Κυριακή 31 Ιουλίου 2022
Μύρισε Σαμαρίνα…
"...Είχαμε δρόμο ακόμα που μέχρι να τον διασχίσουμε περίμενα πώς και πώς ν ακούσω τον πατέρα να λέει την συνηθισμένη του φράση. «Μύρισε Σαμαρίνα». Βρισκόμασταν στο τελευταίο ύψωμα πριν πάρουμε τις κατηφόρες. Έπαιρνα κουράγιο και έλεγα ¨φτάσαμε¨ κι ας περνούσαν πάνω από είκοσι λεπτά μέχρι να φρενάρουμε μπρος το ποταμάκι της εισόδου όπου έπρεπε όλοι να αποβιβαστούμε για να μην βουλιάξει το λεωφορείο..."
Το παλιό πράσινο λεωφορείο αγκομαχούσε πασχίζοντας να βγάλει τις ανηφόρες. Στα ισιάδια πήγαινε σαν μεθυσμένο για ν’ αποφύγει τις μεγάλες λακκούβες και τις κάθετες ή διαγώνιες χαρακιές, τις πληγές που ΄χε αφήσει πίσω του ο χειμώνας. Ένα πυκνό σύννεφο σκόνης το ‘χε πάρει στο κατόπι, κολλημένο στην πλάτη του.
Λίγο μετά την Σμίξη, κάτω απ’ τον ίσκιο που άπλωναν τα έλατα, τα πεύκα κι οι οξιές, ο οδηγός το ΄φερνε δεξιά στην άκρη και τραβούσε χειρόφρενο. Κατεβαίναμε αναμαλλιασμένοι, με πρόσωπα στο χρώμα της ώχρας, παραπατώντας, αλλά χαρούμενοι που θα πατούσαμε έστω και για λίγο χώμα. Ο ιδιοκτήτης της καλύβας έπαιρνε παραγγελίες και άρχιζε να σερβίρει πάνω στους ξύλινους πάγκους. Ο πατέρας μου γέμιζε μέχρι πάνω το ποτήρι του με παγωμένη μπύρα και καθώς την έφερνε στα χείλη του εγώ ορμούσα στο λαχταριστό ζυμωτό ψωμί και το πεντανόστιμο τυρί!
Ξανανεβαίναμε. «Άντε, μια ανάσα και φτάσαμε». Μια κουβέντα ήταν. Είχαμε δρόμο ακόμα που μέχρι να τον διασχίσουμε περίμενα πώς και πώς ν ακούσω τον πατέρα να λέει την συνηθισμένη του φράση. «Μύρισε Σαμαρίνα». Βρισκόμασταν στο τελευταίο ύψωμα πριν πάρουμε τις κατηφόρες. Έπαιρνα κουράγιο και έλεγα ¨φτάσαμε¨ κι ας περνούσαν πάνω από είκοσι λεπτά μέχρι να φρενάρουμε μπρος το ποταμάκι της εισόδου όπου έπρεπε όλοι να αποβιβαστούμε για να μην βουλιάξει το λεωφορείο. Άλλοι περνούσαν στεγνοί απέναντι, πηδώντας από πέτρα σε πέτρα, άλλοι μούσκευαν τον αστράγαλο και κάποιοι και την γάμπα.
Ένα μούγκρισμα της μηχανής, ένας επιδέξιος χειρισμός του τιμονιού από τον οδηγό και η τελευταία και οριστική στάση λίγα βήματα πριν την πλατεία. Σκονισμένοι, κατάκοποι αλλά και ανακουφισμένοι μυρίζαμε, επιτέλους, Σαμαρίνα. Στις σούβλες τα ψητά είχαν αρχίσει ήδη να ροδίζουν καθώς δεν θ’ αργούσε να νυχτώσει και στα μαγαζιά γύρω απ’ τον αιωνόβιο πλάτανο ετοιμάζονταν για ν’ ανάψουν οι μεγάλες γκαζόλαμπες.
