Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διήγημα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διήγημα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 9 Απριλίου 2020

Χάλκινοι άνθρωποι.


Κάθε πρωί, την ίδια ώρα, λίγο μετά τις οκτώ, τους έβλεπα να κάθονται έξω απ’ το καφενείο της Κατίνας. Κάθε καλοκαίρι, τις μέρες που έκανα τη θητεία μου στο μανάβικο που ‘χαν τα αδέρφια της μάνας μου στην πλατεία Λασσάνη. 
Δε θυμάμαι να τους μέτρησα ποτέ. Τέσσερις, πέντε… Μπορεί και λιγότεροι. Ίσως και παραπάνω. Στα μάτια μου έχω ακόμα τα πρόσωπα τους. Ή μάλλον ένα πρόσωπο. Αποστεωμένο, με σκαμμένα μάγουλα και λεπτό μουστακάκι. Ένα πρόσωπο, λες και βγήκαν όλοι απ’ το ίδιο καλούπι. Όπως και τα σώματα τους. Αδύνατα, με κυρτούς ώμους και λεπτοκαμωμένα χέρια και πόδια.
Κάθονταν στο καφενείο και περίμεναν. Αμίλητοι, ανέκφραστοι, με το βλέμμα τους καρφωμένο λίγο πιο κάτω, στο κατάστημα με τα σιδερικά και τα είδη οικοδομών του Σκαρκαλά.
Οκτώμιση, εννιά παρά, με τον ήλιο να ξεσκαλώνει απ’ τις λίγες πολυκατοικίες που περίζωναν τότε την πλατεία, ακουγόταν η μηχανή του φορτηγού που ανέβαινε αγκομαχώντας την οδό Ολύμπου. Με το που έφτανε στην πλατεία, που δεν ήταν τίποτα άλλο παρά μόνο μια ασφαλτοστρωμένη μεγάλη αλάνα, με τα πολλά μανάβικα ολόγυρα της, τα δύο μπακάλικα, το φούρνο της κ. Βίκυς και το μισογκρεμισμένο αρχοντικό του Λασσάνη που νόμιζες πως το κρατούσε ακόμα στα πόδια του το περίπτερο του Θανάση που ‘ταν κολλημένο στην πλαϊνή πλευρά του, αυτή που κοίταζε κατά την πλατεία, συνέχιζε για λίγο ακόμα και σταματούσε σαν να ‘θελε να πάρει κι αυτό τις ανάσες του. Κι ύστερα, ακουγόταν ο στριγκός και ανατριχιαστικός ήχος που έκανε η όπισθεν καθώς ο οδηγός προσπαθούσε να την κουμπώσει στο σασμάν του φορτηγού, και ξεκινούσε προς τα πίσω για να κολλώσει ακριβώς μπροστά στο κατάστημα Σκαρκαλά.

Τετάρτη 14 Αυγούστου 2019

Μαθήματα ακορντεόν.

10 ΧΡΟΝΙΑ ΒΙΒΛΙΑ: Ο Μιχάλης Πιτένης γράφει...

E-mailΕκτύπωση
altΠεζογράφοι και ποιητές εύχονται στην Book Press με ένα διήγημα ή ένα ποίημα γραμμένο ειδικά για τους αναγνώστες μας. Μια λέξη τα ενώνει: «δέκα». Σήμερα, ο Μιχάλης Πιτένης.
Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός
Μαθήματα ακορντεόν
Μετρούσε ως το δέκα χτυπώντας ρυθμικά το δεξί πόδι στο πάτωμα. Το κεφάλι σκυμμένο πάνω στο λευκό πετσετάκι που ύφαινε με το τσιγκελάκι της ασταμάτητα. Το μέτρημα διακοπτόταν μόνο όταν ο μαθητής έχανε τις νότες. Το πόδι χτυπούσε νευρικά το πάτωμα, τα παιδικά χέρια κοκάλωναν πάνω στα πλήκτρα κι η ανάσα κοβόταν μέχρι ν’ ακουστεί όλη η παρατήρηση για το λάθος που ‘χε γίνει. «Πάμε πάλι απ’ την αρχή». Το μέτρημα ξανάρχιζε. 
Το παράθυρο, μεγάλο, ξύλινο, σχεδόν ακουμπούσε στο χώμα του δρόμου. Η σίτα που το κάλυπτε συρμάτινη, με μικρές τρύπες. Δεν περνούσε ούτε χαλικάκι. Η δερμάτινη μπάλα ποδοσφαίρου, όμως, που το βάρος της διπλασιαζόταν και τριπλασιαζόταν με τη λάσπη που μάζευε καθώς κυλούσε, είχε αφήσει πάνω στη σίτα τα σημάδια της. «Κατά λάθος» δικαιολογούμασταν κάθε φορά που τραντάζονταν όλο το παράθυρο κι η κυρα-Παναγιώτα σήκωνε το κεφάλι απότομα απ’ το τσιγκελάκι και μας κοιτούσε με άγριο βλέμμα. Λάθος! Τις περισσότερες φορές γινόταν επίτηδες.
Τα παιδιά, τα πιο πολλά κορίτσια, έρχονταν πάντα τα απογεύματα. Ελάχιστα γνωρίζαμε. Έμεναν σ’ άλλες γειτονιές, έξω απ’ την τότε ακτίνα δράσης μας. Όσα κουβαλούσαν μαζί τους ακορντεόν δεινοπαθούσαν.
Τα παιδιά, τα πιο πολλά κορίτσια, έρχονταν πάντα τα απογεύματα. Ελάχιστα γνωρίζαμε. Έμεναν σ’ άλλες γειτονιές, έξω απ’ την τότε ακτίνα δράσης μας. Όσα κουβαλούσαν μαζί τους ακορντεόν δεινοπαθούσαν. Η μπάλα άφηνε ευδιάκριτο σημάδι στα ρούχα. Γελούσαμε, αλλά το ευχαριστιόμασταν περισσότερο σαν πετυχαίναμε το ακορντεόν. 
Το κορίτσι που δέχτηκε την μπάλα στο πρόσωπο έσκυψε με αναφιλητά να μαζέψει το όργανό της που ξέφυγε απ’ τη μαύρη θήκη του και η μια του άκρη βούλιαξε στη λάσπη. Προθυμοποιήθηκα να τη βοηθήσω. Όχι τόσο από φιλευσπλαχνία όσο από περιέργεια. Άγγιξα τα πλήκτρα του. Τόσο λεία! 
«Θέλω να μάθω ακορντεόν!» Ο πατέρας μου έκανε πως δεν μ’ άκουσε. Το επανέλαβα. «Σίγουρα το θες, ή…» Νευρίασα. Κλώτσησα την πόρτα και βγήκα έξω. 

