Τρίτη 15 Μαρτίου 2016

Καθαρή Δευτέρα

Το σουρούπωμα της Καθαρής Δευτέρας σέρνει μαζί του και μια μελαγχολία, σαν τις σερπαντίνες που φιδοσέρνονται στους έρημους δρόμους, έχοντας πάρει στο κατόπι το βοριαδάκι που φυσά.
Η ανάμνηση μιας αποκριάς που ανήκει πια στην προηγούμενη μέρα, κρεμασμένη απ΄ το σχοινί της μπουγάδας, ρούχο που στεγνώνει μ΄ έναν κυματισμό που σβήνει.
“Και του χρόνου”. Ευχή μακρινή ή κοντινή, ανάλογη με το τι γεννά τη μελαγχολία…
Υ.Γ. Η φωτογραφία είναι του Αλέξανδρου Βρεττάκου.

Μια προκυμαία στο νερό.

 

Φεύγεις. Τα μαλλιά σου χορεύουν στους ώμους σου. Μόνο με τα δάχτυλα των ποδιών αγγίζεις το έδαφος. Ισορροπείς κινούμενη. Ακινητώ πασχίζοντας να ισορροπήσω.
Γαληνεύω με την εικόνα σου. Το καταφύγιο μου, ακόμα και όταν η απόσταση μεγαλώνει αποδυναμώνοντας τα χρώματα της, σβήνοντας τις γραμμές της. Αχνή, ποτέ ξεθωριασμένη. Μακρινή, ποτέ απούσα.
Λυπάμαι. Για όσα δε χώρεσαν στον κοινό μας χρόνο. Οι σιωπές μας τον επιμήκυναν. Το βλέμμα σου μου 'δειξε τη φωτογραφία. Μια προκυμαία στο νερό.
Τη νιώθω να δονείται απ' τα βήματα σου. Πού οδηγεί; Σε θάλασσα, σε λίμνη...
Κάνεις όλη τη διαδρομή. Δεν αφήνεις αχνάρια. Μόνο το απαλό θρόϊσμα του φουστανιού σου.
Θα 'ρθω. Δεν το λέω. Το 'χεις ακούσει αμέτρητες φορές. Το δεξί σου χέρι αιωρείται. Δεν προσκαλεί. Δείχνει. Το νερό κυματίζει ελαφριά. Ανεπαίσθητο ρίγος.

Τρέμω τυλιγμένος σε βαρύ παλτό. Τρέμω το τρίξιμο των σανίδων στο πρώτο βήμα. Οι μύτες των ποδιών μου κολλούν στην προκυμαία. Θα 'μαι εδώ. Για όταν θα 'ρθεις βρεγμένη. Για να υπάρχει ένα ζεστό παλτό.
Υ.Γ. Η εξαίσια αυτή φωτογραφία είναι του κ. Χρήστου Λαμπριανίδη.

Πέμπτη 10 Μαρτίου 2016

Ο δικός μας Κώστας Κουτσομύτης- Ο λογοτέχνης της εικόνας.