Ο Τασιούλης, ξάδερφος που ‘γινε ο φίλος του καλοκαιριού, βοηθούσε να σύρουμε την μεγάλη βαλίτσα που οι μεταλλικές της άκρες τσακμάκιζαν πάνω στις πέτρες μέχρι το σπίτι της γιαγιάς. «Ξάδερφε, αύριο τι ώρα να ‘ρθω; Θα σε πάω να παίξουμε σ’ ένα νέο τσαϊρι! Δεν το ξέρεις αυτό…»
Λίγο κρύο νερό στο πρόσωπο, μια μπαταρία πλακέ απ’ τον μπακάλη για τον παραλληλόγραμμο φακό με την στρόγγυλη λάμπα μπροστά του, τον απαραίτητο οδηγό της νύχτας στο θεοσκότεινο χωριό, μια δραχμή κοκορέτσι συνοδευόμενο από μια φέτα ψωμί απ’ την χασαποταβέρνα του Μπούλη και νωρίς για ύπνο, με τον ήχο απ’ τα κλαρίνα και τις κορνέτες να φτάνουν στ’ αυτιά, μακρινός απόηχος ενός γλεντιού που μπορούσε να περιμένει. Κι αύριο μέρα ήταν…
Κι η μέρα εκείνη ξημέρωνε νωρίς, μαζί μ’ ένα δροσερό αεράκι και μια ατμόσφαιρα φωτεινή και λαμπερή που και δεμένο να σ’ είχαν στο κρεβάτι πάλι θα σηκωνόσουν. Για τα τσαϊρια, τον Προφήτη Ηλία, την μικρή Παναγιά, την βρύση του Σακελλάρη, τον Ξενία, το μοναστήρι της Αγίας Παρασκευής. Και την πλατεία όπου λαμποκοπούσαν οι γκαζόλαμπες, τα χρυσαφικά που στόλιζαν λαιμούς και αυτιά των καλοντυμένων γυναικών, τα κοκκινωπά πρόσωπα των τσομπαναραίων που ακουμπισμένοι στην γκλίτσα τους έπιναν το κρασί τους, τα χάλκινα όργανα που άρχιζαν να ηχούν μόλις έδινε το σύνθημα η γκραν κάσα, τα χέρια που σηκώνονταν μόλις ακουγόταν «Τα παιδιά της Σαμαρίνας»…
Πάνε χρόνια που ο πατέρας δεν κάνει πια δίπλα μας το ταξίδι, αλλά δεν λείπει ποτέ. Κι όταν φτάσουμε στο κατάλληλο σημείο, γυρνάμε προς το μέρος του και αναφωνούμε όλοι μας: Μύρισε Σαμαρίνα! κι εκείνος χαμογελά…
Δευτέρα 24 Μαΐου 2021
ΕΛΙΜΕΙΑΚΑ: Το περιοδικό “κιβωτός της συλλογικής μας μνήμης”
Η ποιότητα του περιεχομένου, η διάρκεια, η συνέχεια και η συνέπεια στον σκοπό που τέθηκε απ’ την αρχή, είναι κάποιοι απ’ τους βασικούς δείκτες αξιολόγησης οποιουδήποτε περιοδικού εντύπου. Σ’ όλους αυτούς τους δείκτες το πρόσημο είναι αναμφίβολα θετικό για το περιοδικό ΕΛΙΜΕΙΑΚΑ που εκδίδει ανελλιπώς από τον Μάϊο του 1982 ο Σύλλογος Κοζανιτών της Θεσσαλονίκης.
Σήμερα, φαίνεται να τίθεται εμφαντικά το ερώτημα για το πώς θα καταφέρει το περιοδικό να συνεχίσει την πορεία του λόγω των οικονομικών δυσκολιών που αντιμετωπίζει, ερώτημα που έθεσε προ ημερών η ίδια η Πρόεδρος του Συλλόγου κ. Δήμητρα Παπαδέλη- Παπαναστασίου, απ’ τους άοκνους και σταθερούς εργάτες της έκδοσης του, σημειώνοντας ότι: “Τα Ελιμειακά κλείνουν φέτος τα σαράντα χρόνια (!) κυκλοφορίας και προσφοράς στον τόπο και θα είναι κρίμα να αναστείλουν ή να διακόψουν παντελώς την έκδοσή τους για οικονομικούς και μόνον λόγους. Απευθύνουμε και πάλι έκκληση προς τους τοπικούς φορείς να επιδείξουν τη δέουσα ανταπόκριση και υπευθυνότητα για τη συνέχιση αυτής της έκδοσης, κάτι που στο παρελθόν συνέβαινε αδιάλειπτα. Δεν θα είναι καθόλου τιμητικό για όλους τους Κοζανίτες να διακοπεί επί των ημερών μας αυτή η προσπάθεια, που έχει να προσφέρει πολλά ακόμη στην ιστορία και στην παράδοση αυτού του τόπου.”
Φυσικά τα ΕΛΙΜΕΙΑΚΑ δεν είναι το πρώτο και σίγουρα όχι το τελευταίο περιοδικό που βρίσκεται αντιμέτωπο μ’ αυτό το αμείλικτο και πολλές φορές δυσεπίλυτο ερώτημα. Οι καιροί άλλαξαν, μαζί και οι συνήθειες μας, και η ψηφιακή τεχνολογία που πολλές φορές προσφέρεται με ελάχιστο ή και μηδαμινό κόστος, τείνει να εξαλείψει τέτοιου είδους εκδόσεις, αν δεν αποφασίσουν, ή προνοήσουν αν προτιμάτε, να αφήσουν το χαρτί και να περάσουν στην οθόνη. Αυτή είναι όμως η μία πλευρά του θέματος, προφανώς η πιο δημοφιλής, αλλά υπάρχει και η άλλη που σε πολλές περιπτώσεις οδηγεί σ’ έναν λογικό συμβιβασμό, ο οποίος είναι η ψηφιακή και ταυτόχρονα έντυπη έκδοση. Προσωπικά, ως λάτρης του τυπωμένου χαρτιού, επιλέγω σε κάθε περίπτωση την δεύτερη, σεβόμενος αφενός το γεγονός της εξοικείωσης, ιδιαίτερα των νεότερων, με την σημερινή τεχνολογία και αφετέρου εκτιμώντας, όσο κι αν διαφωνούν ορισμένοι, πως δεν έχει έρθει ακόμα το τέλος της ιστορίας των εντύπων.