Τετάρτη 12 Σεπτεμβρίου 2018

“Ξέφωτο… ”



Έφευγα. Ολόγιομο, κιτρινωπό το φεγγάρι προπορεύονταν και μου ‘στρωνε φωτεινό μονοπάτι. Μπροστά μας δάσος πυκνόφυτο. Σύρθηκε πάνω απ’ τις κορφές των δένδρων. Τις άγγιξε. Κοκάλωσε. Στις παρυφές του σταμάτησα και γω. Σύνορο με το άγνωστο, πώς να το διαβώ;
Αθόρυβα κι απρόσμενα με κύκλωσε πυκνό σκοτάδι. Το φεγγάρι πουθενά. Μόνο το αντιφέγγισμα του ανάμεσα σε φύλλα και κορμούς, ξεφτίδια που χάνονταν γρήγορα λες και τα μάζευε ένα αόρατο χέρι. Σφιγμένη καρδιά, πέτρα στο στομάχι. Μέχρι εδώ; Αποθαρρύνθηκα. Πάει, είπα, ρίζωσα εδώ.    
Δεν το’ δα. Το ‘νιωσα το φως. Λίγο θάρρος ξεγλίστρησε απ’ τη χαραμάδα που άφησαν αφύλαχτη ο φόβος κι η απελπισία που μ’ είχαν περιζώσει κι άπλωσα το χέρι το δεξί. Υγράθηκε και ζεστάθηκε η παλάμη του. Την έφερα στη μύτη, στα χείλη. Ευφράνθηκα. Γλύκα απλώθηκε σ’ όλο μου το κορμί λες κι είχε βυθιστεί σε χλιαρό ιαματικό νερό.
Το γέλιο της δυνατό, καθαρό, πλούσιο. Άνοιξα τα μάτια. Το βλέμμα ξεδιάκρινε πρώτα το αποτύπωμα της παλάμης μου πάνω στο γυμνό της στέρνο. Το πρόσωπο της εικόνα σμιλεμένη σ’ έβενο, καλοδουλεμένη λεπτοδουλειά από ταλαντούχο χέρι. Μαύρα μαλλιά χυμένα στους ώμους, με στριφογυριστές άκρες. Κορμί σαν ύφασμα από μετάξι που ο αέρας του ‘δινε σχήματα. Κι ολόγυρα της φως. Αντανακλούσε το φεγγάρι ή το ‘χε ρίξει στους ώμους της;  
Κόμπος η γλώσσα. Κλειδωμένες οι λέξεις.
Γέλασε εκείνη. Δεν με περιγελούσε. Με καλούσε. Δίσταζα. Δύο βήματα μόνο να περάσω απ’ την άλλη μεριά. Η καρδιά χτυπούσε δυνατά σαν να ‘χε αποφασίσει να την πάρει μόνη της στο κατόπι. Ανάσανα βαθιά λες κι έτσι θα ‘βρισκα μέσα μου και θα ξυπνούσα όση δύναμη χρειάζονταν τα πόδια για να ξεκολλήσουν απ’ το χώμα. Μια ευωδιά άγνωστη, πρωτόγνωρη, με πλημμύρισε. Πράσινο φύλλο, αγριολούλουδα, μουσκεμένο χώμα. Κύμα που με σήκωσε. Μου ‘δωσε ώθηση. Περπάτησα. Φώτιζε εκείνη να πατώ.
Δε μετρούσα βήματα, δε λογάριαζα χρόνο. Λαχταρούσα να τη φτάσω, να την αγγίξω. Ένιωθα ευγνωμοσύνη κι ας μ’ αγκάλιαζε μόνο η αύρα της ενόσω ξεμάκραινε εκείνη. Φορές, σκέφτηκα, να φωνάξω, να ρωτήσω. “Πώς είναι το όνομα σου;” Είχα φωνή μα σεβάστηκα τη σιωπή και τη βάφτισα μέσα μου. Γυναίκα!
Μ’ άκουσε; Στάθηκε, στράφηκε προς το μέρος μου για μια στιγμή. Μέχρι να προλάβω να δέσω την ανάσα που μου ‘χε κοπεί για να κυλήσουν πάνω της οι λέξεις, χάθηκε. Τρέμουλο ξεκίνησε απ’ το σαγόνι κι απλώθηκε σ’ όλο μου το κορμί. Με το βλέμμα την αναζήτησα μες τις σκιές που όλο και με ζύγωναν.        

Σάββατο 1 Οκτωβρίου 2016

Το άλογο και το στχιο.

Με το πρώτο σκοτάδι φάνηκε η Κοζάνη. Σε λίγα σπίτια άναβαν ηλεκτρικοί γλόμποι. Στα περισσότερα έκαιγαν εδώ και ώρα γκαζόλαμπες.
            Ο Γιώργος ο Κοκκαλιάρης πήρε μια βαθιά ανάσα. Του ΄φυγε το βάρος που ΄χε στο στήθος. Πρόκανε τη νύχτα πριν τον βρει στην ανοιχτή στράτα.

