Δευτέρα 13 Ιουλίου 2026

Πριν τη μεγάλη θλίψη» Μια έκθεση, ένας ακόμα σημαντικός σταθμός στην πορεία του Α. Βρεττάκου.

 

Ο Αλέξανδρος Βρεττάκος επέλεξε να δώσει στην τελευταία έκθεση των φωτογραφιών του τον τίτλο «Πριν τη μεγάλη θλίψη», εμπνεόμενος, όπως σημειώνει ο ίδιος, από την ατμόσφαιρα της Αποκάλυψης του Ιωάννη και από τα σημεία των καιρών μας. Ένας τίτλος που δεν προαναγγέλλει απλώς μια επερχόμενη δοκιμασία, αλλά υποδηλώνει τη στιγμή της αναμονής, εκείνη τη λεπτή και σχεδόν ανεπαίσθητη μεταβατική κατάσταση όπου όλα μοιάζουν να προμηνύουν κάτι που δεν έχει ακόμη συμβεί. Εκεί ακριβώς στρέφει το βλέμμα του ο φωτογράφος, αναζητώντας τα ίχνη μιας πραγματικότητας που βρίσκεται σε διαρκή εκκρεμότητα.




Παρακολουθώντας διαχρονικά το έργο του Βρεττάκου, ενός δημιουργού που δικαίως έχει κατακτήσει τη δική του ξεχωριστή θέση στη σύγχρονη ελληνική φωτογραφία, διαπιστώνει κανείς ότι η θλίψη αποτελεί σταθερό άξονα της εικαστικής του γραφής. Όχι ως επιδίωξη μελαγχολίας ούτε ως αισθητική επιλογή, αλλά ως τρόπος προσέγγισης της ανθρώπινης αλήθειας. Στις φωτογραφίες του η θλίψη δεν κραυγάζει· υπάρχει υπόγεια, διακριτικά, στις εκφράσεις των προσώπων, στις χειρονομίες, στις σιωπές των τόπων, στις φθορές των πραγμάτων.

Κάθε δημιουργός πορεύεται ακολουθώντας έναν προσωπικό οδικό χάρτη, που διαμορφώνεται από τα βιώματα, τις ιδέες, τις εμμονές του, αλλά και από τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται τον κόσμο. Πρόκειται για μια αθέατη διαδρομή που ούτε ο ίδιος μπορεί πάντοτε να εξηγήσει. Από αυτήν γεννιέται κάθε έργο τέχνης, μέσα από μια αδιάκοπη διαδικασία αναζήτησης, αμφιβολίας και υπέρβασης.

Η ύπαρξη ενός προσωπικού οδικού χάρτη είναι εμφανής στο έργο του Βρεττάκου. Μέσω αυτού διαφορετικοί άνθρωποι, διαφορετικοί τόποι και διαφορετικές εποχές αποκτούν μια παράξενη συγγένεια. Είτε φωτογραφίζει την Κοζάνη, είτε τη Σερβία, τη Νέα Υόρκη ή οποιοδήποτε άλλο σημείο του κόσμου, όλες οι εικόνες του μοιάζουν να ανήκουν στο ίδιο σύμπαν. Δεν είναι η ασπρόμαυρη φωτογραφία που δημιουργεί αυτή την ενότητα —η ίδια αίσθηση υπάρχει και στις έγχρωμες εικόνες του— αλλά ο τρόπος με τον οποίο βλέπει ό,τι υπάρχει γύρω του.


Ο Βρεττάκος δεν επιχειρεί να εξωραΐσει την πραγματικότητα ούτε να τη μεταμορφώσει σε κάτι διαφορετικό από αυτό που είναι. Εμπιστεύεται την αλήθεια της. Και η αλήθεια αυτή περιλαμβάνει αναπόφευκτα τη φθορά, τη μοναξιά, την αναμονή, τη θλίψη. Ίσως γιατί γνωρίζει πως εκεί ακριβώς αποκαλύπτεται ο άνθρωπος.