“Ένα καλό βιβλίο θα είναι πάντα ένα καλό βιβλίο, ακόμα και αν εγώ κάνω ένα κακό σήριαλ”. Ήταν μια απ΄ τις αγαπημένες φράσεις του Κώστα Κουτσομύτη, που δυστυχώς έφυγε σήμερα από κοντά μας, του σκηνοθέτη που κατάφερε όσο λίγοι όχι απλώς να αντλήσει αξία απ΄ τη λογοτεχνία μεταφέροντας έργα της στην τηλεόραση, αλλά και σε ορισμένες περιπτώσεις να προσθέσει αξία σε κάποια βιβλία δημιουργώντας σήριαλ που έμειναν στην ιστορία και θ΄ αποτελούν πάντα σημεία αναφοράς.
Τον γνώρισα στην Κοζάνη στα γυρίσματα ενός σήριαλ, την οποία δεν επέλεξε τυχαία. “Ποτέ δεν ξεχνάς τον τόπο όπου μάτωσες τα γόνατα σου”, συνήθιζε να λέει, καθώς εδώ, στην πόλη μας, έζησε για κάποια χρόνια μέχρι την ηλικία των 18 ετών, διαμένοντας με την οικογένεια του στο διατηρητέο πανέμορφο σπίτι που φιλοξενεί το Φιλοπρόοδο Σύλλογο Κοζάνης. Όταν πήρε τη μεγάλη απόφαση να σπουδάσει σκηνοθέτης στη Βιέννη, όπως μας διηγούνταν, το ανακοίνωσε μεταξύ άλλων και στη γιαγιά του που έκπληκτη παρατήρησε: “Δηλαδή, θα γίνεις κοκοτάς;”, καθώς πολλοί την εποχή εκείνη δεν έβλεπαν με καλό μάτι τον κινηματογράφο και δεν είχαν την καλύτερη γνώμη ειδικά για τις γυναίκες που έβλεπαν στο πανί.  
Τολμηρός, μα πάνω απ΄ όλα αποφασισμένος και κατασταλαγμένος για το πώς ήθελε να κτίσει το προσωπικό του όνειρο, άφησε πίσω του αγκυλώσεις και προκαταλήψεις της εποχής, εμπόδια υπαρκτά και πολλές φορές απροσπέλαστα για παιδιά της τότε ελληνικής επαρχίας, καταφέρνοντας όχι απλώς να γίνει ένας καλός σκηνοθέτης αλλά να ανοίξει έναν καινούργιο δρόμο ειδικά στην τηλεόραση και το σήριαλ. Κάθε δουλειά του Κουτσομύτη συγκέντρωνε την αφρόκρεμα των απαραίτητων συνεργατών, με τον καθένα τους να προσθέτει και κάτι, εκείνα όμως που ξεχώριζαν ήταν η ιδιαίτερη ματιά και η εκλεπτυσμένη αισθητική του που χρωμάτιζαν και έβαζαν σε ό,τι καταπιανόταν μια μοναδική σφραγίδα ποιότητας.
Είχα την τύχη να τον γνωρίσω στην Κοζάνη και να εκτιμήσω τον ακατάπαυστο δημιουργικό οίστρο του καθώς σου ΄δινε την εντύπωση πως μπορούσε να ξεκινήσει οτιδήποτε από μια απλή κουβέντα, μια εικόνα που σε άλλους δεν έλεγε τίποτα αλλά σ΄ εκείνον «μιλούσε» και θα τον οδηγούσε μακριά, να θαυμάσω το ιδιαίτερο χιούμορ του και την έντονη αυτοσαρκαστική του διάθεση και να αφεθώ ακόμα και για ώρες ακούγοντας τις ιστορίες που του άρεσε να διηγείται. Όποιος τον γνώριζε, έστω και για λίγο, σίγουρα θα καταλάβαινε γιατί όταν έπαιρνε στα χέρια του ένα λογοτεχνικό έργο, το έργο αυτό θα ΄χε πέσει σε καλά χέρια. Γιατί ο Κώστας, δημιουργός ο ίδιος, αγαπούσε τους δημιουργούς και έσκυβε με σεβασμό και αγάπη πάνω απ΄ το έργο τους.

Δευτέρα 29 Φεβρουαρίου 2016

"Τα πρόσωπα κι οι εικόνες της πόλης μου της Κοζάνης στο μέχρι τώρα λογοτεχνικό μου έργο"