Όπως βέβαια δεν έχει τελειώσει, κι ούτε θα έπρεπε σε καμιά περίπτωση να τελειώσει η ιστορία ενός περιοδικού σαν τα ΕΛΙΜΕΙΑΚΑ και μάλιστα για οικονομικούς λόγους. Η άποψη μου σίγουρα επηρεάζεται από κάποιον, ασυγχώρητο πολλές φορές, ρομαντισμό και συναισθηματισμό μου, ωστόσο είναι, πρέπει να ομολογήσω, πολύ περισσότερο ωφελιμιστική και εξηγούμαι γιατί.
Από την πρώτη μέρα της έκδοσης τους τα ΕΛΙΜΕΙΑΚΑ υπηρέτησαν αυτό που κατέθεσε ο Διευθυντής Σύνταξης τους και βασικός στυλοβάτης τους ο κ. Στράτος Ηλιαδέλης στο Γ’ Συνέδριο Τοπικής Ιστορίας ότι: “...κινητήρια δύναμη για την έκδοση αυτή αποτέλεσαν και αποτελούν οι συνεργάτες μας, κυρίως οι νεότεροι ερευνητές και συγγραφείς με τις πρωτότυπες εργασίες τους, που με βάση τη σύγχρονη επιστημονική μεθοδολογία διασώζουν σημαντικά, άγνωστα ή δυσπρόσιτα στοιχεία της αρχαιολογίας, ιστορίας και παράδοσης, ιδιαίτερα δε εκείνα που αφορούν το σπουδαίο κεφάλαιο της διασποράς στη Μεσευρώπη από την εποχή της τουρκοκρατίας μέχρι τα νεότερα χρόνια.” Σ’ όλα αυτά θα πρέπει να προσθέσουμε τα πολύ ξεχωριστά αφιερώματα- μονογραφίες για σημαντικές ιστορικές προσωπικότητες της Κοζάνης (Παύλος Παπασιώπης, Νίκος Π. Δελιαλής, Γιάννης Δόδουρας κ.α.), που κάποιες σε διαφορετική περίπτωση μπορεί να ΄χαν παραμείνει στο περιθώριο της ιστορίας ή και να ‘χαν ξεχαστεί, τα αφιερώματα σε χαρακτηριστικά στοιχεία της πόλης που, δυστυχώς, έχουν χαθεί (βλέπε παλιά Αρχοντικά), σε ήθη και έθιμα άγνωστα και λησμονημένα.
Τα ΕΛΙΜΕΙΑΚΑ αποτέλεσαν, επίσης, το βήμα και η ευκαιρία ορισμένων πρωτοεμφανιζόμενων συγγραφέων, λαογράφων και επιστημόνων να κάνουν εκεί την πρώτη τους δημοσίευση ενώ, ταυτόχρονα, συνέχιζαν με αξιοθαύμαστη επιμονή την δημοσίευση κειμένων στο ιδιαίτερο κοζανίτικο γλωσσικό ιδίωμα, κείμενα που χάρη στην γλώσσα τους αποτυπώνουν σε μεγάλο βαθμό και την κοινωνική εξέλιξη της πόλης.
Έτσι, όποιος πάρει στα χέρια του τα ΕΛΙΜΕΙΑΚΑ και είναι κάποιας ηλικίας μπορεί πραγματικά να συγκινηθεί, αλλά το σίγουρο είναι πως όλοι, ανεξάρτητα ηλικίας, κάτι θα μπορέσουν να μάθουν για την Κοζάνη που έφυγε, για την ιστορική της διαδρομή, τις σημαντικές της προσωπικότητες, και κάτι που για μένα μετράει πάρα πολύ, γι’ αυτόν “τον κόσμο τον μικρό τον μέγα”, όπως πολύ εύστοχα τον περιγράφει ο στίχος του Οδυσσέα Ελύτη. Αυτόν τον κόσμο που θα τον βρουν στις διάφορες ηθογραφίες, στην αναπόληση συνηθειών που χάθηκαν και καταγράφονται σε πολλά τεύχη, στις μικρές και μεγάλες στιγμές μιας κοινωνίας που έχει αλλάξει πάρα πολύ αλλά που υπήρξε κάποτε η Κοζάνη.