            Χρόνια γυρολόγος πραματευτής, τι του ΄ρθε να ξεκινήσει τόσα αργά για πίσω; Να πεις πως δεν ήξερε τους δρόμους και δεν είχε μετρημένες τις αποστάσεις; Και φορτωμένος και άδειος. Για κάθε χωριό στον Τσιαρτσιαμπά, τα Καραγιάννια, τα Μπουτζάκια και ίσα με τα Σέρβια ήξερε τις στράτες πιθαμή προς πιθαμή, όπως και αν ήταν. Μα με κρύο, μα με ζέστη, μα με χιόνι, μα με βροχή.  
  Τρίτη μέρα στη γύρα, ξεχείλιζε το φορτίο απ' τα παραπέτα του κάρου. Ήταν έτοιμος να ξεκινήσει για πίσω πριν το μεσημέρι. Τα φρούτα είχαν αντικατασταθεί από στάρι, καλαμπόκι και αυγά. Να μην πιεί όμως μια ρακί για το δρόμο; Η μία ίσον δύο, αφού “δύο πόδια έχς Γιώρ. Πιε μια ακόμα” και όταν πήρε απόφαση να σηκωθεί σαν να ζαλίζονταν λίγο.
Ο νοικοκύρης που τον φίλεψε τη ρακί, φίλος καλός από παλιά, τον προέτρεψε να μείνει. Μπα, το 'χε βάλει με το νου του να μην κοιμηθεί και τρίτη νύχτα μακριά απ' το σπίτι. Ξεκίνησε. Με το που τον χτύπησε ο αέρας και καθάρισε το μυαλό δαγκώθηκε. “Ωχ. Θα μας νυχτώσει. Λες να 'χουμε τίποτα μύθια;”
Δεν ήταν όμως και για σταματημό. Η καρότσα απ' το κάρο ήταν γερή και θ' άντεχε. Για τις ρόδες ανησυχούσε που 'χαν λυγίσει προς τα έξω. Το άλογο με το που ξεκίνησαν έδειχνε ζωηρό. Πάνω από δύο ώρες κράτησαν οι ρακές. Ξεκουράστηκε. Μέχρι την Κοζάνη όμως ήταν απόσταση.
“Πάμε κι ό,τι τυχερά έχουμε.”
Αν είχε ένα απ' τα παιδιά του μαζί θα 'ταν αλλιώς. Ό,τι κι αν πάθαινε θα 'τρεχε να ειδοποιήσει τη Σουλτάνα. Είχε αρχίσει όμως το σχολείο και είπε να τα αφήσει και φέτος. Αν έβγαζαν την τάξη καλά. Όποιο κόβονταν στο τέλος θα το τραβούσε μαζί του στη δουλειά. Έτσι κι αλλιώς την ήξεραν. Όλο το καλοκαίρι τουλάχιστον ένα το 'χε μαζί του. Μεγάλη βοήθεια. Και μόνο που τα άφηνε να 'χουν αυτά το νου τους στο δρόμο και αυτός αποκοιμιόταν δίπλα ή πάνω στα εμπορεύματα και ξεκουράζονταν λίγο, ήταν μεγάλη υπόθεση. Πόσο να αντέξει; Από νύχτα σε νύχτα χρόνια τώρα και δεν ήταν πια μικρός.
Οι ρακές του έπεσαν βαριές. Καλά θα ήταν να τον έπαιρνε λίγο πάνω στην καρότσα. Και δέκα λεπτά ύπνος θα τον συνέφερε. Το 'βγαλε απ' το νου του. Το άλογο ήξερε το δρόμο μα δεν ήθελε να του προσθέσει κι άλλο βάρος. Έδεσε τα γκέμια απ' τον μπροστινό αριστερό ορθοστάτη της καρότσας, κρατήθηκε και αυτός από εκεί με το δεξί χέρι και ακολουθούσε ποδαράτος.   
Μπήκαν στην Κοζάνη. Μια ριπή δροσερού αέρα σήκωσε ένα μικρό σύννεφο σκόνης. Είχε μέρες να βρέξει. Έβγαλε ένα απ' τα άφιλτρα τσιγάρα του και το πέρασε στην ξύλινη πίπα του. Καθώς το άναβε με το τσακμάκι λοξοκοιτούσε το άλογο. Έσταζε απ' τον ιδρώτα και τα πόδια του σαν να μην πατούσαν σταθερά. Πολύ το βάρος… 
Ο αέρας δυνάμωσε και αισθάνθηκε σαν να του 'ριχναν κρύο νερό στην πλάτη. Η μάλλινη φανέλα του μουσκεμένη. Φόρεσε αμέσως το σακάκι που 'χε ριγμένο στους ώμους. Δεν ήταν για αρρώστιες.    
Με το που πέταξε κάτω το τελειωμένο τσιγάρο του 'φυγε μια χριστοπαναγία καθώς το άλογο γλίστρησε στο καλντερίμι που βάδιζαν τώρα και φάνηκε πως πήγαινε να πέσει. Καλά που πρόλαβε και το άρπαξε απ' τα γκέμια βοηθώντας το να ισορροπήσει. Κοντοστάθηκαν, πρόσωπο με πρόσωπο. Με την καυτή ανάσα του αλόγου να καίει το πρόσωπο του. Το χτύπησε απαλά στο μάγουλο.
“Άϊντε. Τόσο δρόμο έκανες. Τώρα θα τα χαλάσουμε;”
Το άλογο χλιμίντρησε και αφού αντιστάθηκε για λίγο στα τεντωμένα απ' το χέρι του αφεντικού του γκέμια, πειθάρχησε και ξανάρχισε τον αργό και δύσκολο βηματισμό του.
Στο μαχαλά, στη Γεωργίου Τιόλη, ο χωρατάς δεν έλεγε να σχολάσει αν και το σκοτάδι είχε πυκνώσει. Οι γειτόνισσες μαζεμένες όλες κάτω απ' την ηλεκτρική λάμπα του δρόμου, με τις ζακέτες ριγμένες στους ώμους και κολλημένες ώμο με ώμο σαν να προσπαθούσαν η μία να ζεστάνει την άλλη, τιτίβιζαν σχολιάζοντας τους πάντες και τα πάντα. Η ομάδα μίκραινε μόνο όταν φαίνονταν ν' ανηφορίζει απ' την πλατεία της Γιτιάς κάποια ανδρική φιγούρα, πλησιάζοντας με αργά, βαριά αλλά ασταθή βήματα. Όποια αναγνώριζε στο πρόσωπο της φιγούρας το σύζυγο, που είχε πιει στο καφενείο ή στην μπακαλοταβέρνα όσο άντεχε ο οργανισμός του, για την τσέπη του δεν ανησυχούσε για όσο τουλάχιστον το τεφτέρι έγραφε, στραβομουτσούνιαζε και αποχωρούσε με βαριά καρδιά.
