Δευτέρα 4 Μαΐου 2015

Τα κουβάρια της σιωπής

Όταν πέθανε ο άνδρας της, η κυρά Μελπομένη δεν είχε καμιά διάθεση να κλάψει. Γιατί να κλάψει; Δεν πέθαναν και πολλά μαζί του. Τα περισσότερα είχαν πεθάνει εδώ και πολλά χρόνια...
Δε θα χρειαζόταν να φορέσει και μαύρα. Τα φορούσε από τότε που έχασε το Γιάννη της, δεκαπέντε χρονών παλικαράκι. Τον ξαναθυμήθηκε και δάκρυσε. Το παλιόπαιδο... Μ' άφησε νωρίς, σκέφτηκε.
Με τον άντρα της δε μοιραζόταν τίποτε πια. Μόνο τα καλοκαίρια στο χωριό. Ναι αυτά θα της έλειπαν σίγουρα. Εκεί περνούσε όμορφα.
Νοίκιαζαν οι δυό τους ένα σπίτι, μικρό με αυλή οπωσδήποτε. Ζούσε ο καθένας στον κόσμο του. Αυτός έφευγε το πρωί για τα καφενεία της πλατείας και συνήθως ξεχνούσε να γυρίσει το μεσημέρι. Αργά το βράδυ, όταν κουραζόταν από το ποτό και τις καρέκλες των καφενείων, κατάφερνε και έβρισκε το δρόμο για το σπίτι.
Συνήθως ξεχνούσε και αυτή να μαγειρέψει το μεσημέρι. Δεν την ένοιαζε όμως και να μην έτρωγε. Στο χωριό έβρισκε πάντα την παρέα που ήθελε και χόρταινε με την κουβέντα όλη μέρα.
Καθώς τα σκεφτόταν αυτά στην κηδεία, ένα δάκρυ κύλησε από τα μάτια της. Οι συγγενείς που στεκόταν απέναντι της την κοίταξαν με συμπόνια. Η καημένη, θα σκέφτηκαν, έχασε το σύντροφο της. Οι συγγενείς... Έμεναν πάντα στα έξω. Βαριόταν να σηκώσουν την κουρτίνα και να κοιτάξουν μέσα. Αν αυτό που θα έβλεπαν, ήταν χειρότερο απ' ότι είχαν φανταστεί, ίσως αναγκαζόταν να ξεφύγουν από τις τυπικές σχέσεις που χρησιμοποιούσαν σαν ασπίδα για να κρατιούνται μακριά. Πάντα μακριά ήταν. Γιατί νά 'ρθουν τώρα κοντά;
Τόσα χρόνια δίπλα στον άντρα της, είχε χύσει πολλά δάκρυα. Της χαράς ήταν μετρημένα στα δάχτυλα του ενός χεριού. Δεν περίμενε πως θα συνέχιζε να κλαίει και μετά το θάνατο του.
Συνέχισε τη ζωή της όπως και πριν. Έμενε στο ίδιο σπίτι, με τα ίδια πρόσωπα. Γι' αυτήν δεν είχε αλλάξει τίποτε.

Τετάρτη 29 Απριλίου 2015

Να ΄μαστε καλά, ν΄ ανταμώνουμε.

Η δύναμη του διαδικτύου, ή μήπως η ανάγκη για πραγματική επικοινωνία μπορεί να παραμερίσει τις δικαιολογίες που θέτουν οι καθημερινές μας υποχρεώσεις και να άρει τα εμπόδια για να εκτεθούν στη δημόσια θέα και τα συναισθήματα μας;
            Η ουσία είναι πως μια ηλεκτρονική σελίδα, «Κοζάνη- Μνήμες, αναμνήσεις & εικόνες», κατάφερε να ανοίξει μια νέα σελίδα στο παρόν της πόλης μας, την οποία συνέθεσαν μικρές αλλά όχι ασήμαντες ιστορίες ανθρώπων. Ιστορίες που μεταφέρθηκαν απ΄ τους ίδιους ή τους απογόνους, φίλους ή απλώς γνωστούς. Ιστορίες που αναδύθηκαν μέσα από ασπρόμαυρες και κιτρινισμένες φωτογραφίες, εικόνες που ανασύρθηκαν από προσωπικά και οικογενειακά άλμπουμ, για να γίνει το εγώ εμείς και να σκιαγραφηθεί ό,τι έμενε για καιρό στα αζήτητα, παλεύοντας με τη λήθη και τη διαγραφή. Ιστορίες που «μίλησαν» για «αυτόν τον κόσμο, το μικρό, το Μέγα», όπως εύστοχα τον ονόμασε ο Ελύτης (Άξιον Εστί). Τον κόσμο που η επίσημη επιστημονική ιστορική έρευνα συνηθίζει να αγνοεί, όχι γιατί δεν καταλαβαίνει ή δεν αναγνωρίζει την αξία και τη συνεισφορά του στο ρου και την εξέλιξη της ανθρωπότητας, αλλά γιατί είναι αντικειμενικά δύσκολο να συγκεντρώσει και να αξιολογήσει τόσες πολλές μικρές ανθρώπινες ιστορίες.

