Πέμπτη 9 Απριλίου 2020

Κρυφοκοιτάζοντας στην κόλαση του άλλου

E-mailΕκτύπωση
altΓια το μυθιστόρημα του Νταβίντ Γκρόσμαν «Ένα άλογο μπαίνει σ’ ένα μπαρ» (μτφρ. Λουίζα Μιζάν, εκδ. Ψυχογιός).
Του Μιχάλη Πιτένη
Άνθρωποι κοιτάζονται μεταξύ τους και κουνιούνται ανήσυχοι.
Όλο και λιγότερο κατανοούν τι είναι αυτό το πράγμα στο οποίο μετέχουν εδώ ακούσια. 
Δεν έχω αμφιβολία πως θα είχαν σηκωθεί να φύγουν εδώ και ώρα, 
ή θα τον έδιωχναν τουλάχιστον από τη σκηνή με σφυρίγματα και φωνές, 
αν δεν υπήρχε αυτός ο πειρασμός που είναι δύσκολο να του αντισταθείς 
– ο πειρασμός να κρυφοκοιτάζεις την κόλαση του άλλου.
«Μπορείτε να συνειδητοποιήσετε πόσο αγχωτικό είναι να σε υποχρεώνει ο πατέρας σου στα τρία σου να πηγαίνεις στην παιδική χαρά κάθε μέρα από άλλο δρόμο για να μπερδέψεις τον εχθρό;» Οι θεατές του Ντόβαλε γελάνε μ’ αυτή του την ατάκα, αλλά δεν αντέχουν κι οι περισσότεροι αποχωρούν όταν το πράγμα «χοντραίνει».
Ο Ντόβαλε Γκρίνσταϊν, ο κεντρικός ώρας του Νταβίντ Γκρόσμαν στο βιβλίο Ένα άλογο μπαίνει σ’ ένα μπαρ, είναι αυτός που βρίσκεται στη σκηνή ενός καταγώγιου μιας μικρής πόλης του Ισραήλ, πρωταγωνιστής μιας βραδιάς, υποτίθεται, σταντ απ κωμωδίας. Σταδιακά όμως μετεξελίσσεται σ’ έναν άνθρωπο που πασχίζει να βγάλει από μέσα του ό,τι τον βαραίνει, ό,τι συσσώρευσε η ψυχή του στα πενήντα και πλέον χρόνια της ζωής του. Κι όλα αυτά μόνο αστεία δεν είναι· είναι κομμάτια της προσωπικής του κόλασης, αυτής της κόλασης που, όπως αναφέρει ο συγγραφέας στο παραπάνω απόσπασμα, οδηγεί ορισμένους από τους θεατές του στο να παραμείνουν εκεί, απέναντί του, καρφωμένοι στις θέσεις τους, ενδίδοντας στον πειρασμό του «να κρυφοκοιτάζεις την κόλαση του άλλου».
Ο υπόγειος χώρος, το μισοσκόταδο, η θολή ατμόσφαιρα απ’ τα τσιγάρα μοιάζουν να είναι το κατάλληλο σκηνικό για μια ιστορία που ξεκινά κάπως υποτονικά, χωρίς να σε προϊδεάζει για το τι θα επακολουθήσει. Το προσωπικό τραύμα του Ντόβαλε Γκρίνσταϊν δεν είναι από μόνο του αρκετό για να σε συγκινήσει τόσο, να σε τραβήξει μέχρι το τέλος του βιβλίου. Ωστόσο ο συγγραφέας το χρησιμοποιεί μόνο ως αφορμή για να μιλήσει μέσω του Ντόβαλε για τα συλλογικά τραύματα του λαού του, για τις εμμονές και τις προκαταλήψεις του, για το πώς το παρελθόν εξακολουθεί να επηρεάζει και να καθορίζει το παρόν και το μέλλον του. Ένα παρελθόν που στοιχειώνει όσους το έζησαν αλλά καταδυναστεύει και τους νεότερους. Και το κάνει αυτοσαρκαζόμενος. «Μπορείτε να συνειδητοποιήσετε πόσο αγχωτικό είναι να σε υποχρεώνει ο πατέρας σου στα τρία σου να πηγαίνεις στην παιδική χαρά κάθε μέρα από άλλο δρόμο για να μπερδέψεις τον εχθρό;» Οι θεατές του Ντόβαλε γελάνε μ’ αυτή του την ατάκα, αλλά δεν αντέχουν κι οι περισσότεροι αποχωρούν όταν το πράγμα «χοντραίνει», και ο κωμικός μέσω του σκληρού –και άγαρμπου, είναι η αλήθεια– χιούμορ που σε πολλά σημεία επιλέγει, δεν αφήνει τίποτα όρθιο, περνώντας από κόσκινο τους πάντες και τα πάντα σε μια κοινωνία που βλέπει παντού εχθρούς και εκπαιδεύει τα παιδιά της στην ηλικία των δεκαπέντε ετών, αγόρια και κορίτσια, στον χειρισμό της χειροβομβίδας και στο καμουφλάζ!