Δεν είναι τυχαίο ότι η θλίψη υπήρξε διαχρονικά μία από τις σημαντικότερες αφετηρίες της καλλιτεχνικής δημιουργίας. Μέσα από αυτήν ο καλλιτέχνης κατορθώνει να εκφράσει και να αποδώσει εκείνο που διαβάζει στα πρόσωπα και σ’ ό,τι τα περιβάλλει. Ένα χαμόγελο μπορεί να αποκρύψει την αλήθεια· η θλίψη, ακόμη και στην πιο ανεπαίσθητη μορφή της, δύσκολα προσποιείται. Ο Βρεττάκος μοιάζει να βρίσκεται διαρκώς σε αναζήτηση αυτών των σχεδόν αόρατων στιγμών. Ένα μισοσβησμένο χαμόγελο, μια ρυτίδα, ένα βλέμμα που χάνεται, ένα χέρι που έμεινε μετέωρο, μια ρωγμή σ' έναν τοίχο, ένα άδειο παράθυρο, λίγα χνάρια σ' έναν έρημο δρόμο. Το ελάχιστο είναι αρκετό. Μέσα από αυτές τις φαινομενικά ασήμαντες λεπτομέρειες αποκαλύπτεται μια ολόκληρη αφήγηση.


 Εδώ βρίσκεται και η ουσιαστική διαφορά ανάμεσα στην απλή φωτογραφική καταγραφή και στη φωτογραφία ως τέχνη. Η πρώτη παγώνει μια στιγμή· η δεύτερη την απελευθερώνει από τον χρόνο. Στις φωτογραφίες του Βρεττάκου η εικόνα δεν ολοκληρώνεται τη στιγμή της λήψης. Συνεχίζει να εξελίσσεται μέσα στη σκέψη του θεατή. Κάθε φωτογραφία μοιάζει να αποτελεί το απόσπασμα μιας μεγαλύτερης ιστορίας που υπήρχε πριν από αυτήν και θα εξακολουθήσει να υπάρχει και μετά.

Με το βλέμμα του στραμμένο στις πιο ανυποψίαστες στιγμές, ο Βρεττάκος συλλέγει με το φακό του εκείνα τα μικρά γεγονότα που το μάτι μας προσπερνά. Μια ανεπαίσθητη κίνηση, μια γκριμάτσα, μια αλλαγή του φωτός, μια τυχαία συνάντηση ανθρώπων αρκούν για να γεννηθεί μια εικόνα που υπερβαίνει το εφήμερο και αποκτά διαχρονική διάσταση.


Το έργο ενός καλλιτέχνη δεν αποτελεί υποχρεωτικά και σε κάθε περίπτωση πιστό πορτρέτο του ίδιου του δημιουργού. Αποκαλύπτει, όμως, με ευκρίνεια τον τρόπο με τον οποίο κοιτάζει τον κόσμο. Και ο Βρεττάκος θεωρώ πως τον κοιτάζει με υπομονή, επιμονή και ειλικρίνεια, αναζητώντας πάντοτε αυτό που βρίσκεται πίσω από το προφανές.

Λέγεται συχνά ότι κάθε δημιουργός ασχολείται σε όλη του τη ζωή με το ίδιο θέμα. Μπορεί πράγματι να συμβαίνει αυτό. Η ουσία, όμως, βρίσκεται στο αν επιστρέφει σε αυτό επαναλαμβάνοντας τον εαυτό του ή αν τολμά κάθε φορά να το φωτίσει διαφορετικά, ν’ αναδείξει διαφορετικές πλευρές και πτυχές του‧ να βγει έξω απ’ τα δικά του όρια. Ο Βρεττάκος ανήκει αναμφίβολα στη δεύτερη κατηγορία. Δεν επαναπαύεται σε ό,τι έχει πετύχει αλλά δοκιμάζει διαρκώς νέους δρόμους, διευρύνοντας το βλέμμα του και συμπαρασύρει μαζί του το βλέμμα του θεατή.


Αυτό, κατά την προσωπική μου άποψη, είναι τελικά και το σημαντικότερο χαρακτηριστικό του έργου του. Δεν μας ζητά να δούμε απλώς τις φωτογραφίες του. Μας καλεί να σταθούμε απέναντί τους, να αφουγκραστούμε τις σιωπές τους και να ανακαλύψουμε, πίσω από τα πρόσωπα, τα τοπία και τα αντικείμενα, εκείνο που ο Γιώργος Σεφέρης θεωρούσε έργο κάθε αληθινού καλλιτέχνη: να μας μεταφέρει «τι του λένε τα πράγματα του κόσμου».


Πέμπτη 13 Νοεμβρίου 2025

Πορτραίτα της πόλης. Η συνεισφορά του ζωγράφου Μ. Καραπαναγιωτίδη στη δημόσια ιστορία μας.