“Να πάω κι γω. Να τον βάλω τίποτας να χάψει γιατί ποιος ξέρει πόσο φαρμάκωσε πάλι. Αλλιώς θα χαλαστεί κι…  Ξέρτε τώρα. Καλό ξημέρωμα.”
Οι άλλες της αντιγύριζαν την ευχή κουνώντας το κεφάλι με νόημα, ενώ μελαγχολούσαν καθώς σκέφτονταν πως από ώρα σε ώρα θα 'ρχονταν στη θέση της.
Στο τέλος οι μόνες που απόμειναν ήταν η Αγνή του Μαλιόγκα και η Σουλτάνα του Κοκκαλιάρη. Αυτές δεν είχαν κανένα λόγο να ανησυχούν για τους άνδρες τους καθώς και ο Γιώργος ο Μαλιόγκας την ίδια δουλειά έκανε με τον Κοκκαλιάρη. Γυρολόγος- πραματευτής. Έφερνε γύρα όλα τα χωριά και πολλά βράδια βολεύονταν σε όποιο σπίτι τον δέχονταν μέχρι να ξημερώσει. Για να μη φανεί ούτε ο ένας, ούτε ο άλλος μέχρι τώρα πάει να πει πως δεν θα γύριζαν απόψε. 
 Για τα μικρά που 'χαν στο σπίτι δεν είχαν κανένα λόγο ν' ανησυχούν. Τα μεγαλύτερα κορίτσια είχαν το νου τους και ήξεραν να τα βάλουν να φαν. Τι κι αν ήταν κορίτσια; Η Σουλτάνα τη δεύτερη κόρη της, την Τασίτσα, προτιμούσε να 'χε μαζί όταν πήγαινε για ψώνια, γιατί δεν της ξέφευγε τίποτα στο λογαριασμό, ενώ η ίδια  αγαπούσε την κουβέντα και ξεχνιόταν εύκολα. Κι η Αγνή, την κόρη της την Ελένη, κι ας ήταν απ' τις μικρότερες, εμπιστεύονταν για να μετρήσει τα αυγά που έφερνε ο άντρας της απ' τα χωριά και έδιναν στο μπακάλικο του Τζάκα, ανταλλάσσοντας τα με τα χρειαζούμενα για το σπίτι. 
Κρύωσαν και σηκώθηκαν. Είχε περάσει και η ώρα. Η λάμπα φώτιζε το μέρος που καθόταν, μα πού ήξερες παραπέρα τι μπορούσε να κρύβεται στα σκοτάδια. Η Σουλτάνα βέβαια είχε τη φήμη της αφόβστης, αλλά και πάλι σκοτάδια ήταν αυτά. Ακόμα και αυτή που 'χε ξεματιάσει κόσμο και κόσμο καθώς και πολλά απ' τα ζωντανά της γειτονιάς και άναβε κάθε βράδυ το καντήλι της πριν νυχτώσει, με τα στχια δεν θα τα 'βαζε ποτέ. Μια φορά αναμετρήθηκε μ' ένα  και νικήθηκε. Τότε που ο Γιώργος ο Μαλιόγκας, τη φώναξε επειγόντως να ξεματιάσει το άλογο του, τη μηχανή της δουλειάς του, που με το που μπήκε στην αυλή σωριάστηκε ένα μέτρο έξω απ' το στάβλο. Πανικόβλητος ο Μαλιόγκας έτρεξε για βοήθεια στη Σουλτάνα απέναντι και σε λίγο στέκονταν και οι δύο πάνω απ' το άλογο που έδειχνε να ψυχομαχά. Η Σουλτάνα έβγαλε αμέσως τις χάντρες και τις πετρούλες που 'χε στο υφασμάτινο σακουλάκι της και άρχισε να τις ρίχνει σ' ένα ποτήρι με νερό. Το ποτήρι ξεχείλιζε ενόσω το άλογο βαριανάσαινε και φαινόταν να σβήνει. Η Σουλτάνα σταμάτησε την προσευχή που ψιθύριζε, επαναλαμβάνοντας τη, και στράφηκε στον περίλυπο ιδιοκτήτη.
“Μπα Γιωρ. Δύσκουλα. Είνι πουλύ ματιασμένο…”
Ο Γιώργος Μαλιόγκας είδε συντετριμμένος το άλογο να αφήνει την τελευταία του πνοή εκεί, στη μέση της αυλής του, και τον κυρίεψε απελπισία. Πώς θα τα 'βγαζε τώρα πέρα καθώς είχε χάσει το βασικό εργαλείο της δουλειάς του; Άντε χρέος πάλι απ' την αρχή για να πάρει άλλο.
Η Σουλτάνα αμίλητη, στεναχωρεμένη, δεν είπε τίποτα. Και τι να πει; Πως το άλογο δεν πήγε από μάτι αλλά μάλλον το 'χε πατήσει στχιο; Σκέφτηκε καλύτερα να μη μιλήσει, μην και φορτώσει στο νοικοκύρη εκτός απ' το σκάσιμο για το άλογο και το μέλλον του, και το φόβο. Την άλλη μέρα όμως συμβούλεψε την Αγνή να κάνει ένα ευχέλαιο. Έτσι, για το καλό.
Κόντευαν. Το άλογο με το ζόρι τραβούσε το κάρο. Τα πόδια του λύγιζαν, γλιστρούσαν. Τα πέταλα τους τσακμάκιζαν στο καλντερίμι. Ο Γιώργος Κοκκαλιάρης με το βλέμμα προσηλωμένο στις ρόδες, μην και πεταχτούν απ' τον άξονα τους. Με φωνή βραχνή που 'βγαινε δύσκολα, προσπαθούσε να το ενθαρρύνει.
“Άϊντε και να το σπίτι. Να το.”
Δεν έλεγε ψέματα. Εκεί ήταν. Καμιά εκατοστή μέτρα μακριά τους. Εκατό μέτρα που και τα δικά του πόδια σέρνονταν παρά περπατούσαν. 