Για όλα αυτά, τα ΕΛΙΜΕΙΑΚΑ μπορούν κάλλιστα να χαρακτηριστούν ως “η κιβωτός της συλλογικής μας μνήμης”, της μνήμης του κάθε Κοζανίτη ανεξάρτητα από ηλικία, μόρφωση και τόπο διαμονής.
Ο σπουδαίος Ιταλός συγγραφέας Ίταλο Καλβίνο στο βιβλίο του “Αόρατες πόλεις” , γράφει πως “… η πόλη δεν μιλάει για το παρελθόν της, το περιέχει στις γραμμές ενός χεριού, γραμμένο σε γωνιές δρόμων, σε γρίλιες παραθύρων… ” Αυθαιρετώντας θα προσέθετα πως η πόλη βρίσκει το παρελθόν της και σε περιοδικά σαν τα ΕΛΙΜΕΙΑΚΑ. Και εδώ έρχεται ο ωφελιμιστικός λόγος που αναφέρω πιο πάνω. Όσοι γράφουν για την πόλη θέλοντας να αναφερθούν και στο παρελθόν της, πασχίζοντας να ερμηνεύσουν το παρόν της, είτε πρόκειται για ένα άρθρο είτε για ένα βιβλίο, σ’ αυτό το περιοδικό προστρέχουν, κάτι στο οποίο συνηγορεί και το γεγονός πως υλικό του έχει αξιοποιηθεί και χρησιμοποιηθεί σε διάφορες άλλες εκδόσεις.
Είναι κρίμα λοιπόν και άδικο για όλους να σταματήσει το περιοδικό την πορεία του. Ακόμα και αν ο Σύλλογος Κοζανιτών της Θεσσαλονίκης δεν είχε καμιά ανάγκη οικονομικής στήριξης αυτής της έκδοσης, οι τοπικοί φορείς, όποιοι κι αν είναι αυτοί, θα ΄πρεπε να προστρέξουν μόνοι τους για να συνδράμουν. Τρόποι υπάρχουν πάντα. Η έλλειψη χρημάτων, δικαιολογία που δεν μπορεί με τίποτα να σταθεί. Βούληση να υπάρχει και όλα γίνονται και χρήματα βρίσκονται. Για να στηριχθεί όχι μόνο η έντυπη έκδοση αλλά και η αναβάθμιση και ο εκσυγχρονισμός και της ψηφιακής μορφής του περιοδικού.
Ο σεβασμός στην μνήμη και την ιστορία μας, σε ό,τι συνθέτει το παρελθόν μας, δεν εξαρτάται από το πόσο χρήματα κοστίζει, αλλά από το αν έχουμε πραγματικά συνειδητοποιήσει την αξία του για το παρόν και το μέλλον μας.
Πέμπτη 20 Μαΐου 2021
"Με την πένα σπαθί"
«Με την πένα σπαθί»
Ο τίτλος του θεατρικού μου έργου που θ’ ανεβάσει το ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ Κοζάνης μες το καλοκαίρι. Με αφορμή το ’21, αλλά αιτία πως οι σημαντικές ιστορικές προσωπικότητες έχουν θέση και ρόλο σε κάθε εποχή.
Δύο ιστορικές προσωπικότητες της Κοζάνης, η Μητιώ Μεγδάνη- Σακελλαρίου και ο Γεώργιος Λασσάνης, μια τρίτη που αν και δεν κατάγεται απ’ την πόλη έχει συνδεθεί μαζί της χάρη και στην Χάρτα του, ο Ρήγας Βελεστινλής, οι πρωταγωνιστές του έργου.
Περισσότερα προσεχώς…
Τετάρτη 19 Μαΐου 2021
Γιώργος Δελιόπουλος: Η ωρίμανση ενός ποιητή
Πάντοτε με συγκινούν οι προσφορές βιβλίων με την ιδιόχειρη αφιέρωση του δημιουργού. Πόσο μάλλον όταν μ' αυτούς με συνδέει μια σχέση αλληλοεκτίμησης, πρώτα απ' όλα, φιλίας και συνοδοιπορίας. Χθες παρέλαβα απ'το Γιώργο Δελιόπουλο την νέα ποιητική του συλλογή, από κοινού με τον ποιητή Κώστα Θ. Ριζάκη, "κατά ανεφίκτου γλυφές, 1- της γυναικός τριάντα παγιδεύσεις", εκδόσεις ΑΩ, με την άκρως αναλυτική και διαφωτιστική εισαγωγή της Ευσταθίας Δήμου για την ποίηση των δύο και την εξαιρετική, ως συνήθως, εικαστική παρέμβαση της Γλύκας Διονυσοπούλου.
Εγώ ¨παγιδεύτηκα¨ απ την υπέροχη ΡΟΥΘ του Γιώργου και ο πειρασμός να την μοιραστώ μεγάλος.
