Κυριακή 25 Οκτωβρίου 2015

Από την Κοζάνη στις Βρυξέλες-Η περίπτωση του Μιχάλη Πιτένη [ Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης / Ελλάδα / 22.10.15 ]

Σκέφτομαι την αδιάκοπη εφημερία της γραφής. Που υπό μία άλλη έννοια είναι σαν τη μύγα του Σωκράτη. Μονολογική και αυτοαναφορική, τρόπον τινά. Δεν σε αφήνει να ησυχάσεις. Αλλά και μοναχική, σιωπηλή, ζαλιστική. Πιάνω τις “Κόρες τις Αφροδίτης”, τα “Υγρά ίχνη της μνήμης”, την “Προφητεία του Μότσαρτ” και την “Απόγονο” και πίσω από το συγγραφικό αποτέλεσμα νιώθω συναδελφικώ τω τρόπω να αναφύεται ένα πλήθος από απορίες. Αναρωτιέμαι, λοιπόν:
Πόσα αποτυχημένα αρχινίσματα πρέπει να ξεκινήσεις, για να κάνεις μια οριστική αρχή; Πόσες σβησμένες λέξεις πρέπει να ξεχάσεις, για να σχηματίσεις μια τελειωμένη φράση; Πόσα εγκαταλελειμμένα πρόσωπα πρέπει να θάψεις, για να πλάσεις έναν ολοκληρωμένο ήρωα; Πόσα πειραματικά στοιχεία πλοκής πρέπει να απορρίψεις για να προωθήσεις μια συνεπή δράση; Πόσες αξημέρωτες νύχτες πρέπει να ξημερώσεις, ώσπου να γράψεις την τελευταία λέξη; Και πόσα επιμέρους βιβλία πρέπει να αθροίσεις για να ολοκληρώσεις το νόημα όσων έχεις κατά νου να πεις;
Ο λόγος για όσους αφοσιωμένα διακονούν τη γραφή, και στην προκειμένη για τον Μιχάλη τον Πιτένη, που με τα έξι ως τώρα πεζογραφικά του και με τη μία συμμετοχή σε συλλογικό έργο θύει σε αυτή την εργώδη εφημερία του πληκτρολογίου με τον μοναχικό, σιωπηλό και ζαλιστικό τρόπο της σωκρατικής μύγας. Αφήνω λοιπόν στην άκρη τα “Κουβάρια της σιωπής”, το “Μην ενοχλείτε τον πρίγκιπα” και το συλλογικό “Συνάντηση”, για τα οποία δεν μπορώ να εκφέρω γνώμη, και επανέρχομαι στον αρχικό μου προβληματισμό για τη δυσκολία της γραφής.

Παρασκευή 14 Αυγούστου 2015

Λόγω διαδικασίας...



Σύμπτωμα των καιρών ή μακροχρόνια ανίατη ασθένεια; Επί, και όπισθεν, της διαδικασίας κρυπτόμενοι, αναβάλουμε διαρκώς το επόμενο βήμα, παρότι λεονταρίζουμε πως είμαστε έτοιμοι για το άλμα.
Οι πράξεις παράγουν ένα κάποιο αποτέλεσμα. Λάθος ή κακό, διορθώνεται. Τα λόγια απλώς περιγράφουν την αδυναμία μας να λειτουργήσουμε. Οι ατέρμονες διαδικασίες επί της ουσίας δεν προωθούν ούτε συνθέτουν τις διαφορές απόψεις επ΄ ωφελεία του βέλτιστου, τις αποδυναμώνουν, αν δεν τις ευτελίζουν κιόλας.
Δυστυχώς, όσοι οφείλουν να αξιολογούν τον εαυτό τους με τα αυστηρότερα κριτήρια και να τον ελέγχουν προστατεύοντας εαυτόν και αλλήλους και πρωτίστως εμάς, τον υμνολογούν και τον αποθεώνουν, συντρίβοντας τον αντίπαλο και την κοινή λογική σ΄ έναν ανούσιο και αναίτιο στίβο μάχης, όπου αντί να παράγεται πολιτική αναμοχλεύεται το κατακάθι των ταπεινότερων ανθρώπινων συμπεριφορών και ενστίκτων.
Λόγω διαδικασίας γίνονται όλα και οδηγούν όχι στο τίποτα, που θα ΄ταν εντέλει προτιμότερο, αλλά στην επανάληψη σκηνών απ΄ ένα παρελθόν που θαρρείς και έχει γαντζωθεί πάνω μας και μας ακολουθεί σαν τη σκιά μας.
Τι μέλλον να ΄χουμε επαναλαμβάνοντας συνεχώς το παρελθόν; Καλό ερώτημα αλλά χρήζει ενδελεχούς, εμπεριστατωμένης και εξαντλητικής συζήτησης, αρκεί πρώτα να ορίσουμε σαφώς τη διαδικασία...