Ο γνωστός ιστορικός, καθηγητής πανεπιστημίου, Χάγκεν Φλάϊσερ εξηγώντας τον όρο «δημόσια ιστορία» [1] είχε σημειώσει ότι “Η Δημόσια Ιστορία δεν περιλαμβάνει το, εσωστρεφές από τη φύση του, ακαδημαϊκό κομμάτι της ιστορικής κουλτούρας –την έρευνα και τη διδασκαλία στα αμφιθέατρα- αλλά διεκδικεί περίπου όλα τα υπόλοιπα. Αποσκοπεί στην ιστορική αφύπνιση, την ενημέρωση και ενδεχομένως την επιμόρφωση του κοινού αυτού, του «ανειδίκευτου» συνολικού πληθυσμού, του «λαού» για τον οποίο τα αμφιθέατρα των πανεπιστημίων δε διαθέτουν αρκετά θρανία. Μαζί με τους κατά παράδοση ιστορικούς, στη Δημόσια Ιστορία συνεισφέρουν επίσης δημοσιογράφοι, υπεύθυνοι αρχείων και μουσείων, αλλά και σκηνοθέτες και ξεναγοί του διαρκώς επεκτεινόμενου ιστορικού τουρισμού.”, για να καταλήξει πως “Δημόσια Ιστορία είναι ό,τι τριγύρω μας φιλοδοξεί να αφηγείται κάτι για το παρελθόν – και σε μας τους παραλήπτες μένει να κρίνουμε την «ορθότητα» των αφηγήσεων…”

Με βάση, λοιπόν, την άποψη του Φλάϊσερ μπορούμε να πούμε πως η έκθεση έργων του Μιχάλη Καραπαναγιωτίδη με τον τίτλο «Πορτραίτα της πόλης» που φιλοξενείται στο κτίριο της Δημοτικής Βιβλιοθήκης Κοζάνης μέχρι τις 30 Νοεμβρίου είναι μια συνεισφορά του ζωγράφου στη δημόσια ιστορία του τόπου μας.



[1] Συνέντευξη στο TVXS (30 Απριλίου 2011) και τον Μιχάλη Γουδή, με τον τίτλο “Δημόσια ιστορία, μνήμη και «στιγμές»”

Πέμπτη 30 Οκτωβρίου 2025

Μια λογοτεχνική ανατομή της παλιάς Κοζάνης (για το βιβλίο του Μιχάλη Πιτένη, Γιαλάν ντουνιάς, εκδ. Γράφημα, 2022)

 Του Γιώργου Δελιόπουλου


Τα τελευταία χρόνια παρατηρείται μια νεο-ηθογραφική τάση στην ελληνική πεζογραφία, μια στροφή στην αποτύπωση των παραδοσιακών κοινωνιών του παρελθόντος, με την ευρεία αξιοποίηση μάλιστα των τοπικών ιδιωμάτων[1]. Κάποιοι κριτικοί, αναφερόμενοι στα βιβλία του Σωτήρη Δημητρίου, στα διηγήματα του Δημήτρη Κανελλόπουλου, στο Γκιακ του Δημοσθένη Παπαμάρκου (Αντίποδες, 2014), στο Μόνο το αρνί της Βασιλικής Πέτσα (Πόλις, 2015) ή στο Χάθηκε Βελόνι του Χρήστου Αρμάντου Γκέζου (Μεταίχμιο, 2021), μιλούν για τη λογοτεχνία της ντοπιολαλιάς[2]. Πολλοί συγγραφείς, λοιπόν, είτε νοσταλγώντας τον γενέθλιο τόπο τους είτε αναζητώντας πιο παρθένες πηγές έμπνευσης, απομακρύνονται από τον κορεσμένο λογοτεχνικά αστικό χώρο και αναζητούν τις ιστορίες τους σε μέχρι τώρα περιθωριακά, υποφωτισμένα και ανεξερεύνητα περιβάλλοντα, όπως είναι οι τοπικές κοινωνίες του παρελθόντος. Αυτή η έκκεντρη θεματολογική αναζήτηση επηρεάζει και τη γλώσσα, η οποία επίσης αποκλίνει, εξερευνώντας τους θησαυρούς των ξεχασμένων ιδιωμάτων. Μέσα από αυτή την απομάκρυνση από τον μακρόκοσμο της μεγαλούπολης και την εστίαση στον μικρόκοσμο του χωριού ή τις μεμονωμένες προσωπικές ιστορίες, παρουσιάζονται πιο ανάγλυφα και παραστατικά οι μεγάλες κοινωνικές, πολιτικές και οικονομικές εξελίξεις του 20ού αιώνα, αλλά και η αποτύπωσή τους στην ανθρώπινη συμπεριφορά και τον ψυχισμό[3]. Επομένως, ο στόχος των συγγραφέων δεν είναι η νοσταλγική και εξωραϊσμένη αναπόληση του παρελθόντος, όπως στην ηθογραφία του 19ου αιώνα. Η νεο-ηθογραφία καταθέτει μια ωμή, σκληρή και αψιμυθίωτη ματιά στις παραδοσιακές κοινωνίες, ερμηνεύοντας μέσα από αυτό το τοπικό φίλτρο τη σύγχρονη καθημερινότητα.