Έφτασαν. Κάτω απ' την ηλεκτρική λάμπα του δρόμου άχνιζε η ανάσα του αλόγου κι ο Κοκκαλιάρης είδε κι έπαθε να του κόψει τη φόρα μέχρι να το φρενάρει. Όχι πως το ζωντανό δεν ήξερε το σπίτι και το στάβλο που το περίμενε. Η κούραση όμως το 'χε θολώσει και απλώς βάδιζε έστω και αν έδειχνε πως από στιγμή σε στιγμή θα κατέρρεε.
Το χάϊδεψε λίγο στο λαιμό, έβγαλε τις αλυσίδες απ' τη λαιμαριά του και άφησε τις φάλαγγες απ' το τιμόνι να πέσουν με κρότο στο καλντερίμι δίπλα στα πόδια του υποζυγίου. Εκείνο, μαθημένο, χωρίς να περιμένει καμιά προσταγή, δρασκέλισε τη μια φάλαγγα και βάδισε αργά τραβώντας κατά το στάβλο του. Δεν έκανε ούτε δύο βήματα. Ξάφνου σηκώθηκε στα πισινά του πόδια, χλιμιντρίζοντας δυνατά και κλωτσώντας με δύναμη τον αέρα με τα μπροστινά. Ο Κοκκαλιάρης ξαφνιάστηκε μα δεν πρόκανε να κάνει τίποτα. Τον χτύπησε τ' άλογο ή γλίστρησε στις πέτρες πριν το αρπάξει απ' τα γκέμια; Όλα σκοτείνιασαν γύρω του.
Μια γυναικεία φωνή σήκωσε όλη τη γειτονιά στο πόδι. “Σουλτάνα, έβγα”.
Ποια φώναξε; Κάποια απ' τις Ζάμπραινες, η Ντίντινα ή η Μαλιόγκινα; Όποια κι αν ήταν η φωνή της έφτασε μέχρι τη Σουλτάνα που πάνω στη βιάση της έχασε μια παντόφλα πριν ακόμα δρασκελίσει το κατώφλι της. Με το που βγήκε όμως έχασε και το φως της. Τι σκοτάδι ήταν αυτό; Μαυρίλα. Ευτυχώς που 'χε φεγγάρι καλό. Έτσι μπόρεσε να δει. Το άλογο να αφρίζει, να ιδρωκοπάει και να χτυπιέται.
“Να ιδείς ένα πράμα! Έλαμπεν του ξιπατουμένου. Σαν του άλογο του Αη Γιώργη που σκότωσε το δράκο. Ή μήπως ήταν φίδι;”
Οι περισσότεροι απ' τους αυτόπτες μάρτυρες ακόμα και χρόνια μετά ποτέ δεν ήταν σίγουροι. Όχι για το δράκο ή το φίδι του Αη Γιώργη. Για το αν το στχιο πάτησε τότε το άλογο, εκεί έξω απ' το σπίτι, κι “ποδαρίζονταν έτσι”, ή το 'χε φέρει απ' το δρόμο ο Γιώργς και δεν το κατάλαβε.
Πάντως ο Γιώργς, ο Κοκκαλιάρης και όχι ο Αη Γιώργης, έδειξε πως δεν ήθελε να μιμηθεί τον Άγιο του οποίου το όνομα είχε. Πεσμένος καταγής παρακολουθούσε απλώς τη Σουλτάνα που 'χε αρπάξει απ' τα γκέμια το αλαφιασμένο ζώο και πάλευε να το ημερέψει. Τίποτα εκείνο. Όσο έβλεπε το στχιο εκεί μπροστά του, ένα μαύρο φίδι που χτυπιούνταν και σέρνονταν στο χώμα, πετώντας φλόγες απ' το στόμα, τόσο περισσότερο αγρίευε.
Με τα πολλά η Σουλτάνα κατάφερε να το γυρίσει απ' την άλλη μεριά και το ζώο πάτησε στα τέσσερα. Βοήθησε κι ο Γιωργς που θέλοντας και μη σηκώθηκε και μαζί το έσπρωξαν στο στάβλο και ασφάλισαν την πόρτα.
Τίποτα άλλο δεν κοίταξαν. Ούτε κάρο, ούτε πραμάτεια. Χώθηκαν στο σπίτι τους και περίμεναν μέχρι να ξημερώσει, χωρίς να ρίξουν ούτε μια ματιά στο φίδι που συνέχισε να σέρνεται και να κοπανιέται στο χώμα πετώντας ολόγυρα σπίθες. Το ίδιο έκανε και όλη η γειτονιά. Οι άντρες αμίλητοι ενώ οι γυναίκες άρχισαν αμέσως τις μετάνοιες και τα τάματα, ανάλογα με το τι μπορούσε η κάθε μια, στον Αη Γιώργη.
Με το πρώτο χάραμα η Σουλτάνα, έριξε τη ζακέτα στην πλάτη και έτρεξε στον Αη Κωνσταντίνο για να βρει τον παπά. Εκείνος απόρησε.
 “Σοβαρά μαρ Σουλτάνα; Φίδ΄ κι να πιτάει κι φουτιές; Ξανάδες ισύ τέτοιου στχιο;”
Χωρίς χρονοτριβή, με το ευαγγέλιο, τον αγιασμό και όλα τα απαιτούμενα στα χέρια ο παπάς έσπευσε να διαβάσει επί τόπου το ευχέλαιο. Με το που έφτασαν στάθηκε για λίγο αναποφάσιστος.
“Τι είναι παπά 'μ;”
Τι να πει; Ήταν νέος και δεν του ξανάτυχε κάτι τέτοιο. Δεν ήταν όμως για πίσω. Κι έπειτα ο ήλιος είχε αρχίσει να ανεβαίνει. Βγαίνουν τα στχια μέρα; Δεν  βγαίνουν. Φόρεσε το πετραχήλι και έστειλε τη Σουλτάνα να φέρει μια γαβάθα με νερό για να το αγιάσει και να ραντίσει παντού με το ματσάκι το βασιλικό.
Οι εργάτες της ηλεκτρικής εταιρείας πέρασαν από δίπλα του καλημερίζοντας τον. Ο μεγαλύτερος απ' αυτούς έσκυψε και του φίλησε το χέρι. Ο παπάς δεν το πρόσεξε καν. Με γουρλωμένα μάτια κοιτούσε τα σημάδια που είχε αφήσει πάνω στο χώμα το στχιο και η καρδιά του κόντευε να βγει απ' τα στήθια του. Έκανε γρήγορα το σταυρό του, ψιθυρίζοντας “Κύριε ελέησον, Κύριε ελέησον…”

