί τους ακορντεόν δεινοπαθούσαν.
Τα παιδιά, τα πιο πολλά κορίτσια, έρχονταν πάντα τα απογεύματα. Ελάχιστα γνωρίζαμε. Έμεναν σ’ άλλες γειτονιές, έξω απ’ την τότε ακτίνα δράσης μας. Όσα κουβαλούσαν μαζί τους ακορντεόν δεινοπαθούσαν. Η μπάλα άφηνε ευδιάκριτο σημάδι στα ρούχα. Γελούσαμε, αλλά το ευχαριστιόμασταν περισσότερο σαν πετυχαίναμε το ακορντεόν. 
Το κορίτσι που δέχτηκε την μπάλα στο πρόσωπο έσκυψε με αναφιλητά να μαζέψει το όργανό της που ξέφυγε απ’ τη μαύρη θήκη του και η μια του άκρη βούλιαξε στη λάσπη. Προθυμοποιήθηκα να τη βοηθήσω. Όχι τόσο από φιλευσπλαχνία όσο από περιέργεια. Άγγιξα τα πλήκτρα του. Τόσο λεία! 
«Θέλω να μάθω ακορντεόν!» Ο πατέρας μου έκανε πως δεν μ’ άκουσε. Το επανέλαβα. «Σίγουρα το θες, ή…» Νευρίασα. Κλώτσησα την πόρτα και βγήκα έξω. 

Πέμπτη 8 Αυγούστου 2019

Κριτική για το βιβλίο μου "Η Απόγονος"

Κουβαλώντας το στίγμα των προγόνων

E-mailΕκτύπωση
altΓια το μυθιστόρημα του Μιχάλη Πιτένη «Η απόγονος» (εκδ. Σύγχρονοι Ορίζοντες).
Της Ελένη Γερούση
Στο οπισθόφυλλο του μυθιστορήματος Η απόγονος τίθεται το ερώτημα: «Μπορεί το παρελθόν να ερμηνεύσει το παρόν και, ίσως, να δείχνει και το μέλλον;» Θα επαναδιατυπώσω το ερώτημα: μπορεί αυτό να γίνει μέσω της λογοτεχνίας;
Βασική λοιπόν θεωρητική αφετηρία της προσέγγισης του μυθιστορήματος του Πιτένη είναι ότι η λογοτεχνία, αντλώντας τα θέματά της από την ιστορία, λειτουργεί ως φορέας της ατομικής, συλλογικής και πολιτισμικής μνήμης και επιδρά στις συνειδήσεις των αναγνωστών.
Ακολουθώντας την παράδοση του Ρώσου θεωρητικού της λογοτεχνίας Μπαχτίν, ο οποίος επανεισάγει την πραγματικότητα, την ιστορία και την κοινωνία στο κείμενο, ο Τοντόροφ θεωρεί πως η λογοτεχνία, προτείνοντας μία ερμηνεία του κόσμου, είναι ταυτόχρονα ένας στοχασμός για την ανθρώπινη -κατάσταση. Γράφει στο βιβλίο του Η λογοτεχνία σε κίνδυνο, που αποτελεί έναν ύμνο στη δύναμη της λογοτεχνίας: «η πραγματικότητα την οποία η λογοτεχνία φιλοδοξεί να κατανοήσει είναι απλούστατα (αλλά, συγχρόνως, τίποτα δεν είναι πιο περίπλοκο) η ανθρώπινη εμπειρία». Βασική λοιπόν θεωρητική αφετηρία της προσέγγισης του μυθιστορήματος του Πιτένη είναι ότι η λογοτεχνία, αντλώντας τα θέματά της από την ιστορία, λειτουργεί ως φορέας της ατομικής, συλλογικής και πολιτισμικής μνήμης και επιδρά στις συνειδήσεις των αναγνωστών. Με αυτή την έννοια, η λογοτεχνία καθορίζει την ιστορική συνείδηση, και, κατά συνέπεια, το παρόν μας και το μέλλον μας.