Πέμπτη 23 Οκτωβρίου 2025

Τεχνητή νοημοσύνη: Σύμμαχος ή εχθρός του συγγραφέα;

Η τεχνητή νοημοσύνη (ΤΝ) έχει πάψει εδώ και πολύ καιρό ν’ αποτελεί σενάριο επιστημονικής φαντασίας, μια εικόνα από ένα πολύ μακρινό μέλλον. Έχει μπει πια για τα καλά στην καθημερινότητα μας αφού δεν υπάρχει, χωρίς να είναι υπερβολή αυτό, σχεδόν κανένας τομέας της ανθρώπινης δραστηριότητας που να μην επηρεάζεται, σε μεγάλο ή σε μικρότερο βαθμό, από την εξάπλωση και την εφαρμογή της. Η λογοτεχνία, και γενικότερα η γραφή, δεν θα μπορούσαν ν’ αποτελέσουν εξαίρεση. Διάφορα εργαλεία της τεχνητής νοημοσύνης όπως το ChatGPT, το Gemini και άλλες πλατφόρμες παραγωγής κειμένων μπορούν σήμερα, αφού λάβουν τη σχετική εντολή από το χρήστη, να δημιουργήσουν ποιήματα ή πεζά λογοτεχνικά έργα, να ετοιμάσουν μέσα σε λίγα λεπτά ακόμα και ένα ολόκληρο μυθιστόρημα! Η εξέλιξη αυτή, όπως είναι λογικό και αναμενόμενο, προκαλεί ήδη πολλές συζητήσεις, αλλά και αντιφατικά συναισθήματα στο χώρο των συγγραφέων. Άλλοι βλέπουν την ΤΝ ως ένα πολύτιμο εργαλείο, ικανό να συμβάλει καθοριστικά στη βελτίωση των δημιουργιών τους, ενώ άλλοι την αντιμετωπίζουν ως μια σοβαρότατη απειλή για την τέχνη της γραφής.