Τρίτη 4 Αυγούστου 2015

Κάτσε να δούμε πρώτα τι θα γίνει…

“Κάτσε να δούμε πρώτα τι θα γίνει…”.
Φράση ειπωμένη από διαφορετικά χείλη που μοιάζει σαν να τη δανείστηκαν από άλλα, κι ας είναι ξένα και άγνωστα. Φράση δανεική αλλά και ιδιόκτητη, εμπεριέχει και ενώνει την κοινή μας αγωνία. Φράση που περικλείει την αδράνεια που μας ακινητοποιεί σ΄ ένα ανεξερεύνητο παρόν και ένα άδηλο μέλλον.
Όσο και αν θέλουμε να προσπεράσουμε τη βασανιστική ροή των ημερών, να βγούμε μπροστά ελπίζοντας πως το αύριο δεν θα μας διαψεύσει και αυτό, σκοντάφτουμε πάνω στη φράση και γκρεμοτσακιζόμαστε. Δεν ματώνουν τα γόνατα, δε γδέρνονται οι αγκώνες, ούτε ματώνουν οι παλάμες μας. Χειρότερα. Απογοητευόμαστε.
Τσαλαβουτάμε στα απόνερα θολών ονείρων που θολώνουν όλο και περισσότερο καθώς σκύβουμε και βουτάμε τα χέρια μας ψηλαφίζοντας, αναζητώντας εναγωνίως αν διασώθηκε κάτι απ΄ το παρελθόν που χτίστηκε με την άμμο σε κάποια ακρογιαλιά.  
“Κάτσε να δούμε πρώτα τι θα γίνει…”.
Απλοί θεατές; Ξεχνάμε πως κανένα θέαμα δεν προσφέρεται δωρεάν και όσο και αν κάνουμε προσεκτικά την επιλογή μας, το αντίτιμο πληρώνεται πάντα από μας.

 Ξεχνάμε, απογοητευόμαστε, εξοργιζόμαστε. Τα υλικά απ΄ τα οποία φτιάχνονται τα αδιέξοδα μας και αντί να αφαιρούμε μέρες απ΄ το ημερολόγιο ξανακολλάμε τις περασμένες.

Κυριακή 12 Ιουλίου 2015

“ΟΛΙΑ ΤΑ «ΑΧ» Τ΄ ΕΜΕΤΕΡΑ ΕΓΕΝΤΑΝ ΤΡΑΓΩΔΙΑΣ”- Ένα βιβλίο και CD, απόδοση τιμής στον ποντιακό πολιτισμό.