Τετάρτη 26 Φεβρουαρίου 2020

Ο Κώστας Βουτσάς και η... φρουτοσαλάτα!



Τέλη της δεκαετίας του ‘70, αρχές της δεκαετίας του ‘80 ο Κώστας Βουτσάς φτάνει στην Κοζάνη επικεφαλής θιάσου με σκοπό να κάνει περιοδεία σ’ όλη την Δυτική Μακεδονία. Ως έδρα του επιλέγει την Κοζάνη. Το πρώτο του βράδυ στην πόλη αναζητώντας μια καλή ταβέρνα αλλά και καλή παρέα φτάνει μέχρι την πόρτα της “Πουλίτσας” στο κέντρο της πόλης. Αν και καθημερινή το μαγαζί έχει αρκετό κόσμο που δείχνει να διασκεδάζει. “Εδώ είμαστε” λέει και μπαίνει. Τον υποδέχεται ο “Λοχαγός”, ο κατά κόσμον Ζήσης Πιτένης, ο πατέρας μου, που εργάζεται εκεί ως σερβιτόρος. Γνωστός καλαμπουρτζής δεν αργεί να πάρει τον αέρα του Βουτσά που ενθουσιάζεται μαζί του και του δηλώνει: “Ζήση, όσες μέρες μείνω στην Κοζάνη κάθε βράδυ εδώ θα έρχομαι… Υπάρχει και τόσο καλή παρέα, πέρασα καταπληκτικά μαζί σας”. Η παρέα αποτελούνταν όντως από ανθρώπους κεφάτους, που όλοι τους ήταν φίλοι των ιδιοκτητών του μαγαζιού, του Τάσου Παγκαρλιώτα και των αδερφών Δούσιου, οι οποίοι έδιναν εκεί το παρόν σχεδόν κάθε βράδυ ακολουθώντας πάντα την ίδια στρατηγική. Καθόταν ανά δύο στα τραπέζια για να φαίνεται απ’ έξω πως το μαγαζί έχει κόσμο και μαζευόταν σε ένα μόνον όταν πλάκωνε πελατεία.
Ο Βουτσάς κράτησε το λόγο του και κάθε βράδυ με το που τέλειωνε η παράσταση, είτε αυτή ήταν στα Γρεβενά, είτε στην Καστοριά, είτε οπουδήποτε αλλού επέστρεφε πάντα στην Κοζάνη και την “Πουλίτσα”, για να συναντήσει τον Ζήση και τα παιδιά.
Ένα βράδυ, το τελευταίο πριν φύγει, εκεί γύρω τις 3, το κέφι βρισκόταν στο φόρτε του, τα πειράγματα πήγαιναν κι έρχονταν και ο ηθοποιός ενθουσιασμένος γυρίζει προς τον πατέρα μου και του λέει: “Ζήση, φέρε στα παιδιά από μια φρουτοσαλάτα, κερασμένη από μένα”. Έλα όμως που ήταν αργά και είχαν φύγει όλοι, μάγειρας και βοηθοί και ο πατέρας μου είχε απομείνει μόνος. Τι να κάνει πάει στην κουζίνα, καθαρίζει μήλα και αφήνει από ένα σε κάθε τραπέζι. Τα βλέπει ο Βουτσάς και του λέει: “Ζήση, τι είναι αυτά; Εγώ φρουτοσαλάτα παρήγγειλα!” Γνωστός για την ετοιμολογία του εκείνος δεν τα χάνει και του απαντάει: “Μην ανησυχείς. Εσύ φρουτοσαλάτα θα πληρώσεις!”
Χρόνια μετά, τέλη της δεκαετίας του ‘90, είμαι στη Ρόδο για δουλειά και συναντάω τυχαία σ’ ένα μπαρ τον Κώστα Βουτσά. Οι παρέες μας εφάπτονται και κάποια στιγμή βρισκόμαστε να μιλάμε μεταξύ μας.
- Από πού είσαι;
- Από Κοζάνη.
- Από Κοζάνη! Μήπως ξέρεις κάποιον…
Με κοιτάει, με ξανακοιτάει.
- Τι κάνει; Πώς είναι;
Μιλάμε για τον πατέρα μου και όταν χωριζόμαστε μου ζητά να του τον φιλήσω.
- Ευχαρίστως.
- Αλλά να του πεις πως ξανά φρουτοσαλάτα δεν πληρώνω!
Καλό ταξίδι Κώστα Βουτσά και αν συναντήσεις τον Λοχαγό μας να μου τον φιλήσεις και να ΄σαι σίγουρος πως θα βρει αυτός τρόπο να σε ξαναβάλει να πληρώσεις το μήλο για φρουτοσαλάτα.