Δευτέρα 20 Οκτωβρίου 2025

Βραδιάζει κυρία Καίτη και έρχεται η ώρα της Μαζόχας…

Αρχές της Άνοιξης του 2018, συναντιόμαστε για πρώτη φορά με τον τότε καλλιτεχνικό διευθυντή του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Κοζάνης, το Λευτέρη Γιοβανίδη. Στην ερώτηση του αν γνωρίζω κάποια τραγουδίστρια Μαζόχα, την ύπαρξη της οποίας πληροφορήθηκε από μια αφίσα της που είδε στο δρόμο, απαντώ αμέσως «και ποιος δεν τη γνωρίζει!». Η ιδέα του, μια απ’ τις πολλές που είχε και εξακολουθεί να παράγει καθώς εκτός από την καλλιτεχνική του κατάρτιση και αξία διακρίνεται πάντα και για τους ανοιχτούς ορίζοντες μέσα απ’ τους οποίους βλέπει το θέατρο, να στήσουμε μια μουσικοθεατρική μαζί της με αιφνιδιάζει. Ζητώ μια βδομάδα προθεσμία για να δω αν μπορώ ν’ ανταπεξέλθω, παρότι φεύγοντας απ’ το γραφείο του σχεδόν το έχω αποφασίσει. Στην επόμενη συνάντηση μας, η κυρία Καίτη Τσιμπέρη βρίσκεται ήδη στο γραφείο του Γιοβανίδη και δεν έχει απλώς αποδεχτεί την πρόταση, αλλά το κάνει με τον ενθουσιασμό ενός μικρού παιδιού. Τότε γνωριζόμαστε για πρώτη φορά, παρόλο που ως έφηβοι περάσαμε πολλά βράδια, κυρίως, στα ορεινά της Bora Bora, μ’ ένα ποτήρι στο χέρι, περιμένοντα πότε θα ερμηνεύσει το «Μια χαμένη Κυριακή», ερμηνεία που θα ζήλευε ακόμα και η Μαρινέλα. Το «Βραδιάζει κυρία Γαλάτεια» είναι πια έτοιμο και η κυρία Καίτη περιμένει πώς και πώς να το διαβάσει και ν’ αρχίσει τις πρόβες. Επόμενη συνάντηση μας μετά από καιρό με τις πρόβες να εξελίσσονται. Μ’ εντυπωσιάζει η συστολή της και ο σεβασμός που δείχνει σ’ αυτό που ετοιμάζουμε, καθώς λειτουργεί ως την καλή μαθήτρια που όσο και αν δυσκολεύεται σε κάποια σημεία βάζει τα δυνατά της και το παλεύει όσο καλύτερα γίνεται για ν’ ανταπεξέλθει. «Ξέρεις, φίλε. Κάποια απ’ αυτά που έγραψες, ταιριάζουν και με τη δική μου ζωή». Χαίρομαι με τα λόγια της και καθώς απολαμβάνω το υπέροχο παγωτό που μου ετοίμασε, δεσμεύομαι πως κάποια μέρα αφού μου διηγηθεί τη δική της πραγματική πορεία, θα καθίσω να την κάνω βιβλίο. Τα φώτα της σκηνής ανάβουν για πρώτη φορά στις 10 Οκτωβρίου του 2018 και παρόλο που η κυρία Καίτη χρειάστηκε ιατρική συνδρομή για να εμφανιστεί αφού είχε ανεβάσει πυρετό το ίδιο απόγευμα, κερδίζει το πηγαίο και ασταμάτητο χειροκρότημα του κόσμου που κατέκλυσε την αίθουσα. Έχοντας πάρει πια το βάφτισμα του πυρός και σ’ αυτό το νέο ρόλο, ποιος την πιάνει. Κάθε βράδυ, κάθε παράσταση, ένα ακόμα βήμα μπροστά. Κι ο κόσμος εκεί. Με το πού άνοιγε η εφαρμογή απ’ όπου μπορούσε να προμηθευτεί κανείς εισιτήριο, σε λίγη ώρα είχαν εξαφανιστεί. Τα ίδια και στην Πτολεμαΐδα όπου οι θέσεις του Πνευματικού Κέντρου αποδεικνύονται λίγες και επιστρατεύονται επιπλέον καρέκλες.

Τετάρτη 19 Απριλίου 2023

«Γιαλάν Ντουνιάς» του Μιχάλη Πιτένη, εκδόσεις Γράφημα Της Δήμητρας Καραγιάννη (περ. ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ, τ. 211-212, χειμώνας 22-23)