“Γιατί οι άνθρωποι όταν τραγουδάνε, χορεύουν, παίζουν θέατρο, ονειρεύονται, μένουν ζωντανοί οι νεκροί κι οι πατρίδες αθάνατες”. Μ΄ αυτές τις λέξεις, δάνειο απ΄ την εισαγωγή του λογοτέχνη Κώστα Διαμαντίδη στη μετάφραση απ΄ τον ίδιο στα ποντιακά της Λυσιστράτης του Αριστοφάνη (έκδοση του Κέντρου Ποντιακών Μελετών), ο Μάκης Σεβίλογλου κλείνει το δικό του πρόλογο στην έκδοση του βιβλίου με CD που φέρει τον τίτλο “ΟΛΙΑ ΤΑ «ΑΧ» Τ΄ ΕΜΕΤΕΡΑ ΕΓΕΝΤΑΝ ΤΡΑΓΩΔΙΑΣ”.
            Μια έκδοση- αφιέρωμα, μουσικό, λογοτεχνικό και ιστορικό, στον Πόντο και τους ανθρώπους του, αποτέλεσμα συλλογικής προσπάθειας και συνένωσης καλλιτεχνών και πνευματικών δημιουργών που καταφέρνουν μέσα απ΄ αυτό όχι απλώς να αποτίσουν φόρο τιμής σ΄ ένα χαμένο κομμάτι ελληνικής γης, αλλά να ενδυναμώσουν τη φλόγα της μνήμης και, το κυριότερο κατά τη γνώμη μου, να ξεναγήσουν και μας τους υπόλοιπους στον πολιτισμό του, όπως αυτός είναι αναλλοίωτα καταγεγραμμένος στην ψυχή όλων των γενεών και όπως αυθόρμητα και αυθεντικά ζωντανεύει και αναδύεται μόλις το δοξάρι αγγίξει τις χορδές της ποντιακής λύρας.
            Μια έκδοση- αφιέρωμα που εκπλήσσει ευχάριστα καθώς φροντίζει η ξενάγηση στην οποία μας προσκαλεί να μην είναι μονόπλευρη, αλλά να συντίθεται από όλα εκείνα τα στοιχεία που και τεκμηριώνουν αλλά και αποκαλύπτουν ξεχωριστά και σημαντικά στοιχεία της ιστορικής διαδρομής αυτών των δικών μας ανθρώπων που ξεριζώθηκαν και εξεδιώχθησαν από την αρχαία πατρίδα με βίαιο και βάναυσο τρόπο, ποτίζοντας την εκατοντάδες χιλιάδες απ΄ αυτούς με το ίδιο τους το αίμα.
            Κατάφεραν όμως, παρόλα τα δείνα και τις τρομακτικές δυσκολίες, να σταθούν στα πόδια τους, να πατήσουν γερά στη γη και όπως ο Γιώργος Κορδέλας (σκηνοθέτης, συγγραφέας και στιχουργός ) αναφέρει στο έξοχο ποίημα του “Παιδί του Πόντου” που υπάρχει στην αρχή του βιβλίου
“Μάνα, του Πόντου τα παιδιά
  χορεύουν με τη Μοίρα
  Βογγάει η γης στο πάτημα
  στη δοξαριά η λύρα
  Μ΄ ένα κερί, στη Σουμελά
  και πάλι σ΄ ανταμώνω
  Μάνα, σε νιώθω πιο πολύ
  τώρα, που μεγαλώνω”.        
            Όπως και αν το δει κανείς, όση απόσταση και αν θελήσει να κρατήσει από γεγονότα παλιά και περασμένα ακολουθώντας τη λογική και ανθρώπινη επιλογή, η ζωή προχωρά και καλά είναι να κοιτάς πίσω αλλά να μην μένεις κολλημένος στο παρελθόν, οι δύο τελευταίοι στίχοι απ΄ το απόσπασμα του ποιήματος του Κορδέλα  “Μάνα, σε νιώθω πιο πολύ τώρα, που μεγαλώνω” εξηγούν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο γιατί συγκεντρώθηκε αυτό το υλικό και μέσα από μια σοβαρή και καλά οργανωμένη συλλογική προσπάθεια οδήγησε στην έκδοση του “ΟΛΙΑ ΤΑ «ΑΧ» Τ΄ ΕΜΕΤΕΡΑ ΕΓΕΝΤΑΝ ΤΡΑΓΩΔΙΑΣ”, ένα πραγματικά συγκινητικό έργο.
            Όμως, οι παραπάνω στίχοι εξηγούν και κάτι άλλο. Γιατί οι Πόντιοι δεν αφήνουν να κοπεί αυτός ο αόρατος ομφάλιος λώρος που τους συνδέει με τις χαμένες πατρίδες, αλλά κόντρα στα σημεία των καιρών που φαίνεται να ισοπεδώνουν και να εξομοιώνουν τα πάντα στο βωμό της παγκοσμιοποίησης, κλείνουν ευλαβικά το γόνυ και κρατούν αναμμένους τους δικούς τους πατρογονικούς βωμούς, εναλλάσσοντας το μοιρολόι για ό,τι η μοίρα τους στέρησε με όσα η ζωή πια τους προσφέρει.
            Αυτή τη μετάβαση απ΄ τη λύπη στη χαρά, απ΄ τον πόνο της απώλειας στην ευφροσύνη της δημιουργίας, απ΄ τη νοσταλγία του παρελθόντος στην προσμονή του μέλλοντος, περικλείει αυτό το συλλογικό έργο, τόσο μέσα στα κείμενα του όσο και μέσα στα 21 του τραγούδια. Ιστορικά στοιχεία, προσωπογραφίες ανθρώπων που έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην ποντιακή μουσική, λογοτεχνικά κείμενα και προσωπικές μαρτυρίες, συνθέτουν μια εικόνα που αξίζει να βρίσκεται στην πινακοθήκη της συλλογικής ιστορικής μας μνήμης και όχι μόνο ενός κομματιού του ελληνισμού, των Ποντίων. Γιατί αν κάτι πρέπει να διδαχθούμε απ΄ την ιστορία μας είναι πως όπου έχασε ένα κομμάτι του ελληνισμού χάσαμε όλοι μας, και όπου κέρδισε, κερδίσαμε όλοι μας. Κι αυτό μπορεί πάρα πολλές φορές να μην περνάει καν απ΄ το μυαλό μας, αλλά ευτυχώς δεν το ξεχνά το θυμικό μας γι΄ αυτό είτε ακούμε λύρα, ποντιακή ή κρητική, κλαρίνο και ζουρνά, μπορεί να βρεθούμε απ΄ τη μια στιγμή στην άλλη να ΄χουμε σφιγμένο μες την παλάμη μας ένα χέρι που ίσως ανήκει σε κάποιον που έρχεται από διαφορετικό ιστορικό μονοπάτι, αλλά που τελικά βαδίζουμε μαζί στον ίδιο δρόμο.        
Οι συντελεστές.
Παραγωγή: Σεβίλογλου Μάκης- Caspar Falke, Kyklosrecords.