Δευτέρα 27 Απριλίου 2015

Η αυτοκριτική και το όραμα του Μήτσου Κασόλα στο νέο του μυθιστόρημα «Το μέλλον είναι πίσω μας».

Μετά από έξη χρόνια «σιωπής» (σ. σ. τελευταία του εμφάνιση το 2009 με τη βιογραφία “Νίκος Καββαδίας: Ο δαίμονας χόρευε μέσα του”, εκδόσεις Καστανιώτης) ο Μήτσος Κασόλας επανακάμπτει συγγραφικά όχι απλώς για να προσθέσει ένα ακόμα μυθιστόρημα στην ήδη πλούσια βιβλιογραφία  του, αλλά για να καταθέσει τη δική του άποψη- πρόταση για το μέλλον όλων μας. Μια άποψη- πρόταση που μάλλον θα ήθελε να λειτουργήσει λυτρωτικά και για τον ίδιο το δημιουργό, καθώς είναι εμφανές σε πολλά σημεία του κειμένου πως πασχίζει να ξορκίσει και το δικό του… δαίμονα, αυτόν που χρόνια τώρα «χορεύει μέσα του».

Τετάρτη 22 Απριλίου 2015

Οι άνθρωποι των εστιατορίων και των ταβερνών της Κοζάνης.


 Εκδήλωση μνήμης. “Γιορτή της Κοζανίτικης παρέας και γαστρονομίας”.  
Η μνήμη έχει και αυτή την ανάγκη των εκδηλώσεων για ν΄ ανασύρει απ΄ τα δικά της αρχεία πρωτίστως εκείνα που σήμερα φαντάζουν ως λεπτομέρειες, αλλά κάποτε ήταν η καθημερινότητα, πολλών και διαφορετικών ανθρώπων. Λεπτομέρειες που αντικειμενικά δεν βρίσκουν το χώρο και το χρόνο τους σε καμιά εκδήλωση, χωρίς να αποτελεί αυτό ασυγχώρητη παράλειψη των διοργανωτών, αλλά που, θέλοντας και μη, θα στριφογυρνούν διαρκώς στο μυαλό όλων εκείνων που διάβηκαν ένα μέρος της ζωής τους, άλλοι το μεγαλύτερο και άλλοι ένα μικρό, συμπράττοντας και συμμετέχοντας σ΄ αυτό το κομμάτι της ιστορίας που λέγεται εστιατόρια και ταβέρνες μιας Κοζάνης που δεν υπάρχει πια.
Γιατί αν οι άνδρες, και ορισμένες γυναίκες, λειτούργησαν ως πρωταγωνιστές αυτού του κομματιού της ιστορίας, με τον καπνό απ΄ τις παλιές μαγειρικές μασίνες να κολλά πάνω στο πετσί τους, το νερό απ΄ τις πατάτες και τα πιάτα να μουλιάζει τα δάχτυλα τους και να πέφτουν σαν κούτσουρα στο κρεβάτι μη ορίζοντας χέρια και πόδια, υπήρξαν και πολλοί περισσότεροι που ως δευτεραγωνιστές βιώσαν το δικό τους ψυχικό κάματο μετρώντας ατελείωτες ώρες απουσίας.

Πριν τη μεγάλη θλίψη» Μια έκθεση, ένας ακόμα σημαντικός σταθμός στην πορεία του Α. Βρεττάκου.

  Ο Αλέξανδρος Βρεττάκος επέλεξε να δώσει στην τελευταία έκθεση των φωτογραφιών του τον τίτλο «Πριν τη μεγάλη θλίψη» , εμπνεόμενος, όπως σημ...