ΡΟΥΘ
Δεν μπήκα στη ζωή σου μετανάστις
από την πίσω πόρτα της ντροπής
δεν μ’ έδιωξαν η πείνα ή τα σάπια όνειρα
είχα στο σπίτι μου το πιάτο της ημέρας
κι έφτανε την ανάγκη να χορταίνω
γιατί να σέρνω παραμάσχαλα
τη μοίρα μου ικέτιδα στα ξένα;
όλη τη μέρα να θερίζω απ’ την αγάπη σου
μέχρι να κουραστεί ο ήλιος;
γιατί να ζω από τα στάχυα των δακρύων
με ό,τι γέλιο περισσεύει στις γιορτές;
στον έρωτα ποτέ δε με κατήχησαν
δε μέτρησα τα θαύματα στο ζύγι
μα η χαρά αλλιώς δε βγάζει νόημα
χωρίς αγκάθια δεν αγγίζονται καρδιές
κι από τη λάσπη των χεριών που σ’ αγκαλιάζουν
γεννιέται ο ερχόμενος Μεσσίας.
Παρασκευή 7 Μαΐου 2021
Όνειρα ψυχών!
Συνήθως από τους τίτλους που προσπερνώ. Σ’ αυτόν στέκομαι καθώς διαβάζω πως πρόκειται για το πρώτο τεύχος λογοτεχνικού περιοδικού μαθητών! Το ότι είναι παιδιών του 3ου ΓΕΛ Κοζάνης, της πατρίδας μου, λεπτομέρεια. Το μαθητών μου κεντρίζει το ενδιαφέρον.
Μέσω διαδικτύου ξεφυλλίζω τις 128 σελίδες του. Κείμενα, φωτογραφίες, ζωγραφιές. Πόσο άδικοι γινόμαστε πολλές φορές, για να μην πω πάντα, με τα παιδιά; ¨Δεν διαβάζουν!¨, ¨Μόνιμα με το κινητό στο χέρι, να σερφάρουν στο ίντερνετ!¨. Μάλλον όσο άδικοι υπήρξαν κάποιοι άλλοι μεγάλοι για μας, λες και θέλουμε να πάρουμε μια άτυπη ρεβάνς.
Αντιγράφω αυτούσιο του δελτίο τύπου που συνοδεύει αυτή την πρώτη έκδοση: «Το πρώτο τεύχος του μαθητικού λογοτεχνικού περιοδικού του 3ου ΓΕΛ Κοζάνης, ΟΝΕΙΡΑ ΨΥΧΩΝ, είναι έτοιμο. Στο πρώτο τεύχος φιλοξενούνται ποιήματα, διηγήματα, άρθρα, παιχνίδια, φωτογραφίες και ζωγραφιές των μαθητών και των μαθητριών, με θέμα τη σχέση τους με την πόλη που ζουν, την Κοζάνη. Πώς αντικρίζουν οι έφηβοι του σήμερα το ένδοξο παρελθόν της πόλης τους, πώς αντιμετωπίζουν το δύσκολο παρόν και πώς οραματίζονται το μέλλον; Επιπλέον, κριτικές βιβλίων, μουσικής, ταινιών και επίκαιρα άρθρα συμπληρώνουν την πλούσια ύλη του πρώτου τεύχους. Ξεφυλλίστε online το πρώτο τεύχος στον παρακάτω σύνδεσμο: https://online.fliphtml5.com/oeubs/xyrg/, απολαύστε τη δημιουργικότητα των νέων και προβληματιστείτε μαζί τους.»
Σ’ ένα μόνο διαφωνώ. Γιατί να προβληματιστώ μαζί τους και να μην χαρώ που καταφέρνουν, και πάλι, να διαψεύσουν την γκρίνια και την απαισιοδοξία μας;
Εμείς στα χρόνια μας… Σιγά! Τους νέους να δεις. Τους καινούργιους. Τους φρέσκους. Μακάρι να γυρνούσε ο χρόνος και να ‘μουν μαζί τους. Κι ας προβληματιζόμουν για το σήμερα, για το αύριο, παρά να κοιτώ το χθες με κάποια δόση μελαγχολίας.
Μπράβο παιδιά. Σε όλους. Και στους δύο φιλολόγους σας την Άννα Ελευθεριάδου και τον Γιώργο Δελιόπουλο.
Σάββατο 10 Απριλίου 2021
Ζήνων Μ. Πιτένης: Ο ¨Λιόλος¨ που μας κληροδότησε τα πολύτιμα ¨Κουζιανιώτ΄κα μπέντια» του.