Το μυθιστόρημα Η απόγονος είναι το κατεξοχήν έργο του συγγραφέα που συνδιαλέγεται με την ιστορία. Καταπιάνεται με το θέμα της αναβίωσης της ναζιστικής ιδεολογίας στη σημερινή Ευρώπη, μιας ιδεολογίας, όπως σχολιάζει ο ίδιος, μεταλλαγμένης και προσαρμοσμένης στις σύγχρονες συνθήκες και γι’ αυτό, ίσως, πιο επικίνδυνης. Η υπόθεση με λίγα λόγια έχει ως εξής: Η Μαριάννα Ανδρέου, μια νέα μαχόμενη δικηγόρος, συνδέεται ερωτικά με τον Ότο Σαντάου, πρόεδρο της διεθνούς οργάνωσης «Η Γερμανία για την ενωμένη Ευρώπη». Η οργάνωση ως φανερό της στόχο έχει τη δημιουργία των προϋποθέσεων για την καλύτερη συνεννόηση των Ευρωπαίων πολιτών, με τη Γερμανία να παίζει προεξάρχοντα ρόλο. Η ηρωίδα συναντά στο Μόναχο, όπου γίνονται τακτικά τα συνέδρια της οργάνωσης, τον Καταλανό ακτιβιστή Ενρίκε Ρόχας ο οποίος της θέτει ερωτήματα σχετικά με την καταγωγή της. Από το σημείο αυτό και μετά το μυθιστόρημα περιστρέφεται γύρω από την προσπάθειά της να ανασυνθέσει την πραγματική ιστορία των προγόνων της. Η αφιέρωση στο πίσω μέρος μιας παλιάς φωτογραφίας, που βρέθηκε κρυμμένη στα πράγματα της μητέρας της, την οδηγεί στην οδυνηρή ανακάλυψη ότι η μητέρα της Κέλυ ήταν ένα παιδί της Βέρμαχτ και ότι ο παππούς της ήταν λοχαγός των Ες Ες που διετέλεσε, ανάμεσα σε άλλα, διοικητής ενός μαιευτηρίου Lebensborn, στο οποίο εφαρμοζόταν το πρόγραμμα ευγονικής του Χάινριχ Χίμλερ. Ένα πρόγραμμα που στόχο είχε να ενθαρρύνει, αρχικά, άνδρες-μέλη των Ες Ες να τεκνοποιούν με γυναίκες που πληρούσαν τα χαρακτηριστικά της Άριας φυλής. Η ηρωίδα μαζί με τα άλλα πρόσωπα του έργου, τον Έλληνα Παναγιώτη που πάει να σπουδάσει στη Γερμανία, τον Βέλγο συλλέκτη έργων τέχνης Τίο Ρενάρ, τον Γάλλο οικονομολόγο Ντομινίκ Περετί, τον Ιταλό καθολικό ιερέα Τζιάκομο Σαντρίνι περιπλανιούνται σε μητροπόλεις της σημερινής Ευρώπης, όπως είναι το Μόναχο, οι Βρυξέλλες, η Ρώμη και η Θεσσαλονίκη και έρχονται αντιμέτωποι με την ευρωπαϊκή ιστορία. Και αυτή η ιστορία δεν είναι τίποτε άλλο «από μια ατέλειωτη γραμμή ανθρώπινου αίματος που πολλές φορές χύθηκε για το τίποτα». Στο συνέδριο που πραγματοποιεί η οργάνωση στο Μόναχο, και στο οποίο συγκεντρώνονται οπαδοί νοσταλγοί του Χίτλερ, η ηρωίδα βιώνει επώδυνα την ανακάλυψη της πραγματικής της ταυτότητας.