"Πάντα ήθελε να γυρίζει πίσω. Ακολουθώντας την ίδια διαδρομή. Απ΄ τα ίδια σοκάκια, μπροστά απ΄ τις ίδιες ασπρισμένες αυλές. Αναζητώντας τα ίδια, γνώριμα, πρόσωπα, τους ίδιους ήχους, τις ίδιες μυρωδιές.
Ελάχιστα έβρισκε απ΄ αυτά που αναζητούσε. Τα σοκάκια, ασφαλτοστρωμένοι δρόμοι πια. Πεζοδρόμια, εκεί όπου κάποτε οι μεγάλες πέτρες έκαναν η μια παρέα στην άλλη, προσμένοντας την ώρα που θα ΄ρχονταν οι κυράδες τους, να στρώσουν πάνω τους ένα χαλάκι και να καθίσουν, δίπλα, δίπλα για να στήσουν το χωρατά της γειτονιάς μέχρι αργά. Με τα χέρια τους να ρίχνουν βελονιές στα κεντήματα τους  ή πόντους στο πλεκτό τους και να συναγωνίζονται σ΄ αντοχή τα στόματα τους που δεν έβαζαν γλώσσα μέσα, τιτιβίζοντας ασταμάτητα και σχολιάζοντας όποιον περνούσε, αφού πρώτα τον χαιρετούσαν  εγκάρδια. Κι οι αυλές… Όσες είχαν απομείνει, σφηνωμένες ανάμεσα στις νεόδμητες ομοιόμορφες πολυκατοικίες, έδειχναν ανήμπορες ν΄ ανασάνουν, απογοητευμένες, ξέροντας πως δεν θ΄ αργούσε η σειρά τους. 

Συνέχιζε όμως. Γύριζε πίσω, όποτε το μπορούσε, την ίδια περίπου ώρα. Λίγο πριν πέσει η νύχτα. Και ήταν όλοι και όλα εκεί. Τα σοκάκια, οι αυλές, οι νοικοκυραίοι...". 
Μ΄ αυτές τις φράσεις ξεκινά το μυθιστόρημα μου "Οι κόρες της Αφροδίτης" (εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ- 2006), αποκαλύπτοντας τη διαδρομή που ακολουθώ σχεδόν πάντα στο λογοτεχνικό μου έργο. 
 "Η πόλις θα σε ακολουθεί. Στους δρόμους θα γυρνάς τους ίδιους". Διαβάζω για πρώτη φορά τους στίχους αυτούς του Καβάφη στο υπέροχο ποίημα του "Η Πόλις" και τους προσπερνώ. Μόνη δικαιολογία μου η εφηβική πεποίθηση πως "Θα πάγω σ’ άλλη γη, θα πάγω σ’ άλλη θάλασσα. Μια πόλις άλλη θα βρεθεί καλλίτερη από αυτή".   
          Μ΄ αυτούς τους στίχους ταξιδεύω. Περούτζια της Ιταλίας για σπουδές, Θεσσαλονίκη για σπουδές και εργασία, είναι οι άλλες πόλεις, οι άλλες θάλασσες. Καλύτερες σίγουρα απ΄ την Κοζάνη από πολλές απόψεις. Πιο ανοιχτές, περισσότερο ενδιαφέρουσες. 

Δευτέρα 15 Φεβρουαρίου 2016

“Όλες οι λύπες αντέχονται, αν τις βάλεις σε μια ιστορία… ”

Το νέο  βιβλίο του Γ. Ξανθούλη (ΔΙΟΠΤΡΑ) ως ένας καθρέπτης του χθες και του σήμερα της κοινωνίας μας.
 “Κάθισε μεν δίπλα στο παράθυρο, αλλά ανάποδα προς τη φορά του τρένου. Δεν ήθελε να βλέπει τα πράγματα να έρχονται αλλά να φεύγουν”.
Αυτή τη θέση επιλέγει ο βασικός ήρωας του Γιάννη Ξανθούλη στο τελευταίο του βιβλίο «Την Κυριακή έχουμε γάμο»- εκδόσεις ΔΙΟΠΤΡΑ, θέση που δεν ταιριάζει σε  έναν ανήλικο που, λογικά, θα έπρεπε να λαχταρά να δει ό,τι υπάρχει μπροστά του, ό,τι έρχεται. Όχι όμως ο Ιορδάνης που πριν καλά καλά μπει στην εφηβεία μέσα σε λίγες μόλις μέρες θα «γεράσει», εξαναγκαζόμενος από μια σειρά αναπάντεχων γεγονότων να διανύσει μια διαδρομή που άλλοι ίσως να μην την έκαναν σ΄ όλη τους τη ζωή. Τι πιο λογικό, λοιπόν, για ένα παιδί απ΄ το να τραπεί σε φυγή και να θελήσει να βλέπει τα πράγματα να φεύγουν;