Προσφεύγοντας στα εξαιρετικά λεξικά του κοζανίτικου ιδιώματος του Κώστα Δ. Ντίνα “Το γλωσσικό ιδίωμα της Κοζάνης” (έκδοση του Ινστιτούτου Βιβλίου και Ανάγνωσης- 2005) και του Χριστόδουλου Αστ. Χριστοδούλου “Κοζανιτολόγιο”, Λεξικό του Κοζανίτικου Ιδιώματος (έκδοση του Συνδέσμου Γραμμάτων και Τεχνών Ν. Κοζάνης- 2017) για τις ανάγκες του νέου μου μυθιστορήματος που θα εμπεριέχει ορισμένους διαλόγους στη μητρική μου γλώσσα, συνειδητοποίησα την σημαντική συνεισφορά ενός συνεπώνυμου μου στη διατήρηση της. Αναφέρομαι στον αείμνηστο Ζήνωνα Μ. Πιτένη, που τόσο με το ψευδώνυμο ¨Λιόλιος¨, αλλά κυρίως με την υπογραφή ¨Π.ΤΕΝΗΣ¨ μας άφησε έναν μεγάλο αριθμό χιουμοριστικών χρονογραφημάτων, γραμμένα όλα στο κοζανίτικο ιδίωμα.
Τα περισσότερα απ’ αυτά δημοσιεύτηκαν στην εφημερίδα ΔΥΤΙΚΗ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ και ένα μέρος τους, 117 χρονογραφήματα, αποτέλεσαν το υλικό μιας προσωπικής έκδοσης που κυκλοφόρησε το 1971 στην Αθήνα με τον τίτλο “ΚΟΥΖΙΑΝΙΩΤ’ΚΑ ΜΠΕΝΤΙΑ”.
Καταφεύγοντας, λοιπόν, στα δύο προαναφερόμενα λεξικά διαπίστωσα πως σημαντικός αριθμός των αποθησαυρισμένων λέξεων προέρχονται απ’ τα χρονογραφήματα του, κάτι που ομολογώ πως δεν είχα προσέξει μέχρι σήμερα, ή αν προτιμάτε δεν είχα αξιολογήσει σωστά. Γι’ αυτό και χρησιμοποίησα πιο πάνω το ρήμα ¨συνειδητοποίησα¨.
Το βιβλίο του Ζήνωνα Μ. Πιτένη, μακρινού μας συγγενή, βρισκόταν στο σπίτι μας ανέκαθεν και όλοι μας το ξεφυλλίσαμε κατά καιρούς, άλλος περισσότερο και άλλος λιγότερο. Προσωπικά, όμως, είχα την μεγάλη χαρά να λάβω ως δώρο ένα υπογεγραμμένο αντίτυπο του από τον γιο του συγγραφέα Μιχάλη Ζ. Πιτένη, όταν ανταμώσαμε στην Αθήνα πριν χρόνια. Με τον Μιχάλη, έναν διακεκριμένο αρχιτέκτονα που έχοντας μελετήσει τα αρχαία θέατρα συμμετείχε στην συλλογική έκδοση “Μια σκηνή για τον Διόνυσο” (έκδοση Καπόν- 2009) με την εργασία του "Επιδράσεις των αρχαίων προτύπων στη θεατρική αρχιτεκτονική κατά τον 19ο και 20ό αιώνα", μας μπέρδεψαν πολλές φορές όχι μόνο λόγω κοινού ονόματος και επιθέτου αλλά και του πατρωνύμου Ζ, με την διαφορά πως ο πατέρας του λεγόταν Ζήνων ενώ ο δικός μου Ζήσης. Θύμα αυτού του μπλεξίματος και ο πατέρας μου ο οποίος μια Κυριακή πρωί όταν πήγε να πιει τον καφέ του, κάποιοι απ’ τους θαμώνες του καφενείου τον συνεχάρησαν επειδή ο γιος του, μαζί με άλλους, είχαν γράψει το αφιέρωμα για τα αρχαία θέατρα στο ένθετο ¨Επτά μέρες¨ που εξέδιδε η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ της Κυριακής. ¨Τιμή¨ που ο πατέρας μου αποδέχτηκε ευχαρίστως γνωρίζοντας πως γράφω θεατρικά έργα και για να την επικυρώσει κέρασε όλο το μαγαζί!
Ξαναγυρνώντας στο Ζήνωνα Μ. Πιτένη, δεν γνωρίζω πολλά πράγματα για την ζωή του, αλλά είναι αξιοσημείωτο πως παρόλο που έφυγε σχετικά νέος από την Κοζάνη για να περάσει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στην Αθήνα όχι μόνο δεν την ξέχασε ποτέ, αλλά φρόντισε για πολλά χρόνια να γράφει τα πικάντικα χρονογραφήματα του στο κοζανίτικο ιδίωμα και να τα δημοσιεύει στον τότε τοπικό τύπο.