Τρίτη 21 Ιανουαρίου 2020

Μετέωρη Γυναίκα

Είναι δυνατόν να ξεφύγεις οριστικά από το παρελθόν αν δεν κλείσεις όλους τους ανοιχτούς λογαριασμούς που έχεις μαζί του;

Η Δομνίκη αντιλαμβάνεται κάποια στιγμή στη ζωή της πως, όσο παραμένουν ανοιχτοί αυτοί οι λογαριασμοί, δεν θα πάψει ποτέ να είναι μια μετέωρη γυναίκα. Και η Δομνίκη θέλει όσο τίποτε άλλο να περπατάει με σταθερό και σίγουρο βήμα. Κάτι που πετυχαίνει μόλις συνειδητοποιήσει πως από τις αυταπάτες της και ό,τι την πληγώνει δεν μπορεί να την απαλλάξει κανένας άλλος παρά μόνο ο ίδιος της ο εαυτός.

Ένα μυθιστόρημα για την ενηλικίωση μιας σύγχρονης γυναίκας που από την εφηβεία της κιόλας αναγκάζεται να κουβαλάει και να συμβιώνει με τις πράξεις των άλλων, θύμα ξένων επιλογών και συμπεριφορών. Μέχρι που αποφασίζει, όχι μόνη της μα αναγκασμένη από τα γεγονότα, να πάρει την κατάσταση στα χέρια της. Και τότε θα διαπιστώσει πόσο εύκολο είναι να πατήσεις ακόμα και τη σκανδάλη ενός όπλου που σημαδεύει ένα πολύ αγαπημένο σου πρόσωπο, αν έχεις ξεπεράσει τα όριά σου…

Δευτέρα 20 Ιανουαρίου 2020

«Είναι οι άνθρωποι ερημιά κι ο τόπος κρύος»