Τετάρτη 29 Μαΐου 2019

Ούτε ένα δάκρυ για τη φεύγουσα κόρη

E-mailΕκτύπωση
altΓια την επανέκδοση του μυθιστορήματος του Νίκου Δαββέτα «Η Εβραία νύφη» (εκδ. Πατάκη).
Του Μιχάλη Πιτένη
Η Νίκη, η κόρη του δοσίλογου-συνεργάτη των Γερμανών που αν και πρωταγωνίστησε στη λεηλασία των εβραϊκών περιουσιών της Θεσσαλονίκης, μακροημέρευσε ως ευυπόληπτος πολίτης και ισχυρός παράγοντας της τοπικής κοινωνίας και κηδεύτηκε με δόξες και τιμές, ως άλλη «φεύγουσα κόρη» δραπετεύει μ’ ένα άλμα στο κενό απ’ ό,τι την τυραννά εξαιτίας της πατρικής «κληρονομιάς». Ο αφηγητής, γιος αριστερού, εξόριστου της Μακρονήσου, ο οποίος βρέθηκε αργότερα να πολεμά από τις τάξεις του Εθνικού Στρατού τον Δημοκρατικό Στρατό Ελλάδας και έφυγε νέος απ’ τη ζωή, χρεοκοπημένος και έχοντας καταγράψει μια σειρά επώδυνων αποτυχιών, αδυνατεί να κλάψει για τον απόντα γονιό και όλους τους νεκρούς που στοιχειώνουν τη δικιά του ζωή.
Δύο άνθρωποι που χάνουν το παρόν και αδυνατούν ακόμα και να σκεφτούν για το μέλλον, καθώς η προσοχή τους είναι στραμμένη στις σκιές που τους ακολουθούν απ’ το παρελθόν. Ένα παρελθόν που δεν τους ανήκει, αφού αφορά τις πράξεις και τα έργα των γεννητόρων τους. 
Οι δυο τους συνθέτουν το ερωτικό ζευγάρι που πρωταγωνιστεί στο μυθιστόρημα του Νίκου Δαββέτα Η Εβραία νύφη (βραβείο μυθιστορήματος της Ακαδημίας Αθηνών), το οποίο επανεκδόθηκε πρόσφατα από τις εκδόσεις Πατάκη και αφού είχαν προηγηθεί η έκδοσή του από τις εκδόσεις Κέδρος (2009) και Μεταίχμιο (2014). Δύο άνθρωποι που χάνουν το παρόν και αδυνατούν ακόμα και να σκεφτούν για το μέλλον, καθώς η προσοχή τους είναι στραμμένη στις σκιές που τους ακολουθούν απ’ το παρελθόν. Ένα παρελθόν που δεν τους ανήκει, αφού αφορά τις πράξεις και τα έργα των γεννητόρων τους. 
Σε δυσκολότερη θέση είναι η Νίκη. Η ανορεξική και αδύνατη γυναίκα κουβαλά το τεράστιο βάρος ενός πατέρα, ο οποίος ακόμα και αν δεν βούτηξε τα χέρια του στο αίμα και μόνο που ενεπλάκη στην εξόντωση της πολυάριθμης εβραϊκής κοινότητας της Θεσσαλονίκης, πλουτίζοντας απ’ τη δράση του αυτή, εγκλημάτισε. Κι αυτά τα εγκλήματα, παρόλο που δεν ξέρει ποια ήταν, σε τι έκταση και αριθμό, είναι τα δεσμά που κρατούνε την κόρη εγκλωβισμένη και δεν της επιτρέπουν ουσιαστικά να ζήσει τη δική της ζωή. Το βάρος του αφηγητή λόγω του δικού του πατέρα φαντάζει μικρότερο, αλλά υπάρχει σ’ αυτές τις περιπτώσεις η κατάλληλη ζυγαριά για να δούμε με ακρίβεια ποιανού ζυγίζει περισσότερο; Ή μήπως υπάρχει κοινώς αποδεκτή κλίμακα που προσδιορίζει το όριο πάνω απ’ το οποίο λυγίζει ένας άνθρωπος;

Τετάρτη 10 Απριλίου 2019

Αναμοχλεύοντας την παιδική μνήμη

E-mailΕκτύπωση
altΓια τη συλλογή διηγημάτων του Γιάννη Παλαβού «Το παιδί» (εκδ. Νεφέλη).
Του Μιχάλη Πιτένη
Δώδεκα ιστορίες συνθέτουν το νέο συγγραφικό πόνημα του Γιάννη Παλαβού, συστεγασμένες κάτω από τον τίτλο Το παιδί που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Νεφέλη. Δώδεκα μικρές ιστορίες που εκτυλίσσονται όλες στον ίδιο τόπο, τη γενέτειρα του συγγραφέα, το Βελβεντό Κοζάνης. Εκεί όπου επιστρέφει και πάλι, κρατώντας τον εαυτό του από το χέρι ως παιδί, το αφήνει να τον οδηγήσει στους δρόμους της μνήμης, όπου βρίσκει τα κατάλληλα υλικά για να δημιουργήσει τις εικόνες των ιστοριών που θέλει ν’ αφηγηθεί. 
Χάρη στη δύναμη της γραφής του Παλαβού που, αν και δείχνει να αυτοπεριορίζεται και να αυτοσυγκρατείται, καταφέρνει τελικά να μιλήσει πειστικά και να φωτίσει όσα στοιχεία απαιτούνται για να ενεργοποιηθεί η φαντασία του αναγνώστη.
Εικόνες ζωντανές και καθαρές, χάρη στη δύναμη της γραφής του Παλαβού που, αν και δείχνει να αυτοπεριορίζεται και να αυτοσυγκρατείται, καταφέρνει τελικά να μιλήσει πειστικά και να φωτίσει όσα στοιχεία απαιτούνται για να ενεργοποιηθεί η φαντασία του αναγνώστη, κι έτσι να μεταφερθεί σε μια μικρή αγροτική κοινωνία και να δει από κοντά κάποιες απ’ τις πολλές και ποικίλες όψεις της. 
Αν εξαιρέσουμε τον ενιαίο γεωγραφικό τόπο των ιστοριών, τα δώδεκα διηγήματα δεν συνδέονται με κάποιον άλλο τρόπο. Μιλάνε για τα παθήματα και τα πάθη διαφορετικών ανθρώπων, μικρής ή μεγαλύτερης ηλικίας, για τα θέλω και τις επιθυμίες τους, για τις μικροπρέπειες και τις μεγαλοψυχίες τους, για τους φόβους και τα απωθημένα τους. Φωτίζουν ανθρώπινες σχέσεις και συμπεριφορές μέσα από το πρίσμα κάποιων σημαντικών και καθοριστικών γεγονότων ή μέσα από εκείνο ασήμαντων στιγμών της καθημερινότητας. 