Αναφερόμενος ο ίδιος στους λόγους που τον έκαναν να προχωρήσει στην έκδοση ορισμένων απ’ αυτά γράφει στον πρόλογο του “… είναι η επιθυμία μου να βοηθήσω κι εγώ, μαζί με τους άλλους γνωστούς Πατριώτας, που ασχολούνται μ’ αυτό, στη διατήρησι και τη μελέτη της τοπικής μας διαλέκτου, για την δημιουργία και την ορθή διατύπωσι της οποίας υπάρχουν διάφορες γνώμες.” και πιο κάτω σημειώνει πως “… προσπάθησα να περιλάβω στην έκδοσί μου αυτή, εκείνα απ’ τα ιδιωματικά χρονογραφήματα που όχι μόνον είναι χαρακτηριστικά του λεπτού και μοναδικού ίσως Κοζανίτικου πνεύματος αλλά και περιγράφουν διάφορα ήθη και έθιμα τα οποία σιγά- σιγά, γενιά με γενιά λησμονιούνται και διατρέχουν τον κίνδυνο να χαθούν…”*
Το βιβλίο “ΚΟΥΖΙΑΝΙΩΤ’ΚΑ ΜΠΕΝΤΙΑ” διακινήθηκε χέρι με χέρι και δεν γνωρίζω πόσα αντίτυπα του κυκλοφόρησαν. Το σίγουρο είναι πως υπάρχει ακόμα σε πολλά σπίτια της Κοζάνης και αποτελεί, χωρίς υπερβολή, μια ακόμα κιβωτό της ιδιαίτερης γλώσσας των κατοίκων της πόλης.
*Διατηρήθηκε η σύνταξη και η ορθογραφία του πρωτοτύπου.
Δευτέρα 22 Μαρτίου 2021
Μαύρος Ήλιος
Τα μαύρα στίγματα στο χιόνι.
Η σκόνη της τέφρας στους ιδρωμένους, τους γεμάτους χαραγματιές σβέρκους, δεύτερο δέρμα,
στα νύχια των χεριών, μαύρο κάδρο,
στα απλωμένα στις αυλές, τα μπαλκόνια και τις ταράτσες ρούχα που με δυσκολία κυματίζουν στον δυνατό αέρα,
στις στολές εργασίας που αλλάζουν χρώμα μέσα σε λίγες μέρες,
στα κορδόνια από τ’ άρβυλα που δεν λυγίζουν, σπάνε,
στα λάστιχα των αυτοκινήτων όπου δεν διακρίνεται πια η ανάγλυφη μάρκα και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους.
Ο γκρίζος καπνός, χαρακιά στον ορίζοντα.
Η αψιά μυρωδιά του καμένου από μια φωτιά κοντινή και αόρατη.
Όλα, έννοιες και λέξεις, πίσω από μια και μόνο στοιχήθηκαν.
Λιγνίτης.
Πολλά τα παράγωγα της, σε μία και μόνο παραπέμπουν.
Ανάπτυξη.
Ό,τι ανθίζει, ό,τι καρποφορεί εδώ δεν είναι από χώμα, δεν έχει ρίζες,
με ό,τι κι αν το ποτίσεις, με νερό, με ιδρώτα,
σε τρύπες καταλήγει που αχόρταγα ρουφάνε,
βροχή, κόπο, ανθρώπινες σάρκες.
Μέχρι να ‘ρθει, κι έρχεται πάντα, η στιγμή που το κλειδί θα γυρίσει στη μηχανή ανάστροφα κι η σιωπή θα απλωθεί.
Η σιωπή.
Για μια ανάπτυξη που μετουσιώθηκε σε εξοχικά στην Χαλκιδική, σε μεγάλα και βαριά κλειδιά πολυτελών αυτοκινήτων που έκαναν τα τραπεζάκια έξω να αγκομαχούν και τα φλιτζάνια του καφέ ή τα ποτήρια με το ουίσκι να μην βρίσκουν χώρο για να σταθούν.
Η σιωπή.
Για τους εκπροσώπους που σαν άλλες μπάμπουσκες κάτω απ’ το κεφάλι- καπάκι κρύβουν την επανάληψη και το πανομοιότυπο σύνθημα- πρόσκληση σε έναν αέναο αγώνα και σε μια ατελεύτητη πορεία- για πού ακριβώς, δεν μαρτυρούν- που μας εξαντλεί και τους συντηρεί όπως ο πάγος κάθε τι που περιβάλει.
Η σιωπή.
Για ν’ απορροφήσει τις φωνές όσων κτίζουν καριέρες αντλώντας έμπνευση απ’ την προσδοκία μας μετουσιώνοντας την, λόγω και έργω, σε απελπισία μας, γράφοντας και καταθέτοντας προτάσεις- συνταγές για ένα αύριο που θα ‘ναι καλύτερο από ένα χθες, χωρίς να μπουν στον κόπο να πουν κάτι γι’ αυτό το σήμερα στο οποίο βρισκόμαστε χρόνια τώρα, ένα σήμερα μετέωρο βήμα στο κενό.
Η σιωπή.