E-mailΕκτύπωση
Jason deCaires Taylor sculpture 700Για την ποιητική συλλογή του Βαγγέλη Τασιόπουλου «Αχερουσία η θάλασσα» (εκδ. Γκοβόστη).
Του Μιχάλη Πιτένη
Απ’ άκρη σ’ άκρη μια γριούλα το νυφικό της περιφέρει, 
κρατά τα ξεφτισμένα στέφανα
τα δίνει δώρο, λέει, ψάχνει για κάποια
ανύπαντρη φτωχιά να το προσφέρει.
«Η λευκή της ιστορία»
(Αχερουσία η θάλασσα)
Το απόσπασμα που παραθέτουμε από τη νέα ποιητική συλλογή του Βαγγέλη Τασιόπουλου Αχερουσία η θάλασσα είναι ένα χαρακτηριστικό δείγμα του προβληματισμού και της ανησυχίας που κατακλύζουν τον ποιητή για τα όσα συμβαίνουν γύρω μας, δίπλα μας, στις δικές μας θάλασσες, στις δικές μας ακτές, με πρωταγωνιστές χιλιάδες ανθρώπους που προσπαθούν να ξεφύγουν απ’ την όποια κακή τους μοίρα. Ενός προβληματισμού που ξετυλίγεται και εκφράζεται μέσα από τα τριάντα οκτώ ποιήματα της συλλογής που είναι εικόνες τού σήμερα, οι οποίες, όμως, συνδέονται με το χθες και το πιθανότερο είναι πως θα τις δούμε και αύριο.
Η ποίηση του Τασιόπουλου γεμάτη σωσίβια επιπλέοντα, απομεινάρια από τσακισμένες βάρκες, άδειες βαλίτσες, σώματα χωρίς ζωή κι ελπίδα, υγρά και σκληρά χώματα που από πάνω τους πασχίζουν να γαντζωθούν τρυφερά χέρια παιδιών ή ροζιασμένα δάχτυλα γερόντων. Ποίηση που εμπνέεται από ειδήσεις της σημερινής μέρας, αλλά τροφοδοτείται και από τις ειδήσεις της χθεσινής προαναγγέλλοντας ταυτόχρονα και εκείνες της επόμενης.