Πέμπτη 4 Απριλίου 2019

Είμαστε όλοι μετανάστες μες στον χρόνο

E-mailΕκτύπωση
Boxi street artist 700Για το μυθιστόρημα του Μόχσιν Χαμίντ «Έξοδος προς δυσμάς» (μτφρ. Αυγούστος Κορτώ, εκδ. Ψυχογιός).
Του Μιχάλη Πιτένη
Η ερωτική ιστορία δύο νέων ανθρώπων, της Νάντιας και του Σαΐντ στο μυθιστόρημα Έξοδος προς δυσμάς του Μόχσιν Χαμίντ ξεκινά σε μια πόλη που δεν βρίσκεται ακόμα σε εμπόλεμη κατάσταση, αλλά που δεν θα αργήσει να μπει, και εξελίσσεται ενόσω ένας εμφύλιος πόλεμος φουντώνει σκορπώντας θύματα και δημιουργώντας κύματα προσφύγων που την εγκαταλείπουν. Το ίδιο θα κάνουν κι οι δύο νέοι, ξεκινώντας το δικό τους ταξίδι προς τη Δύση.
Για τον Χαμίντ το ζητούμενο δεν είναι μια ακόμα περιγραφή της μαρτυρικής πορείας των ξεριζωμένων, αλλά το να δείξει την εσωτερική μετάλλαξη των ηρώων του καθώς βιώνουν στο πετσί τους τις βίαιες και απότομες αλλαγές του κόσμου μέσα στον οποίο κινούνται και λειτουργούν.
Η Νάντια και ο Σαΐντ περνούν με χαρακτηριστική ευκολία από την πόλη τους σε νέα ασφαλή μέρη, όπως και όλοι οι άλλοι πρόσφυγες, χάρη στις φανταστικές πόρτες που χρησιμοποιεί ο συγγραφέας για να μεταφέρει τους ήρωές του μέσα σε μια στιγμή μόνο από τη μια άκρη του κόσμου στην άλλη. Και το κάνει καθώς για τον Χαμίντ το ζητούμενο δεν είναι μια ακόμα περιγραφή της μαρτυρικής πορείας των ξεριζωμένων, αλλά το να δείξει την εσωτερική μετάλλαξη των ηρώων του καθώς βιώνουν στο πετσί τους τις βίαιες και απότομες αλλαγές του κόσμου μέσα στον οποίο κινούνται και λειτουργούν.
Μια μετάλλαξη που αρχίζει απ’ τις πρώτες μέρες του πολέμου, όταν αρχικά διαταράσσεται η καθημερινότητα και τα αυτονόητα παύουν να ισχύουν, για να ακολουθήσει η απώλεια συγγενικών προσώπων και η αναπόφευκτη φυγή. Σε όλες τις περιπτώσεις, από την αδυναμία τηλεφωνικής επικοινωνίας μεταξύ τους σε μια πόλη που καταρρέει και αποσυντίθεται έως τον τραγικό χαμό της μητέρας του Σαΐντ που πέφτει νεκρή την ώρα που πασχίζει να μαζέψει ένα σκουλαρίκι της απ’ το κάθισμα του αυτοκινήτου, οι ήρωες δείχνουν να πορεύονται μες στο σκοτάδι, φοβούμενοι πως το επόμενο βήμα τους ίσως είναι ένα βήμα στο κενό. Δεν έχουν όμως την πολυτέλεια να μείνουν ακίνητοι καθώς η μόνη επιλογή τους είναι να πάνε μπροστά, παρόλο που αυτό το «μπροστά» είναι γι’ αυτούς παντελώς άγνωστο και αχαρτογράφητο.

Πριν τη μεγάλη θλίψη» Μια έκθεση, ένας ακόμα σημαντικός σταθμός στην πορεία του Α. Βρεττάκου.

  Ο Αλέξανδρος Βρεττάκος επέλεξε να δώσει στην τελευταία έκθεση των φωτογραφιών του τον τίτλο «Πριν τη μεγάλη θλίψη» , εμπνεόμενος, όπως σημ...