Τα τραγούδια ερμηνεύουν και παίζουν οι:
Γιάννης Κουρτίδης, Αλέξης Παρχαρίδης, Γιώργος Σοφιανίδης, Κωνσταντίνος και Ματθαίος Τσαχουρίδης, Εύα Σταμπολίδου, Βαγγέλης Παντελίδης, Λευτέρης Ανδρεάδης, Θάνος Τσαμπερτίδης, Γιάννης Σανίδης, Κώστας Παρχαρίδης, Χάρης Τσακαλίδης Σταύρος Μιχαηλίδης, Στέφανος Σεβίλογλου και Κώστας Φουλίδης.

Τα κείμενα που φιλοξενούνται στο βιβλίο είναι των:
Κώστα Φωτιάδη και Βλάση Αγτζίδη, ιστορικοί
Κώστα Διαμαντίδη, λογοτέχνη
Κωστή Δρυγιανάκη, μουσικού ερευνητή
Κωνσταντίνου και Ματθαίου Τσαχουρίδη, μουσικολόγοι
Νίκου Ζουρνατζίδη, ερευνητή ποντιακών χορών.

Το βιβλίο σχεδίασαν, επιμελήθηκαν και εμπλούτισαν με πρωτότυπα ντοκουμέντα, μαρτυρίες και δικά τους κείμενα η Νατάσα Μποζίδου και ο Μάκης Σεβίλογλου.


Ο σχεδιασμός του εξωφύλλου έγινε απ΄ το Γιώργο Κορδέλα και η φωτογραφία είναι από το αρχείο του Γιάννη Αμοιρίδη.  

Πέμπτη 2 Ιουλίου 2015

Διχασμένη ή ενωμένη κοινωνία;