Παρασκευή 17 Ιανουαρίου 2020

Ένα επιτυχημένο εγχείρημα από το ΔΗΠΕΘΕ Κοζάνης

E-mailΕκτύπωση
altΓια το μιούζικαλ «Χριστούγεννα ξανά» των Μιχάλη Πιτένη και Παναγιώτη Δημόπουλου σε σκηνοθεσία Ευθύμη Χρήστου, το οποίο παρουσιάστηκε από το ΔΗΠΕΘΕ Κοζάνης.
Της Ιωάννας Κωσταρέλλα
Έχει γίνει –και εξακολουθεί να γίνεται– πολύς λόγος για το αν τα ΔΗΠΕΘΕ καταφέρνουν να υπηρετούν το όραμα της Μελίνας που, σε γενικές γραμμές, στόχευε στην πολιτιστική αποκέντρωση, με την ίδρυση κυττάρων δημιουργίας και παραγωγής πολιτισμού στην ελληνική περιφέρεια. Ένα όραμα που φαίνεται να υπηρετεί το ΔΗΠΕΘΕ Κοζάνης χρόνια τώρα, και που επιβεβαίωσε με εμφατικό τρόπο με την παράσταση που ετοίμασε και παρουσίασε αυτά τα Χριστούγεννα. Την παράσταση παρακολούθησαν 1.200 περίπου θεατές σε διάστημα τεσσάρων μόλις ημερών (26-29/12). Μια παράσταση πρωτότυπη κατόπιν παραγγελίας του ίδιου του θεάτρου, που θέλησε να μας προσφέρει αυτή τη χρονιά κάτι διαφορετικό, και το πέτυχε, με το μιούζικαλ «Χριστούγεννα ξανά», σε λιμπρέτο του Μιχάλη Πιτένη και το μουσική του Παναγιώτη Δημόπουλου.
Ο μεν Μιχάλης Πιτένης, μέλος της Εταιρείας Ελλήνων Θεατρικών Συγγραφέων, έχει ήδη στο ενεργητικό του το ανέβασμα έντεκα θεατρικών και οκτώ λογοτεχνικών έργων. Ο δε Παναγιώτης Δημόπουλος, μέλος μιας μουσικής οικογένειας, είναι ένας διακεκριμένος πιανίστας με εξαιρετικές κλασικές σπουδές στο Ηνωμένο Βασίλειο, όπου ολοκλήρωσε τρεις κύκλους μεταπτυχιακών σπουδών και μια διδακτορική διατριβή.
Όλα ξεκίνησαν τον περασμένο Μάρτη, όταν ο καλλιτεχνικός διευθυντής του ΔΗΠΕΘΕ Κοζάνης Λευτέρης Γιοβανίδης (σ.σ. του οποίου η σύμβαση δεν ανανεώθηκε παρά το πολύ αξιόλογο έργο που παρήγαγε κατά τη διάρκεια της μόλις διετούς θητείας του, προσφορά που αναγνωρίστηκε από πολλούς στην περιοχή), ανέθεσε στον συγγραφέα και τον μουσικό να ετοιμάσουν ένα μιούζικαλ για τα Χριστούγεννα, στο οποίο θα συνέπρατταν και θα συνεργάζονταν όλες οι πολιτιστικές δομές του δήμου.
Φυσικά ήξερε σε ποιους ανέθετε ένα τέτοιο δύσκολο και τολμηρό εγχείρημα. Ο μεν Μιχάλης Πιτένης, μέλος της Εταιρείας Ελλήνων Θεατρικών Συγγραφέων, έχει ήδη στο ενεργητικό του το ανέβασμα έντεκα θεατρικών και οκτώ λογοτεχνικών έργων. Τα δύο τελευταία θεατρικά έργα του, μια σουρεαλιστική μαύρη κωμωδία και ένας θεατρικός μονόλογος μιας τραγουδίστριας, παραγωγές και αυτά του ΔΗΠΕΘΕ, σημείωσαν μεγάλη επιτυχία και έτυχαν ευρείας αποδοχής από το θεατρόφιλο κοινό της περιοχής. Ο δε Παναγιώτης Δημόπουλος, μέλος μιας μουσικής οικογένειας, είναι ένας διακεκριμένος πιανίστας με εξαιρετικές κλασικές σπουδές στο Ηνωμένο Βασίλειο, όπου ολοκλήρωσε τρεις κύκλους μεταπτυχιακών σπουδών και μια διδακτορική διατριβή, και διδάσκει σε όλες τις εκπαιδευτικές βαθμίδες. Οι διάφορες ηχογραφήσεις του έχουν λάβει πολύ θετικές κριτικές από τον διεθνή Τύπο (Gramophοne, Tempo, International Record Review κ.ά.) και τα περισσότερα από 70 πρωτότυπα έργα του έχουν πάρει τις πρώτες εκτελέσεις τους σε διεθνή Φεστιβάλ.

Τετάρτη 15 Ιανουαρίου 2020

Μιχάλης Πιτένης: «Μετέωρη γυναίκα» Γιάννης Παπαγιάννης - diastixo.gr- Δημοσιεύτηκε 15 Ιανουαρίου 2020

Το νέο μυθιστόρημα του Μιχάλη Πιτένη είναι ένα εγχείρημα που κερδίζει σταδιακά τον αναγνώστη με την εμβάθυνση στους χαρακτήρες, και ειδικά στον χαρακτήρα της κεντρικής ηρωίδας, με τη γεμάτη ενσυναίσθηση προσέγγιση στις δυσκολίες και στον πόνο της ζωής της και με την απλότητα κι ακρίβεια της αφήγησης.
Η Μετέωρη γυναίκα είναι ένα ερωτικό μυθιστόρημα, γραμμένο για μια γυναίκα από την οπτική ενός άντρα. Ερωτικές-σεξουαλικές σκηνές που δεν θα υπήρχαν αν το κείμενο το υπέγραφε γυναίκα, μια απλή, καθημερινή πρωτοπρόσωπη αφήγηση, μια γυναίκα που αισθάνεται διαρκώς προδομένη, που της συμβαίνουν μύρια όσα κακά, που την εκμεταλλεύονται σεξουαλικά ηλικιωμένοι άντρες, που της λένε ψέματα όσοι αγαπάει κ.λπ. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι όσα περιγράφονται κι αποτελούν τον καμβά της αφήγησης είναι μανιχαϊστικά κι ίσως κοινότοπα. Κι ωστόσο, αποδεικνύεται ότι δεν είναι καθόλου έτσι τα πράγματα. Το μυθιστόρημα του Βορειοελλαδίτη συγγραφέα κερδίζει κατά τη διάρκεια της αφήγησης το στοίχημα. Τα πολλαπλά οικογενειακά μυστικά που επιδέξια χειρίζεται κι αποκαλύπτει σταδιακά, όχι μόνο δεν έχουν τη μηχανιστική επίδειξη ανατροπής που συναντάμε συχνά σε ανάλογες μυθοπλασίες, αλλά επεξηγούν σταδιακά τον χαρακτήρα της ηρωίδας και τον κάνουν κατανοητό στον αναγνώστη.