Ο Μ.Π. είναι από τις διακριτές πνευματικές οντότητες της πόλης, της περιοχής και όχι μόνο. Συγγραφέας πολλών μυθιστορημάτων, τα οποία όχι άδικα τον φέρουν στις πρώτες γραμμές της λογοτεχνικής γραφής. Οι αφηγήσεις και οι ιστορίες του, που έχουν τη μορφή της δύσκολης, αλλά και γι’ αυτό γοητευτικής ειδολογικά τέχνης του μυθιστορήματος, δείχνουν του λόγου το ασφαλές. Το βιβλίο αυτό είναι το 9ο για τον συγγραφέα και το 6ο του μυθιστόρημα. Έχει κεντρικό πυρήνα αφήγησης την πόλη του, την Κοζάνη δηλαδή, από την οποία αντλεί θέματα ιστορικά, λαογραφικά, πνευματικά, που τα επεξεργάζεται και τα μυθοπλάθει σε μια ιστορία που συγκινεί τον αναγνώστη, καθώς κινείται κοντά στα δικά του τοπία γνώσης κι εμπειρίας. Η Κοζάνη του ’60 καδράρεται εντέχνως μέσα από τις λέξεις και κυριαρχούν τελείως οι εικόνες μιας άλλης εποχής, μια εποχής που δεν την έζησε ο συγγραφέας, αλλά τη γνώρισε και την έμαθε μέσα από αφηγήσεις οικείων προσώπων, όπως οι γονείς του, στους οποίους αφιερώνει το βιβλίο αυτό. Γι’ αυτό και θαρρείς νιώθει νοσταλγία, όχι για την εποχή εκείνη, που ούτως ή άλλως δεν την έζησε, μα για τα πρόσωπα που αγάπησε και για την ιστορία που έφεραν μαζί τους. «Γιαλάν Ντουνιάς» ο τίτλος, ψεύτικος κόσμος, δηλαδή. Ένας κόσμος αλλιώτικος από τον σημερινό, με έναν τρόπο σκέψης άλλο. Μια δύσκολη εποχή που αναπαριστάται μέσα από τη δράση των ηρώων. Μήπως η σημερινή εποχή δεν είναι δύσκολη; Αυτό ακριβώς είναι που ενώνει αυτούς τους δύο κόσμους. Όλα είναι αλλιώτικα και όλα ίδια. Ο κόσμος «ψεύτικος» δεν είναι πάντοτε, εξάλλου; Είμαστε αναγκασμένοι να υπάρχουμε σε έναν ψεύτικο κόσμο και να αναζητούμε την όποια αλήθεια του σε κάθε εποχή. Διαβάζοντας το μυθιστόρημα αυτό, που με άνεση σε παρασέρνει και σε οδηγεί – αφήνεσαι, θαρρείς, σε μια νοσταλγία για το άλλοτε του τόπου-, χάνεσαι στις μικρές του στιγμές που συναθροιζόμενες συνθέτουν ένα μεγάλο πίνακα, μια τοιχογραφία με πολλά και ποικίλα στοιχεία κι αναφορές πάνω στα οποία πατούν με άνεση οι αναγνώστες. Το βιβλίο ξυπνά αναμνήσεις στους ανθρώπους που έζησαν τα χρόνια εκείνα και διεγείρει γοητευτικά το ενδιαφέρον των νεότερων για όσα προηγήθηκαν, για τον τόπο, τους ανθρώπους. Λες και δημιουργεί τεχνητές αναμνήσεις στους επόμενους. Εικόνες, σκηνές και μνήμες της παλιάς Κοζάνης, ορθώνονται στα μάτια του αναγνώστη, τον παίρνουν απ’ το χέρι και τον πηγαίνουν στο άλλοτε της πόλης, τον γυρίζουν στις γειτονιές της και του μαθαίνουν το χθες με έναν τρόπο οικείο και ζεστό. Το κοζανίτικο ιδίωμα κυριαρχεί. Πολλές σκηνές είναι βασισμένες στο ιδίωμα, το οποίο έχει ρόλο καθοριστικό, αφού άλλωστε είναι αυτό που χαρακτηρίζει τον τόπο.

Δευτέρα 12 Δεκεμβρίου 2022

Γιαλάν Ντουνιάς

Κοζάνη, Δεκέμβρης 1960. Η πόλη βουλιάζει στο χιόνι, αλλά κουμπάρος και μπράτιμοι οδεύουν χορεύοντας υπό την συνοδεία οργάνων για να παραλάβουν τη νύφη, καθώς γάμος που ξεκίνησε δεν σταματά. Αυτός ο γάμος, όμως, δεν μέλλεται να γίνει ποτέ. Φλεβάρης 2010. Ο 65χρονος Νικολάκης επιστρέφει στην γε¬νέθλια πόλη, την Κοζάνη, αναζητώντας απαντήσεις στα ερωτήματα που τον ταλανίζουν εδώ και 50 χρόνια. Η ζωή μιας μικρής επαρχιακής πόλης την εποχή του ’60 όταν αρχίζει σιγά σιγά να αναπτύσσεται και να ξεφεύ¬γει απ’ τις δυσκολίες και την ανέχεια σκιαγραφείται μέ¬σα από τα ήθη και τα έθιμα της και, κυρίως, το ιδιαίτερο γλωσσικό ιδίωμα των κατοίκων της. “Γιαλάν ντουνιάς”. Μια έκφραση που χρησιμοποιούσαν παλιά στην Κοζάνη και σημαίνει “ψεύτικος κόσμος”, όπως ο κόσμος του μυθιστορήματος και τα γεγονότα που παρουσιάζονται, που είναι προϊόντα μυθοπλασίας, αλ¬λά ορισμένα θα μπορούσαν να είναι αληθινά, ακόμα και αν κάποιες φορές φαντάζουν σαν ψέματα.

Πριν τη μεγάλη θλίψη» Μια έκθεση, ένας ακόμα σημαντικός σταθμός στην πορεία του Α. Βρεττάκου.

  Ο Αλέξανδρος Βρεττάκος επέλεξε να δώσει στην τελευταία έκθεση των φωτογραφιών του τον τίτλο «Πριν τη μεγάλη θλίψη» , εμπνεόμενος, όπως σημ...