Τρίτη 6 Σεπτεμβρίου 2016

Τα καρεκλάκια έξω…

Το παρόν απέχει απ΄ το παρελθόν ανάλογα με το εύρος των αναμνήσεων που ανακαλούνται κάθε φορά. Όσο περισσότερες, τόσο κοντινότερο.
Στο πατρικό μου, σε μια γωνιά της κουζίνας, επιβιώνει και μακροημερεύει το καρεκλάκι. Ξύλινο, πλεγμένο με ψάθα αρχικά και με χοντρό γκρι κορδόνι μετέπειτα για να απαλειφθεί η φθορά του χρόνου.
Αν κάτι θυμάμαι κάθε φορά που το βλέπω, ενδίδοντας στον πειρασμό της νοσταλγίας, είναι να παίρνει τη θέση του κάποια βράδια του Σεπτέμβρη δίπλα σε άλλα όμοια ή παρόμοια, πάνω στο πεζοδρόμιο της οδού Ολύμπου, όσο πιο κοντά γινόταν στη βιτρίνα του καταστήματος όπου επρόκειτο να ανάψει η τηλεοπτική συσκευή αναμεταδίδοντας το φεστιβάλ ελληνικού τραγουδιού της Θεσσαλονίκης.        
Η εξασφάλιση μιας απ΄ τις καλές, προνομιούχες, θέσεις, όσο πιο κοντά γινόταν και με την καλύτερη δυνατή οπτική επαφή με την ασπρόμαυρη οθόνη, ήταν έργο και αποστολή ημών των μικρότερων μελών της οικογένειας, ανεξαρτήτως φύλου καθώς στις αγγαρείες που απέφεραν οφέλη προς όλους ήμασταν από τότε ίσοι. Η θέση όμως στο καρεκλάκι ανήκε δικαιωματικά στις γυναίκες, με τις υπερήλικες να μη βιάζονται να προσέλθουν σίγουρες ούσες πως την είχαν εξασφαλισμένη και τις νεώτερες να εύχονται χωρίς να το ομολογούν μπας και τις πάρει ο ύπνος, αφού έτσι κι αλλιώς βαριάκουγαν κιόλας οπότε τι φεστιβάλ και τραγούδια τις χρειάζονταν.

Δευτέρα 11 Απριλίου 2016

Το χαμόγελο της.



Στη μνήμης της μάνας μας. 
Σάββατο του Λαζάρου, 11 Απριλίου 2009. Η Στέλλα με το Γιάννη τρέχουν πρώτοι πίσω απ΄ το ασθενοφόρο. Ο μπαμπάς ξαπλωμένος στο κρεβάτι. Αδύναμος ακόμα απ΄ την τελευταία δική του περιπέτεια. Ο ερχομός της θείας Φανής μ΄ απελευθερώνει και τους ακολουθώ μετά από λίγο. Η Λόλα στο τηλέφωνο περιμένει νεώτερα. Καταλαβαίνει πως είναι δυσάρεστα με το πρώτο κουδούνισμα. Να ήχησε διαφορετικά εκείνη την ώρα το τηλέφωνο;
Δε θυμάμαι τι είπα. Όπως και τι μου είπε ο Γιάννης που μ΄ ενημέρωσε ένα λεπτό πριν. Για το μόνο που ΄μαι σίγουρος είναι για το ράγισμα της φωνής του. Κι η δική μου; Τι σημασία είχε; Μπροστά στα επείγοντα του Νοσοκομείου αγκαλιαστήκαμε με τη Στέλλα σφιχτά. Τόσο, όσο ποτέ άλλοτε. Σαν να προσπαθούσαμε να μεταδώσει ο ένας στον άλλο τη ζεστασιά της δικής της αγκαλιάς. Της αγκαλιάς που τόσες φορές μας χώρεσε κι ας μεγαλώναμε.
Στο δρόμο της επιστροφής στο σπίτι σκεφτόμουν πως θα ΄πρεπε να μιλάμε πια για εκείνη σε παρελθόντα χρόνο. Η μαμά τότε. Η μαμά την άλλη φορά… Το ΄χα σκεφτεί κάμποσες φορές πως θα ΄ρχόταν αυτή η ώρα. Δεν ήμουν έτοιμος. Δεν θα ΄μουν ποτέ.
Σουρούπωνε. Η  Άνοιξη είχε γλυκάνει από μέρες. Εκείνο όμως το απριλιάτικο σούρουπο είχε μια πίκρα… Παντού.  
Πάνω κάτω, πάνω κάτω στο δρόμο μπρος στο πατρικό μου σπίτι. Απ΄ άκρη σε άκρη. Πάσχιζα να εντοπίσω τις αλλαγές που ΄χαν γίνει από τότε που μικρό παιδί ήταν ο βασικός χώρος δράσης μου και η φωνή της με καλούσε κάποια στιγμή να μαζευτώ. Ξέφτια στη μνήμη μου πολλά απ΄ όσα ζήσαμε, ήθελα να ΄ναι τα νήματα για να υφάνω το σκηνικό όπου θα ΄χε πάλι θέση. Όπου θα ξαναγινόταν παρόν.
Πήρα στο χέρι το κινητό μου τηλέφωνο για να καλέσω το σταθερό του πατρικού μου σπιτιού. Ήχησε ή μου φάνηκε; “Αμάν ρε παιδάκι μ΄.  Πάρε ένα τηλέφωνο…”. Το παράπονο της κι η ασυγχώρητη αμέλεια μου. Κάθε πρώτη του μήνα σχημάτιζε τα νούμερα του τηλεφώνου μου για να μου ευχηθεί. “Καλό μήνα”. Δε θυμάμαι ποτέ να το ξέχασε. Δε θέλω να θυμάμαι που εγώ το ξεχνούσα.

Τρίτη 15 Μαρτίου 2016

Μια προκυμαία στο νερό.

 

Φεύγεις. Τα μαλλιά σου χορεύουν στους ώμους σου. Μόνο με τα δάχτυλα των ποδιών αγγίζεις το έδαφος. Ισορροπείς κινούμενη. Ακινητώ πασχίζοντας να ισορροπήσω.
Γαληνεύω με την εικόνα σου. Το καταφύγιο μου, ακόμα και όταν η απόσταση μεγαλώνει αποδυναμώνοντας τα χρώματα της, σβήνοντας τις γραμμές της. Αχνή, ποτέ ξεθωριασμένη. Μακρινή, ποτέ απούσα.
Λυπάμαι. Για όσα δε χώρεσαν στον κοινό μας χρόνο. Οι σιωπές μας τον επιμήκυναν. Το βλέμμα σου μου 'δειξε τη φωτογραφία. Μια προκυμαία στο νερό.
Τη νιώθω να δονείται απ' τα βήματα σου. Πού οδηγεί; Σε θάλασσα, σε λίμνη...
Κάνεις όλη τη διαδρομή. Δεν αφήνεις αχνάρια. Μόνο το απαλό θρόϊσμα του φουστανιού σου.
Θα 'ρθω. Δεν το λέω. Το 'χεις ακούσει αμέτρητες φορές. Το δεξί σου χέρι αιωρείται. Δεν προσκαλεί. Δείχνει. Το νερό κυματίζει ελαφριά. Ανεπαίσθητο ρίγος.

Τρέμω τυλιγμένος σε βαρύ παλτό. Τρέμω το τρίξιμο των σανίδων στο πρώτο βήμα. Οι μύτες των ποδιών μου κολλούν στην προκυμαία. Θα 'μαι εδώ. Για όταν θα 'ρθεις βρεγμένη. Για να υπάρχει ένα ζεστό παλτό.
Υ.Γ. Η εξαίσια αυτή φωτογραφία είναι του κ. Χρήστου Λαμπριανίδη.