Διχασμένη κοινωνία. Δυστυχώς. Με το να ομονοούμε, θεωρητικά πάντα μιλώντας, στην εθνική αναγκαιότητα για αποφυγή του διχασμού, δε σημαίνει πως το εννοούμε κιόλας.
Η θεωρία από την πράξη δεν απέχει απλώς όσο τα λόγια από τα έργα. Απέχει πολύ περισσότερο, όσο η αποδοχή ότι μπορεί και ο άλλος να έχει δίκιο, ή όσο πως και η αλήθεια του άλλου αξίζει του σεβασμού μας.
Το ΝΑΙ και το ΟΧΙ του δημοψηφίσματος που, κακά τα ψέματα, διχάζει, δεν αναμετρώνται με βάση την υπόθεση εργασίας του μέλλοντος που προοιωνίζεται η επιλογή του ενός ή του άλλου. Κονταροχτυπιούνται αναμοχλεύοντας το παρελθόν όσων στοιχίζονται από πίσω τους.
Το παρελθόν είναι, και πρέπει να είναι, οδηγός για το παρόν και το μέλλον, αλλά ως γνώση και δίδαγμα. Όταν όμως επιμένεις να επιστρέφεις εκεί για να λύσεις διαφορές και να αλλάξεις ό,τι έχει συντελεστεί, καταστρέφεις το σήμερα και το αύριο. Ουσιαστικά καταστρέφεις την ίδια τη ζωή.
Το ερώτημα δεν είναι μεταφυσικό, αλλά ουσιαστικό και κυρίως πρακτικό. Έτσι θα ζήσουμε; Φοβούμενοι να κοιτάξουμε ο ένας στα μάτια τον άλλο; Με καρφιτσωμένο στο πέτο το πιστοποιητικό των απόψεων μας για να μπορούμε να επιλέξουμε ποιοί μας κάνουν και ποιοί όχι;
Ξεκάθαρα και ειλικρινά. Ταλαντεύομαι ανάμεσα στο ΝΑΙ και το ΟΧΙ όσο βλέπω να διαγκωνίζονται όχι για να προσφέρουν κάποια λύση, αλλά για το ποιό θα πληγώσει περισσότερο τις σάρκες μας. Αυτές που ήδη αιμορραγούν.
Με ξεπερνά το γεγονός πως η όποια στάση ή απόφαση μας θα πρέπει να προσδιορίζεται, γιατί έτσι επιβάλει η περιρρέουσα ατμόσφαιρα, απ΄ ό,τι θεωρούμε πως πρέπει να μισούμε ή να απεχθανόμαστε. Κάτι τέτοιο μπορεί να μας οδηγεί στη συγκρότηση μεγάλων και διευρυμένων συνόλων, ικανών να ενισχύσουν την πεποίθηση πως έχουμε όλο το δίκιο με το μέρος μας, αλλά δεν παύουν να ΄ναι πρόσκαιρες και ευάλωτες συμμαχίες που όσο εύκολα διαμορφώνονται αλλά τόσο, και ίσως ευκολότερα, αποσυντίθενται. Το χειρότερο βέβαια είναι πως τα μέλη τέτοιων συμμαχιών είναι εξαιρετικά πιθανό να μετατραπούν από τη μια στιγμή στην άλλη σε απηνείς διώκτες και εχθροί των μέχρι πριν λίγο συμμάχων τους, καθώς η άρνηση σε κάτι δεν αποτελεί ισχυρή συγκολλητική ουσία, ούτε εμπεριέχει την απαραίτητη ηθική που μπορεί να φρενάρει απαράδεκτες συμπεριφορές.
Στο σημείο που βρισκόμαστε, ως χώρα, κοινωνία και πολίτες, έχουμε απόλυτη ανάγκη να ενωθούμε σε κάτι θετικό και πραγματικά ελπιδοφόρο. Κάτι που δεν θα μας οδηγεί στο να γυρνάμε ο ένας την πλάτη στον άλλο, αλλά να βάλουμε πλάτη ο ένας για τον άλλο.
Αυτό δεν προϋποθέτει να απεμπολήσουμε ό,τι πιστεύουμε και εκτιμούμε, ούτε βέβαια να γίνουμε ο καθένας αντίγραφο του άλλου. Ζητά μόνο να συνειδητοποιήσουμε πως η πραγματική δύναμη των ανθρώπων βρίσκεται στη δυνατότητα να συνδυάζουν τη σκέψη με τα συναισθήματα και την αποδοχή πως πάρα πολλές φορές στη ζωή μας οφείλουμε να κάνουμε ένα βήμα πίσω απ΄ την ενόχληση μας για να δημιουργήσουμε χώρο και τόπο και για τον άλλο.
Ζητά, όσο είναι ακόμα καιρός και το μαχαίρι της διχόνοιας δεν έφτασε στο κόκαλο, να αλλάξουμε τον ορισμό και από διχασμένη κοινωνία να γίνουμε ενωμένη κοινωνία.

Πριν τη μεγάλη θλίψη» Μια έκθεση, ένας ακόμα σημαντικός σταθμός στην πορεία του Α. Βρεττάκου.

  Ο Αλέξανδρος Βρεττάκος επέλεξε να δώσει στην τελευταία έκθεση των φωτογραφιών του τον τίτλο «Πριν τη μεγάλη θλίψη» , εμπνεόμενος, όπως σημ...