Η μόνη συντροφιά στο χέρι που μένει μετέωρο, υψωμένο σ’ έναν ουρανό που όλο και αδειάζει, αποχαιρετώντας το παιδί που γίνεται πουλί και ξεμακραίνει με αργό αλλά σταθερό άνοιγμα των άγουρων ακόμα φτερών του, με τις ελπίδες του τυλιγμένες σε χαρτιά που απέκτησε καταθέτοντας την παιδικότητα και την εφηβεία του επειδή πείστηκε πως κάποτε θα τις πάρει πίσω και με τόκο, κρεμασμένες με σπαγκάκι απ’ τα πόδια του να ανεμίζουν σαν σημαίες που υπεστάλησαν πριν καν σηκωθούν, σημαίες που θ’ αναζητήσουν και μακάρι να βρουν έναν άλλο ιστό για να αναρτηθούν και να υψωθούν όπως τις αξίζει.
Η κραυγή.
Ψίθυρος, “να κάνουμε κάτι” που περισσότερο ακούγεται σαν “κάντε κάτι”, αφού ο φόβος φυλάει τα έρμα και όσους αποφεύγουν τις ευθύνες και μιας και το ντεπόζιτο του αμαξιού έχει ακόμα βενζίνη ας ξεκινήσουμε για μια εκδρομή και έπειτα βλέπουμε. Αν δεν μας αρέσει, γυρνάμε. Έχουμε επιλογές κι είναι καλό αμάξι. Καίει λίγο και στο πρατήριο ο νεαρός με τα άριστα ελληνικά του που καθάρισε τα τζάμια υποσχέθηκε πως με αυτό το καύσιμο κερδίζουμε χιλιόμετρα.
Η κραυγή.
Το αύριο είναι εδώ! Ναι, αλλά το αύριο είναι πάντα μια άλλη μέρα και μια άλλη μέρα είναι μακριά. Ίσως και ν’ απέχει έτη φωτός. Κι έπειτα, προς τι η βιασύνη. Τόσα αύριο πέρασαν και ποιος θυμάται το χθες που η αγωνία μας έσβηνε σε μια μάζωξη που ‘χε ως τίτλο “κουβέντα να γίνεται”.
Η κραυγή.
Πόση ομορφιά! Τι ησυχία! Κι αυτός ο ήλιος που όλο απομακρύνεται και όλο μένει εδώ, εξασκημένος πια να μην βήχει κάθε που τον κυκλώνουν οι μαύροι καπνοί, δεν θ’ αργήσει να μάθει να συμβιώνει και με τα μαύρα σύννεφα που τώρα τον συντροφεύουν κι ας τον ενοχλούν, μέχρι να μαυρίσει κι αυτός σαν τα σωθικά μας που χάνουν πια τα φίλτρα που μας προμήθευε αφειδώς η ουτοπία μας.
Η κραυγή.
Όλοι μαζί, όσοι τέλος πάντων θα δηλώσουμε παρόντες στο επόμενο προσκλητήριο, θα αναφωνήσουμε. Όμορφος κι αυτός ο μαύρος ήλιος!
Όλα θέμα συνήθειας είναι και αποδοχής μιας αλήθειας που ακόμα κι αν δεν σου ανήκει, γίνεται δική σου, φέρει το όνομα σου, η σιωπή σου την γέννησε κι η κραυγή σου ίσως ήρθε αργά για να την αλλάξει.
Υ.Γ. 1. Η φωτογραφία είναι του Αλέξη Κασνάκη
2. Το κείμενο αυτό δημοσιεύτηκε στην έκδοση της ΠΑΡΕΜΒΑΣΗΣ (2020) με τίτλο "Στο τέλος είναι η αρχή μου...", In my end iw my beginning...
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
Πριν τη μεγάλη θλίψη» Μια έκθεση, ένας ακόμα σημαντικός σταθμός στην πορεία του Α. Βρεττάκου.
Ο Αλέξανδρος Βρεττάκος επέλεξε να δώσει στην τελευταία έκθεση των φωτογραφιών του τον τίτλο «Πριν τη μεγάλη θλίψη» , εμπνεόμενος, όπως σημ...
-
Η τεχνητή νοημοσύνη (ΤΝ) έχει πάψει εδώ και πολύ καιρό ν’ αποτελεί σενάριο επιστημονικής φαντασίας, μια εικόνα από ένα πολύ μακρινό μέλλον....
-
Ο γνωστός ιστορικός, καθηγητής πανεπιστημίου, Χάγκεν Φλάϊσερ εξηγώντας τον όρο «δημόσια ιστορία» [1] είχε σημειώσει ότι “Η Δημόσια Ιστορία ...
-
Ο Μ.Π. είναι από τις διακριτές πνευματικές οντότητες της πόλης, της περιοχής και όχι μόνο. Συγγραφέας πολλών μυθιστορημάτων, τα οποία όχι άδ...