Τρίτη 12 Μαΐου 2015

Τ’ απομεινάρια μιας εποχής

Στην Τασίτσα, τη μάνα μας, παιδί και κυρά μιας άλλης εποχής, που η μνήμη της είναι διαρκώς παρούσα.   
  
Φωτογραφία Αλέκου Βρεττάκου

Ήτανε κάτι σπίτια, που τα 'βλεπες και θαρρούσες πως είχαν καταφέρει να ξεγελάσουν το χρόνο και να ξεφύγουν από την ακόρεστη ανθρώπινη ματαιοδοξία, που θυσιάζει την ομορφιά και τη φαντασία στο βωμό του κέρδους και την ευκολία της τυποποίησης.  Όρθωναν πεισματικά το μικρό τους ανάστημα, χτυπητή παραφωνία ανάμεσα στα σύγχρονα οικοδομήματα των πολλών διαμερισμάτων όπου συνωστίζονται άνθρωποι, οι γνωστοί και άγνωστοι του χθες και αδιάφοροι του σήμερα, που ανακαλύπτουν, σχεδόν καθημερινά, πόσο μόνος μπορεί να αισθάνεται κάποιος, ακόμη και όταν δίπλα του, μόλις μια δρασκελιά πιο πέρα, υπάρχουν και άλλες ανθρώπινες ανάσες.

Ήτανε κάτι σπίτια και κάθε φορά που πλησίαζες κοντά τους σε τύλιγαν και σε κλείναν μέσα στα δίχτυα τους, τα υφασμένα από την απλότητα των σχεδίων τους, τη φωτεινότητα των χρωμάτων και τα αρώματα των κήπων τους. Αυτά τ' αρώματα που ξετυλίγονταν σαν τον καπνό που ξεπηδάει χορεύοντας μέσα από τη φωτιά και ανέβαιναν με προκλητική αναίδεια ανάμεσα  απ΄ τα τείχη του τσιμέντου που τα ΄χαν περιχαρακώσει, αφήνοντας πάνω τους μια φρέσκια πνοή, αχνή πινελιά γήινων αποχρώσεων.

Δευτέρα 4 Μαΐου 2015

Τα κουβάρια της σιωπής

Όταν πέθανε ο άνδρας της, η κυρά Μελπομένη δεν είχε καμιά διάθεση να κλάψει. Γιατί να κλάψει; Δεν πέθαναν και πολλά μαζί του. Τα περισσότερα είχαν πεθάνει εδώ και πολλά χρόνια...
Δε θα χρειαζόταν να φορέσει και μαύρα. Τα φορούσε από τότε που έχασε το Γιάννη της, δεκαπέντε χρονών παλικαράκι. Τον ξαναθυμήθηκε και δάκρυσε. Το παλιόπαιδο... Μ' άφησε νωρίς, σκέφτηκε.
Με τον άντρα της δε μοιραζόταν τίποτε πια. Μόνο τα καλοκαίρια στο χωριό. Ναι αυτά θα της έλειπαν σίγουρα. Εκεί περνούσε όμορφα.
Νοίκιαζαν οι δυό τους ένα σπίτι, μικρό με αυλή οπωσδήποτε. Ζούσε ο καθένας στον κόσμο του. Αυτός έφευγε το πρωί για τα καφενεία της πλατείας και συνήθως ξεχνούσε να γυρίσει το μεσημέρι. Αργά το βράδυ, όταν κουραζόταν από το ποτό και τις καρέκλες των καφενείων, κατάφερνε και έβρισκε το δρόμο για το σπίτι.
Συνήθως ξεχνούσε και αυτή να μαγειρέψει το μεσημέρι. Δεν την ένοιαζε όμως και να μην έτρωγε. Στο χωριό έβρισκε πάντα την παρέα που ήθελε και χόρταινε με την κουβέντα όλη μέρα.
Καθώς τα σκεφτόταν αυτά στην κηδεία, ένα δάκρυ κύλησε από τα μάτια της. Οι συγγενείς που στεκόταν απέναντι της την κοίταξαν με συμπόνια. Η καημένη, θα σκέφτηκαν, έχασε το σύντροφο της. Οι συγγενείς... Έμεναν πάντα στα έξω. Βαριόταν να σηκώσουν την κουρτίνα και να κοιτάξουν μέσα. Αν αυτό που θα έβλεπαν, ήταν χειρότερο απ' ότι είχαν φανταστεί, ίσως αναγκαζόταν να ξεφύγουν από τις τυπικές σχέσεις που χρησιμοποιούσαν σαν ασπίδα για να κρατιούνται μακριά. Πάντα μακριά ήταν. Γιατί νά 'ρθουν τώρα κοντά;
Τόσα χρόνια δίπλα στον άντρα της, είχε χύσει πολλά δάκρυα. Της χαράς ήταν μετρημένα στα δάχτυλα του ενός χεριού. Δεν περίμενε πως θα συνέχιζε να κλαίει και μετά το θάνατο του.
Συνέχισε τη ζωή της όπως και πριν. Έμενε στο ίδιο σπίτι, με τα ίδια πρόσωπα. Γι' αυτήν δεν είχε αλλάξει τίποτε.

Κυριακή 25 Ιανουαρίου 2015

Κατάλληλο ρούχο.

           Θα ΄θελα να ζήσω γνωρίζοντας μόνο το επόμενο βήμα μου. Με φοβίζει λιγότερο το να μην ξέρω τι μου ξημερώνει, απ΄ το να είναι όλα σε τάξη και προκαθορισμένα. Κάτι τέτοιο μου θυμίζει τη ντουλάπα μου, όπου όλα έχουν τη σειρά και τη θέση τους. Σακάκια, παντελόνια, πουκάμισα… Ρούχα που ενδύονται οι σκιές τις νύχτες και  κόβουν βόλτες στο δωμάτιο μου, όταν εναγωνίως αναζητώ τη ζεστασιά μιας συντροφιάς και θαμπώνω με το χνώτο μου το τζάμι του παραθύρου για να σχηματίσω πάνω του ένα ερωτηματικό. Πώς έκανα έτσι τη ζωή μου; Γέμισα μια ντουλάπα ολάκερη και άφησα την ψυχή μου άδεια…
Δεν είμαι ονειροπαρμένος, ούτε αλαφροΐσκιωτος. Δεν πιστεύω στ΄ αλήθεια πως  βλέπω τα ρούχα μου να παρελαύνουν εμπρός μου. Είναι οι εικόνες που πιέζω το μυαλό μου να δημιουργήσει, για να συνθέσουν όλες μαζί το παραμύθι που θα με νανουρίσει.
           Δεν κοιμάμαι εύκολα. Ούτε πολλές ώρες. Κουράζομαι. Όχι λόγω ηλικίας, ή δουλειάς. Καταπονούμαι απ΄ τις ώρες που περνούν, αλλά δε γεμίζουν.
Στέκομαι μπροστά στην ανοικτή ντουλάπα μου και μετρώ με το βλέμμα τα ρούχα που εμπεριέχει. Είναι πολλά και χωράει και άλλα για να γεμίσει ασφυκτικά. Αν γεμίσει ποτέ…

Δευτέρα 4 Αυγούστου 2014

Μαύρο άσπρο.