Πέμπτη 2 Ιανουαρίου 2020

Η αγάπη μπορεί!


Δεν το περίμενα. Ή μάλλον δεν το φανταζόμουν. Να κερδίσω τόσα πολλά απ’ το τελευταίο θεατρικό μου κείμενο, το λιμπρέτο του μιούζικαλ “Χριστούγεννα ξανά”.
Το παρέδωσα 13 Αυγούστου. Μες το κατακαλόκαιρο. Ένα κείμενο πενήντα σελίδων, που εμπεριείχε και τους στίχους των δέκα επτά (17) τραγουδιών. Το άφησα στα χέρια του Παναγιώτη Δημόπουλου για να το ντύσει μουσικά. Αφοσιώθηκα στην τελική διόρθωση του μυθιστορήματος μου “Μετέωρη γυναίκα” που θα κυκλοφορούσε τέλη Οκτώβρη, αρχές Νοέμβρη.
Μίλησα λίγο, ελάχιστα, με τον σκηνοθέτη Ευθύμη Χρήστου που ανέλαβε να το στήσει επί σκηνής. Συναίνεσα όταν μου είπαν πως έπρεπε να κοπούν δύο τραγούδια και κάποιες φράσεις (ατάκες) των διαλόγων καθώς θα ξεπερνούσε τις δύο ώρες και θα κούραζε.  
Δεν είχα ιδέα ποιοι θα παίξουν τελικά, εκτός των δύο που ζήτησα να συμπεριληφθούν οπωσδήποτε. Δημήτρης (Τάκης) Συνδουκάς και Γιώργος Κοντορίκος δεν θα μπορούσαν να λείπουν. Φορτωμένοι κι οι δύο από άλλες παραστάσεις ήταν ξεκάθαροι απέναντι μου. «Αφού μας το ζητάς, πώς να πούμε όχι;». Χάρηκα, πάρα πολύ, που για μια ακόμα φορά στα είκοσι έξη χρόνια της συνεργασίας μας μοιραστήκαμε κάτι που φάνηκε πως ο κόσμος το αγάπησε. Το στήριξε. Δεν είναι και λίγοι κοντά 1.200 θεατές σε τέσσερις (4) μόλις παραστάσεις!
Μάθαινα, μέσες άκρες, πώς εξελίσσονται τα πράγματα, αλλά σε πρόβα πήγα στο τέλος. Μόλις μια βδομάδα πριν την πρεμιέρα.
Κάθισα δίπλα στο Γιώργο (Κοντορίκο). Η μουσική του Παναγιώτη (Δημόπουλου) εξαίσια. Μέχρι κι οι στίχοι μου άρεσαν! «Εγώ τους έγραψα», ψιθύρισα με περηφάνια στο Γιώργο. Γέλασε.

Πριν τη μεγάλη θλίψη» Μια έκθεση, ένας ακόμα σημαντικός σταθμός στην πορεία του Α. Βρεττάκου.

  Ο Αλέξανδρος Βρεττάκος επέλεξε να δώσει στην τελευταία έκθεση των φωτογραφιών του τον τίτλο «Πριν τη μεγάλη θλίψη» , εμπνεόμενος, όπως σημ...