Τρίτη 8 Δεκεμβρίου 2015

Εκπομπή "Πορεύεσθαι κατά τέχνη", West Channel, Δευτέρα 7-12-2015, φιλοξενούμενη η σκηνοθέτης Γλυκερία Καλαϊτζή

https://www.youtube.com/watch?v=V3_6RpgLpG4&feature=youtu.be

"Bρικόλακες" (ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Κοζάνης) Το θέατρο στις πολύ καλές του στιγμές.


Τα μεγάλα θεατρικά έργα δεν κινδυνεύουν από άστοχες σκηνοθεσίες ή κακές ερμηνείες. Όταν όμως σταθούν "τυχερά" και πέσουν στα κατάλληλα χέρια, τότε δεν φεύγει απλώς η σκόνη του χρόνου από πάνω τους για να φανεί η λάμψη τους, αλλά αποκαλύπτονται και εκείνες οι λεπτομέρειες, οι λεπτές και πολλές φορές δυσδιάκριτες στους περισσότερους αποχρώσεις τους, ό,τι δηλαδή τα έχει καταξιώσει εντάσσοντας τα στη λίστα των κλασικών και στην ιδιαίτερη κατηγορία των διαχρονικών.
Οι "Βρικόλακες" του Ερρίκου Ίψεν, ένα από τα σημαντικότερα έργα του Νορβηγού δραματουργού, στάθηκαν "τυχεροί". Η σκηνοθέτης Γλυκερία Καλαϊτζή στην παράσταση που έστησε για λογαριασμό του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Κοζάνης και του θεάτρου "Τ" (συμπαραγωγή) δεν τόλμησε απλώς να πρωτοτυπήσει ανεβάζοντας τους θεατές επί σκηνής (σ. σ. υπάρχουν δύο σειρές καθισμάτων από κάθε πλευρά και το έργο παίζεται στο μέσον, σε έναν χώρο δίκην πασαρέλας, ενώ ο τρόπος με τον οποίο τοποθετήθηκαν τα διάφορα στοιχεία του όλου σκηνικού μετατρέπουν σκηνή και παρασκήνια σε ένα ενιαίο λειτουργικό σύνολο) δίνοντας τους την ευκαιρία να αισθανθούν πως δεν παρακολουθούν απλώς αλλά συμμετέχουν. Πέτυχε να δώσει στο έργο μια φρεσκάδα και μια ζωντάνια, ψάχνοντας και βρίσκοντας τελικά τα "κλειδιά¨ του κειμένου, έτσι ώστε να νομίζεις πως δε γράφτηκε στα τέλη του 19ου αιώνα αλλά στις μέρες μας. Μ΄ αυτά τα ίδια "κλειδιά" απελευθέρωσε και τις αναμφισβήτητες ερμηνευτικές ικανότητες των ηθοποιών που συνεργάστηκαν μαζί της, για να πετύχουν και εκείνοι με τη σειρά τους αυτό που πάντα ποθεί ο κάθε ηθοποιός. Να πείθει, χωρίς καμιά αμφιβολία, πως ναι, είναι ο ρόλος.
Αυτό συμβαίνει επί σκηνής. Οι ερμηνευτές έχουν αλλάξει ταυτότητα και δε βλέπεις παρά την κ. Άλβινγκ, τον Πάστορας Μάντερς, τη Ρεγγίνε, τον Έκστραντ, τον Όσβαλντ, τους ήρωες που έπλασε ο Νορβηγός δραματουργός.

Πριν τη μεγάλη θλίψη» Μια έκθεση, ένας ακόμα σημαντικός σταθμός στην πορεία του Α. Βρεττάκου.

  Ο Αλέξανδρος Βρεττάκος επέλεξε να δώσει στην τελευταία έκθεση των φωτογραφιών του τον τίτλο «Πριν τη μεγάλη θλίψη» , εμπνεόμενος, όπως σημ...