Λιοπύρι, κατακαλόκαιρο. Το κατάμαυρο του φουστανιού της έσπαγε το λευκό των χεριών και του λαιμού της. Τα πόδια της περιτυλιγμένα και αυτά στο χρώμα του πένθους και τη νάιλον ύφανση του καλτσόν της. Ευτυχώς είχε προνοήσει να ανασαίνουν, τουλάχιστον, δάχτυλα και φτέρνες με τα μαύρα πέδιλα που ΄χε φορεμένα.
Βγήκε απ΄ την εκκλησία, με ένα μικρό κομμάτι αντίδωρο στο δεξί χέρι, απ΄ το βραχίονα του οποίου κρεμόταν η γυαλιστερή τσάντα που συμπλήρωνε αρμονικά και τόσο ταιριαστά την όλη εικόνα, και κοντοστάθηκε. Τον εντόπισε στο κέντρο μιας μικρής ομήγυρης ανδρών να δέχεται, κουνώντας το κεφάλι και αναστενάζοντας, τα συλλυπητήρια για την απώλεια.
Είδε το δεύτερο νεύμα της και άρχισε να περπατά δίπλα της, αφήνοντας ένα μικρό αλλά ικανό να τους κρατά σε απόσταση κενό μεταξύ τους.
Αμίλητοι προχώρησαν, με το κενό να μεγαλώνει, λίγο κάθε φορά, αλλά όλο και περισσότερο, για να αποφεύγονται οι τυχαίες επαφές των χεριών τους, όταν το βήμα λοξοδρομούσε χάνοντας έστω και για κλάσματα δευτερολέπτου τη νοητή γραμμή που ακολουθούσε.
Κόντευαν να φτάσουν, όταν η Ελένη έφραξε το δρόμο σ΄ εκείνη.
-         Γιατί μαύρα; Ποιος…
Απάντησε αμέσως, απευθύνοντας το λόγο προς την Ελένη και το βλέμμα προς εκείνον που ΄χε ξεμακρύνει.
-         Η πεθερά μου…
Η Ελένη έμεινε προς στιγμήν αμήχανη, ανάμεσα στη δική της ολόμαυρη εικόνα και στη δική του άσπρη. Δεν όμως και εντελώς άσπρη. Παντελόνι και παπούτσια κάτασπρα, αλλά το πουκάμισο ανοιχτό γκρι. Από μακριά έδειχνε άσπρο, αλλά από κοντά δεν ήταν. Και η Ελένη ήταν τόσο κοντά, όσο έπρεπε για να το ξεχωρίσει.

Τους συλλυπήθηκε και τους δύο και αποχώρησε. Πιο θερμά εκείνον. Τι στο καλό. Μάνα είχε χάσει, δεν το δικαιούνταν περισσότερο;

Πέμπτη 3 Απριλίου 2014

Το παλτό (Διήγημα)



Ξανάρθε πολλές φορές. Πάντα για κάποιο λόγο. Μόνο σήμερα δεν είχε κανέναν. 
Προψές την είδε στον ύπνο του. Χθες το αποφάσισε. Σήμερα έφτασε με το που άρχισε να ξημερώνει.
Την είδε… Που λέει ο λόγος. Μια εικόνα θολή. Όπως εκείνες οι παλιές κουνημένες έγχρωμες φωτογραφίες. Όσες απ΄ αυτές έβρισκαν θέση σε κάποιο οικογενειακό άλμπουμ, είχαν από κάτω γραμμένη, με μπλε στυλό συνήθως, και  την ημερομηνία που τραβήχτηκαν. Αυτήν την ημερομηνία που όταν την ψηλάφιζε το δάχτυλο και τα χείλη τη συλλάβιζαν χαμηλόφωνα, έδιναν το έναυσμα  στη μνήμη για να ανασύρει τα υπόλοιπα. Να ξαναβάλει στα πρόσωπα που απεικονίζονταν  όσα απ΄ τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους δεν ξεχώριζαν στην κουνημένη φωτογραφία.
Το δικό του όνειρο δεν είχε από κάτω ημερομηνία. Ούτε στο πλάι, ούτε πάνω. Πουθενά. 
Πότε ήταν που έφυγε; Πριν τριάντα χρόνια; Λιγότερα, περισσότερα… Δεν φρόντισε να σημειώσει τότε την ημερομηνία ή την άφησε να ξεφτίσει μέχρι που χάθηκε;
Σαν κλέφτης έφυγε. Χωρίς να κοιτάξει πίσω του. Ίσως γιατί τον στοίχειωνε εκείνη η κουβέντα που ΄χε πει σ΄ ένα φίλο. «Αν φύγω ποτέ απ΄ τη Θεσσαλονίκη, αν αναγκαστώ να το κάνω, θα το κάνω με μισή καρδιά…». Με ολόκληρη την καρδιά έφυγε, με μισή γυρνούσε. Γι΄ αυτό άραγε δεν παρέμενε πολύ σε κάθε επιστροφή του;  Μήπως βρει κάπου την άλλη μισή του καρδιά και αναγκαστεί να ζει έπειτα έχοντας δύο;

Πριν τη μεγάλη θλίψη» Μια έκθεση, ένας ακόμα σημαντικός σταθμός στην πορεία του Α. Βρεττάκου.

  Ο Αλέξανδρος Βρεττάκος επέλεξε να δώσει στην τελευταία έκθεση των φωτογραφιών του τον τίτλο «Πριν τη μεγάλη θλίψη» , εμπνεόμενος, όπως σημ...